Το απαραίτητο «μεσαίο σκαλί» για τα ταλέντα που μειώνονται στο ελληνικό μπάσκετ * Παπανικολόπουλος: «Δύσκολος όμιλος, μεγαλύτερο το κίνητρο» * Ο Προμηθέας ανανέωσε τον Αγραβάνη

Βασίλης Σπανούλης και Παναγιώτης Γιαννάκης στον πάγκο του Αμαρουσίου

Το Gazzetta.gr δίνει την ευκαιρία στους αναγνώστες του να γίνουν bloggers δημοσιεύοντας τις απόψεις τους και ο Aκης Μπουχάγιαρ γράφει για το πρόβλημα στην ανάδειξη σούπερ ταλέντων από το ελληνικό μπάσκετ και για το απαραίτητο «μεσαίο σκαλί».

Αν κάτι είναι σίγουρο για την Ελλάδα εκτός από τον ήλιο, τη θάλασσα και τα κάθε λογής… ρουσφέτια, είναι ότι παρά την δημοτικότητα του ποδοσφαίρου, το εθνικό μας σπορ είναι το μπάσκετ. Το μπάσκετ είναι το άθλημα που μας δίνει χαρές από το μακρινό 1968 με τον πρώτο ευρωπαϊκό τίτλο της ΑΕΚ, και αν άργησε να καθιερωθεί στις συνειδήσεις του κόσμου έως και το αλησμόνητο 1987, η έκρηξη του τα επόμενα χρόνια ήταν κάτι ανεπανάληπτο για τα δεδομένα της χώρας. Σήμερα, μετά από 18 διασυλλογικούς ευρωπαϊκούς τίτλους, 2 χρυσά ευρωπαϊκά μετάλλια, μια Σαϊτάμα, δυο – τρεις ντουζίνες πρωτοκλασάτους παίκτες (και θρύλους του μπασκετικού στερεώματος) και έναν ΜVP του ΝΒΑ, το ελληνικό μπάσκετ παρουσιάζει λειψανδρία σε νέους παίχτες από το «πάνω ράφι».

«Πώς γίνεται η χώρα του Γιαννάκη, του Παπαλουκά, του 3D και του Kill Bill, να μην παράγει πλέον πρωτοκλασάτους νέους παίκτες;», θα αναρωτηθεί εύλογα ο μέσος Έλλην φίλαθλος. Πριν ξεκινήσω να κριτικάρω τους φερέλπιδες νέους μας, σκέφτομαι ότι αναφέρομαι σε νέα άτομα την ίδια ώρα που εγώ ο ίδιος τους παρακολουθώ από… τον καναπέ μου να κάνουν πράγματα που ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα δεν καταφέρνω. Ταυτόχρονα όμως δεν μπορεί να μην μου προκληθεί απορία και λύπη όταν βλέπω ολοένα και περισσότερους ταλαντούχους Έλληνες μπασκετμπολίστες να εγκλωβίζονται σε έναν φαύλο κύκλο στασιμότητας και μετριότητας και να αρκούνται σε ρόλους πολύ μικρότερους από το αρχικό τους potential.

Η ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΠΑΙΚΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΥΛΛΟΓΩΝ

Το φαινόμενο αυτό δεν είναι καινούργιο. Το έχουμε δει πολλές φορές στο παρελθόν να επαναλαμβάνεται και να αφήνει ένα μεγάλο «αχ» να αιωρείται σαν απόηχος από εκατομμύρια Έλληνες. Όμως στις μέρες μας τείνει να μετατραπεί σε κανόνα και δημιουργεί μια σκληρή πραγματικότητα τα αίτια της οποίας είναι πολυσύνθετα. Το μεγαλύτερο μέρος της κριτικής πέφτει συνήθως στους νέους παίχτες (δίκαια ή άδικα, ανάλογα την περίπτωση). «Δεν δουλεύει όσο πρέπει», «Είναι φούσκα, σαπάκι, παλτό», «Τον φάγανε τα ξενύχτια και οι καφέδες» και πολλές τέτοιες παραφιλολογίες ακούγονται και γράφονται καθημερινά όταν η συζήτηση φτάνει στα (αιώνια) ταλέντα του χώρου.

Οι παραφιλολογίες όμως αυτές αν και έχουν μεγάλη δόση υπερβολής, έχουν και μια αρκετά αληθή βάση: Το work ethic είναι σήμερα είδος προς εξαφάνιση και σίγουρα δεν ανήκει στα προτερήματα των ανερχόμενων καλαθοσφαιριστών μας. Σε συνδυασμό με την παρορμητική και άγουρη νεανική ψυχοσύνθεση, το απαιτητικό και παράλληλα τοξικό περιβάλλον του ελληνικού μπάσκετ αλλά και τα φουσκωμένα λόγια των μάνατζερ και του οικογενειακού περιβάλλοντος, η έλλειψη αυτή δημιουργεί ένα αναμφίβολα εκρηκτικό μείγμα που έρχεται να προστεθεί στο ήδη μπαρουτοκαπνισμένο κλίμα του εγχώριου αθλητισμού.

