Αντίο, Χρήστο Κυριαζή

Το ιστορικό μιας συνέντευξης που ποτέ δεν έγινε και ένας συγκινητικός αποχαιρετισμός στον Πειραιώτη τροβαδούρο. Πέθανε σήμερα στα 68 του χρόνια.

Στην cover photo εικονίζονται τρία ανέκδοτα χειροποίητα CD του Χρήστου Κυριαζή. Μου τα είχε αφήσει ο ίδιος σ’ έναν φάκελλο στο Argiriou Studio Recordings, ακριβώς πριν ένα χρόνο, όταν εμείς ηχογραφούσαμε εκεί το τραγούδι του Γιώργου Μακρή με τον Σταμάτη Κραουνάκη κι εκείνος τον καινούργιο του δίσκο. Δυστυχώς δεν τον συνάντησα ποτέ από κοντά και γι’ αυτό ευθύνομαι αποκλειστικά εγώ – γεγονός που σήμερα, με την είδηση του θανάτου του, με γεμίζει απίστευτη στενοχώρια.

Όταν και άμα με το καλό εκδοθεί κάποτε ο δίσκος του Κυριαζή, σε κανονικό format και όχι στο YouTube, όπως ήδη υπάρχει, σίγουρα θα περιέχει κι ένα μικρό κείμενο του συνάδελφου Δημήτρη Μανιάτη. Ο Μανιάτης πριν από ενάμισι χρόνο περίπου έλαβε τις ηχογραφήσεις του Κυριαζή – αυτά τα τρία CD που έχω κι εγώ στα χέρια μου – και του έστειλε ένα email με τη γνώμη του. Η απάντηση του Κυριαζή ήταν πως θα έβαζε αυτά τα λίγα λόγια του δημοσιογράφου στο ένθετο του επερχόμενου δίσκου του. Ήταν κι η αρχή της, σύντομης σε διάρκειας, φιλίας τους: Συναντιόντουσαν τακτικά στο «Jimmy & The Fish» στο Μικρολίμανο και τα λέγανε. Τον ίδιο καιρό ο Χρήστος Κυριαζής έδωσε στον Μανιάτη την τελευταία του συνέντευξη, η οποία δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ. Κι εδώ κάπου αρχίζει η δική μου προσωπική «εμπλοκή» με τον Κυριαζή…

Ευχαριστώ τώρα, από δω, τον Μανιάτη που είχε μιλήσει στον Κυριαζή για μένα. «Πρέπει να δώσεις συνέντευξη στον Μποσκοΐτη για το Documento» του είχε πει. Τέτοιες συναδελφικές στιγμές, ξέρετε, δεν συνηθίζονται στον άκρως ανταγωνιστικό χώρο μας. Εκείνος, πάλι, που δεν γνώριζε για μένα, άκουσε τον φίλο του και δέχτηκε. Θυμάμαι τώρα, διότι δεν πάει πολύς καιρός, που το’χα πει του Παναγιώτη Φρούντζου, του πολιτιστικού αρχισυντάκτη στην εφημερίδα. «Φυσικά και τον θέλουμε τον Κυριαζή» μου είχε απαντήσει, «και θα τον κάνουμε μεγάλο θέμα». Μιλάω μαζί του στο τηλέφωνο, που τον άκουσα – ομολογώ – άκεφο και κουρασμένο. Μου προτείνει να συναντηθούμε στο Μικρολίμανο, πιθανώς στο ίδιο μέρος που συναντιόταν με τον Μανιάτη. Του λέω πως μου’ναι δύσκολη η μετακίνηση στον Πειραιά και βρίσκουμε αμέσως τη λύση: «Θα συναντηθούμε στο στούντιο του Αργυρίου στο Φάληρο, εκεί που τελειώνω κάποιες ηχογραφήσεις». Δίνουμε ραντεβού για την επόμενη εβδομάδα, τάδε μέρα και τάδε ώρα, αργά απόγευμα.

