Ο Τσάπλιν, ο Χίτλερ και «Ο μεγάλος δικτάτορας»

Αποτέλεσμα εικόνας για FOTO Ο Τσάπλιν, και «Ο μεγάλος δικτάτορας»

Όταν ο φίρερ αντέγραψε την εμφάνιση του «ανθρωπάκου» για να εμπνεύσει στο πλήθος συμπάθεια και πώς ο θρυλικός ηθοποιός τον διακωμώδησε στην κορυφαία ταινία του.

Μεγάλα, λαμπερά μάτια, κοφτό μουστάκι, έξυπνο βλέμμα. Αν ο Τσάρλι Τσάπλιν δεν είχε αυτή την αθώα, αστεία και πονηρή ταυτόχρονα έκφραση του «μικρού αλήτη» θα έλεγες ότι είναι ο δίδυμος αδελφός του Χίτλερ. «Η πρώτη εντύπωση του Τσάπλιν για τον Χίτλερ ήταν πως αποτελούσε “κακόγουστη μίμησή του”», σημειώνει ο Πίτερ Ακρόιντ στη βιογραφία του πρώτου ινδάλματος της κινηματογραφικής οθόνης που σημάδεψε τον 20ό αιώνα.

Ο Τσάπλιν, ο Χίτλερ και «Ο μεγάλος δικτάτορας»

«Η ομοιότητα μεταξύ Τσάπλιν και Χίτλερ ήταν όντως εντυπωσιακή. Είχαν γεννηθεί τον Απρίλιο του 1889 με τέσσερις μέρες διαφορά.

Είχαν πατέρα πότη και μεγάλωσαν λατρεύοντας τη μητέρα τους· είχαν παρόμοια κληρονομικότητα τρέλας και μπασταρδοσύνης. Είχαν το ίδιο μουστάκι, ο Τσάπλιν στην οθόνη, ο Χίτλερ στην πραγματικότητα. Λέγεται ακόμα ότι ο Χίτλερ αντέγραψε την εμφάνιση του “ανθρωπάκου” για να εμπνεύσει στο πλήθος συμπάθεια και υπακοή […]

Και οι δύο φέρονταν να αντιπροσωπεύουν τον αδύναμο άνθρωπο που παλεύει με τις δυνάμεις της σύγχρονης κοινωνίας, ενώ και οι δύο διέθεταν το απόκοσμο χάρισμα να απευθύνονται σε εκατομμύρια ανθρώπους με υπνωτική μαγεία. Και οι δύο ήταν σπουδαίοι ηθοποιοί, εμπνευσμένοι από αισθήματα μειονεξίας και αυτολύπησης […] Και οι δύο λάτρευαν και ταυτίζονταν με τις φιγούρες του Ναπολέοντα και του Χριστού. Και οι δύο λάτρευαν τη μουσική και πίστευαν ότι μπορούσαν να τη γράψουν».

Δημοφιλής συγγραφέας μυθιστορημάτων αλλά και εγκριτος βιογράφος των Τ.Σ. Ελιοτ, Τσαρλς Ντίκενς, Ουίλιαμ Μπλέικ, ο Πίτερ Ακρόιντ κάνει ένα πολυσύνθετο, περιεκτικό, πορτρέτο του Τσάρλι Τσάπλιν, φωτίζοντας πολύπλευρα έναν από τους μεγαλύτερους θρύλους του σινεμά, που επηρέασε όσο λίγοι και εδραίωσε την έβδομη τέχνη.

Η βιογραφία του με τίτλο «Τσάρλυ Τσάπλιν», που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Αγρα» σε μετάφραση Ανδρέα Αποστολίδη, τα περιλαμβάνει όλα: από τον «Σαρλώ» στα μιούζικ χολ του φτωχού Λονδίνου ώς την αίγλη της χρυσής εποχής και τις δικές του ανεξάρτητες ταινίες, καθώς εμπλουτίζει τον χαρακτήρα του αλήτη, με κορύφωση το «Χαμίνι», το «Τσίρκο» και τον «Χρυσοθήρα», ενώ παράλληλα διαμορφώνει το πικρό και τραγικό χιούμορ του στις μεγάλες συνθέσεις του, όπως τους «Μοντέρνους καιρούς» και τον «Μεγάλο δικτάτορα».

Αποτέλεσμα εικόνας για FOTO Ο Τσάπλιν, και «Ο μεγάλος δικτάτορας»

Από τα σκοτεινά σκάνδαλα, τα προβλήματα λόγω των κομμουνιστικών του πεποιθήσεων στην Αμερική της δεκαετίας του 1940, τον πόλεμο που δέχτηκε από τον Μακαρθισμό και την αυτοεξορία του στην Ελβετία ώς την καθυστερημένη βράβευση με το Οσκαρ για το σύνολο του έργου του. Η βιογραφία διανθίζεται με γοητευτικά, ανεκδοτολογικά επεισόδια της ζωής του, τα ολονύκτια πάρτι στο Χόλιγουντ με τη Μέρι Πίκφορντ και τον Ντάγκλας Φέρμπανκς, τις σχέσεις του, τα ερωτικά σκάνδαλα, αλλά και τον εμμονικό χαρακτήρα του.