Το γράφω αυτή τη στιγμή και θυμώνω με τον ίδιο μου τον εαυτό, μα συνέβη κάτι πρωτοφανές για τα 22 χρόνια που κάνω συνεντεύξεις: Έφτασε εκείνη η μέρα κι εγώ ξέχασα εντελώς – εντελώς όμως – το ραντεβού μας! Όταν η ώρα είχε περάσει κι εγώ δεν είχα εμφανιστεί στο στούντιο, μου τηλεφώνησε. Να ανοίξει η γη να με καταπιεί! Δεν μου είπε κάτι κακό ή προσβλητικό, που θα’χε κάθε δικαίωμα, αλλά τον άκουσα φανερά εκνευρισμένο. «Σου αφήνω εδώ τον φάκελλο με τα CD μου και πάρε με από την άλλη βδομάδα να το ξανακανονίσουμε»…Πραγματικά, ξαναμιλήσαμε στο τηλέφωνο, ζήτησε να μιλήσουμε μιαν άλλη στιγμή πάλι κι αυτό ήταν…Ντράπηκα και δεν επικοινώνησα ποτέ άλλοτε μαζί του.

Πολύ – πολύ αργότερα, σήμερα για την ακρίβεια, που επικοινώνησα με τον Μανιάτη, μου είπε κάτι ο Δημήτρης που με έκανε κομμάτια: «Αφότου έγινε αυτό το ατυχές συμβάν μεταξύ σας, ο Κυριαζής έβαλε τον γιο του και σε έψαξε στο internet. Διάβασε πολλές συνεντεύξεις σου που υπάρχουν αναρτημένες. Μου είχε τηλεφωνήσει: ”Ρε συ Δημήτρη, αυτός ο Μποσκοΐτης είναι μαμούνι και μου αρέσουν πολύ οι συνεντεύξεις του. Πρέπει να του μιλήσω”»…Δυστυχώς αυτό, όπως είπα ήδη, δεν έγινε ποτέ. Μου είπε κι άλλα ο Μανιάτης σήμερα μες τη στενοχώρια του κι αυτός, που έχασε έναν φίλο: «Ήταν σίγουρος πως θα’χε πολλά να πει μαζί σου. Δεν θα τελειώνατε την κουβέντα ούτε σε τρεις ώρες. Είχε μάθει πως είσαι Πειραιώτης, πως είχες κάνει το ντοκιμαντέρ για το ελληνικό rock και γι’ αυτό θα είχατε πολλά κοινά».

Τι να το κάνεις…Ας ζούσε κι ας μην τον συναντούσα ποτέ! Διότι, πάνω απ’ όλα, ο Κυριαζής φεύγει απ’ τον κόσμο αυτό, πρόωρα, στα 68 του, κρατώντας μυστικό απ’ όλους τον καρκίνο που είχε αρχίσει να τον θερίζει τα τελευταία δύο χρόνια. Είχε μια τέτοια αξιοπρεπή στάση απέναντι στο προσωπικό του δράμα, που ήθελε να το ξέρουν μόνο η σύζυγος του και τα παιδιά του. Κανείς άλλος! Θα μπορούσαμε, υπό αυτή την έννοια, να βρούμε ένα κοινό του με την αείμνηστη Φώφη Γεννηματά με τη μόνη διαφορά πώς ο καρκίνος χτύπαγε για πρώτη φορά, απροειδοποίητα και άκρως επιθετικά, τη δική του πόρτα.

Και, ναι, θα είχαμε πολλά να πούμε με τον Χρήστο Κυριαζή. Πρώτα απ’ όλα για εκείνον τον δίσκο του από το μακρινό 1992, όταν περνούσαμε τα καλοκαίρια με τη Χαρά και την παρέα μας στα Καμένα Βούρλα, ακούγοντας παντού κομμάτια σαν το «Μου θυμίζεις τη μάνα μου», το «Ημεροβίγλι», το «Πουλόβερ» και το «Έχω κλάψει, για πολλές γυναίκες έχω κλάψει». Τι πάταγο είχαν κάνει αυτά τα τραγούδια! Ένας τύπος που τραγουδούσε τους έρωτες του ως επί το πλείστον με μία τσιγγάνικη σχεδόν και γεμάτη λυγμό ερμηνεία, κυρίως δε μέσα από λαϊκές συνθέσεις, οι οποίες είχαν μια μοναδική ιδιαίτερη ατμόσφαιρα. Περίεργο πράγμα ήταν τα τραγούδια του Κυριαζή, ούτε αμιγώς λαϊκά, ούτε έντεχνα, ούτε και σκυλάδικα. Σαν να εισήγαν από μόνα τους ένα νέο ρεύμα στο ελληνικό τραγούδι ακριβώς την ίδια εποχή που ο Βασίλης Καρράς συνεργαζόταν με τους Πυξ Λαξ στο περιβόητο «Άσ’ τη να λέει».

Θα του έλεγα ακόμη για το πώς ανακάλυψα με μεγάλη εντύπωση το rock παρελθόν του μέσα από μια συλλογή ελληνικού rock που είχε επιμεληθεί ο Άγγελος Σφακιανάκης. Εκεί μέσα πρωτάκουσα την υπέροχη μπαλάντα «Κι αν η τύχη μου» με το συγκρότημα Πρόκες από τα 1972, τότε που ο Κυριαζής ήταν 19 ετών παιδί. Μελετώντας πολύ εκείνη την περίοδο της γένεσης του ελληνικού rock, άκουσα στη συνέχεια και το άλλο κομμάτι από εκείνο το ένα και μοναδικό 45άρι δισκάκι του συγκροτήματος.

Θα τον ρωτούσα ακόμη να μου πει πώς ένιωσε όταν ο Μάνος Χατζιδάκις διηύθυνε το υπέροχο τραγούδι του, το «Κυριακή απόγευμα», στους Πρώτους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού Κέρκυρας το ’81 με ερμηνευτή τον Βασίλη Λέκκα. Μέχρι να φτάσει κι εκείνο το, ιστορικής σημασίας, διπλό χατζιδακικό βινύλιο στα χέρια μου, δεν θα μπορούσα να φανταστώ ότι ο Χρήστος Κυριαζής του «Μου θυμίζεις τη μάνα μου» των 90s και των rock συγκροτημάτων των 70s, είχε συνεργασία εξ αποστάσεως και με τον μέγα Μάνο Χατζιδάκι! Ίσως αυτές του οι εμπειρίες – συνεργασίες – ξανοίγματα να τροφοδότησαν και το αναμφισβήτητο πολυσχιδές ταλέντο του. Μόνο ο Χρήστος Κυριαζής, νομίζω, μαζί με τον Λάκη Παπαδόπουλο είναι οι δύο τραγουδοποιοί μας που κινήθηκαν με άνεση και μεγάλη επιτυχία σε διαφορετικά είδη τραγουδιού.

Τέλος, θα του αφηγούμουν πως πρόσφατα σχετικά βρήκα στο Μοναστηράκι τον πρώτο του προσωπικό δίσκο, αυτόν με το «Μπρικάκι» που ερμήνευε ο Γιώργος Μαργαρίτης. Βρήκα το βινύλιο, θυμάμαι, αλλά ο παλαιοπώλης δεν δεχόταν τραπεζική κάρτα για την αγορά. Έτσι, πήρα ταξί για να πάω γρήγορα σε μια κοντινή τράπεζα, να σηκώσω είκοσι ευρώ και να επιστρέψω με το άγχος μη μου’χει πάρει κάποιος άλλος τον δίσκο.

Ο Χρήστος Κυριαζής θα συνεχίσει να ακούγεται και να αναμοχλεύει τις νεανικές μας μνήμες. Εκείνη η τραγουδάρα του, το «Έλα, μωράκι μου» με τον στίχο «Στη Φοντάνα για καφέ», θα μου θυμίζει για πάντα τη θρυλική, φρικομάνα κάποτε, καφετέρια στο Πασαλιμάνι, που σήμερα, όπως είναι αναμενόμενο, δεν αναγνωρίζεται. Το «Βράδυ Σαββάτου», είτε με τη δική του φωνή, είτε με του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, θα είναι μια μελαγχολική καταβύθιση σε χρόνο παρελθόντα και σε ζωές που άλλαξαν. Όσο για το «Μου θυμίζεις τη μάνα μου», από δω και στο εξής, εμένα θα μου θυμίζει πραγματικά τη δική μου μάνα. Θα θυμάμαι, δηλαδή, ότι η μάνα μου και ο Χρήστος Κυριαζής έφυγαν με διαφορά πέντε μηνών. Και μία γαμημένη συνέντευξη που ποτέ δεν έγινε και που φταίω εγώ γι’ αυτό…Καλό του ταξίδι και θερμά συλλυπητήρια στην οικογένεια του.

Αντώνης Μποσκοΐτης