«Μεγάλος καλλιτέχνης, μικρός τύραννος», όπως τον έχουν χαρακτηρίσει, ο Πίτερ Ακρόιντ περιγράφει τον Τσάπλιν σαν έναν «δικτάτορα» στα γυρίσματα των ταινιών του, κάτι που συχνά αντικατοπτριζόταν και στις σχέσεις του με τις γυναίκες.

Οχι μόνο με τις τέσσερις συζύγους του, αλλά και με τις αμέτρητες στάρλετ και θαυμάστριες -ακόμα και ανήλικες- που πέρασαν από την πολυτάραχη ζωή του. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όμως, έχει το κεφάλαιο της βιογραφίας με τίτλο «Ο Γερμανός αλήτης», που αναφέρεται στη δημιουργία της ταινίας «Ο μεγάλος δικτάτορας», την πρώτη του ομιλούσα.


«Ξεκίνησε να ασχολείται σοβαρά με το σχέδιο το φθινόπωρο του 1938», αναφέρει ο βιογράφος. «Εβλεπε τα Επίκαιρα του Χίτλερ ξανά και ξανά, προσέχοντας κάθε γκριμάτσα και χειρονομία του. “Ο τύπος είναι μεγάλος ηθοποιός”, έλεγε. “Τι μεγάλος; Είναι ο μεγαλύτερος απ’ όλους μας”. Ενας βοηθός του στην ταινία τον θυμάται να φωνάζει στις εικόνες του Χίτλερ στην οθόνη: “Κάθαρμα, μπάσταρδε, γουρούνι. Ξέρω τι έχεις στο μυαλό σου!”. Θα έπαιζε τον ρόλο του Αντενόιντ Χίνκελ, δικτάτορα της Τομανίας».

Ο Τσάπλιν ήθελε να δείξει την ιστορία «ενός μικρού ψαριού σε ωκεανό γεμάτο καρχαρίες», δίνοντας έμφαση στον ρόλο του Εβραίου κουρέα, που έπαιζε πάλι ο ίδιος, ενώ μετέφερε όλη του την άγρια ενέργεια στον ρόλο του δικτάτορα Χίνκελ και αυτοσχεδίαζε στους λόγους, χρησιμοποιώντας λαρυγγικούς ήχους που έμοιαζαν με γερμανικά, αλλά δεν έβγαζαν κανένα νόημα.

«Αφήστε την κάμερα να τρέχει» έλεγε, για την παραγωγή που στοίχισε δύο εκατομμύρια δολάρια, διήρκησε 559 ημέρες και παραλίγο να σταματήσει μετά τη γερμανική εισβολή στην Πολωνία, τον Σεπτέμβριο του 1939.

Η πρεμιέρα έγινε τελικά στη Νέα Υόρκη στις 15 Οκτωβρίου 1940. Οι Νew York Times έγραψαν ότι πρόκειται για «εθνικό γεγονός». Οπως σημειώνει ο Ακρόιντ: «Την εποχή εκείνη ήταν αδιανόητο ο πιο αγαπητός κωμικός του κόσμου να παρωδεί τον πιο μισητό από τους ηγέτες του.

Η επιτυχία ήταν μεγαλύτερη στο κοινό παρά στους κριτικούς, ιδιαίτερα στην Αγγλία, παρότι υπέφερε ήδη από τους πρώτους γερμανικούς βομβαρδισμούς. Η ταινία έφερε περισσότερα χρήματα από κάθε άλλη. Ο Μπέρναρντ Σω έγραψε ότι “ο Τσάπλιν είναι κάτι περισσότερο από ιδιοφυΐα.

Είναι μορφή, το είδωλο εκατομμυρίων ανθρώπων ανεξαρτήτως φυλών και θρησκειών, ο προστάτης των αδύναμων και καταπιεσμένων”. Ο Τόμας Μαν ήταν λιγότερο ενθουσιώδης. Ελεγε “είδαμε μια κάπως αδύναμη ταινία του Τσάπλιν, αλλά έχει ορισμένα πολύ αστεία κομμάτια με τα οποία παρωδεί τους δικτάτορες».

Αναφέρεται πως την ταινία είδε ο ίδιος ο Χίτλερ, μόνος του, δύο φορές, αλλά ασφαλώς οι αντιδράσεις του δεν έχουν καταγραφεί….