Οι σύλλογοι από την άλλη δεν είναι αμέτοχοι στην κατάσταση αυτή. Ο τρόπος διαχείρισης των νέων παικτών ιδίως στους μεγάλους συλλόγους κάθε άλλο παρά ενδεδειγμένη είναι. Αδιαμφισβήτητα οι υψηλοί στόχοι και οι up tempo ρυθμοί της εκάστοτε ομάδος που κάνει πρωταθλητισμό δεν ευνοούν την αργή και μεθοδική εξέλιξη των ταλαντούχων νεαρών παικτών οι οποίοι καλούνται να ανταποκριθούν ταχύτατα, όμως δεν μπορούμε παρά να απορήσουμε με την τακτική σχεδιασμού των ομάδων και την διαρκή επιλογή τους να αφήνουν αναξιοποίητα τα εγχώρια ταλέντα προτιμώντας συνήθως την εύκολη λύση του «φθηνού» και αναλώσιμου ξένου παίκτη. Άλλωστε, όπως φαίνεται, η ανάπτυξη κοστίζει περισσότερο από την αγορά και την ανακύκλωση…

Η ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΤΟ «ΜΕΣΑΙΟ ΣΚΑΛΙ»

Τι μπορούν να κάνουν λοιπόν οι νέοι Έλληνες για να εδραιωθούν ξανά στο «πάνω ράφι» της μπασκετικής βιομηχανίας; «Να στρωθούν στην δουλειά» θα απαντήσει εύκολα προτού βουτήξει την γλώσσα στο μυαλό πάλι ο μέσος Έλλην οπαδός. Και βέβαια η δουλειά είναι το βασικό όπλο και ο μόνος τρόπος να γίνει κανείς καλύτερος, όμως όταν μιλάμε για νέα άτομα η ύπαρξη ευνοϊκών συνθηκών είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την αξιοποίηση οιοσδήποτε ταλέντου. Και οι ιδανικές συνθήκες για την αξιοποίηση αυτή είναι το λεγόμενο «μεσαίο σκαλί». Οι νέοι παίκτες λοιπόν πρέπει να είναι διατεθειμένοι να διαλέξουν μια μεσαία βεληνεκούς ομάδα για να αγωνιστούν και να μην φουσκώνουν τα μυαλά τους όταν ακούνε τις μεγάλες σειρήνες να τους καλούν. Στο μεσαίο επίπεδο θα έχουν την ευκαιρία να πάρουν επαρκή χρόνο συμμετοχής, να χτίσουν αθλητική προσωπικότητα, να αγωνιστούν ενάντια σε μεγάλους αντιπάλους και να αποκτήσουν την προαπαιτούμενη εμπειρία για να κάνουν το step up στην καριέρα τους.

Η ιστορία έρχεται να επιβεβαιώσει την άποψη αυτή, καθώς πολλά μέλη της προηγούμενης «χρυσής» γενιάς του ελληνικού μπάσκετ γαλουχήθηκαν στις μεσαίες τάξεις του ελληνικού πρωταθλήματος πριν ανοίξουν τα φτερά τους για να γίνουν πρωταγωνιστές (ΔιαμαντίδηςΛάζοςΧατζηβρέτας στον Ηρακλή, Παπαλουκάς στον Πανιώνιο, Τσαρτσαρής στο Περιστέρι, Σπανούλης στο Μαρούσι). Τη λαμπερή εξαίρεση που επιβεβαιώνει (δυστυχώς) τον κανόνα αποτελεί ο νυν MVP του ΝΒΑ, Γιάννης Αντετοκούνμπο.

Θα πρέπει πάντως να μας προβληματίζει ιδιαίτερα το γεγονός ότι ο Giannis πριν γίνει αυτό που είναι (και ακόμα είναι στα μισά) δεν πέρασε από καμιά εθνική ομάδα νέων ούτε και ενδιαφέρθηκε κανείς μεγάλος σύλλογος της χώρας για την απόκτησή του…

Για να μην είμαστε παρελθοντολάγνοι ούτε και να καταστροφολογούμε, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η χώρα μας παράγει ταλέντα στον χώρο του μπάσκετ. Η φράση όμως «Η Ελλάδα τρώει τα παιδιά της» κρίνεται για ακόμη μια φορά ακριβής. Στη χώρα όπου μέχρι τα 27 είσαι ταλέντο και στα 28 είσαι παλαίμαχος και όπου η ανάδειξη σου σε μπασκετικό «Μεσσία» ισοδυναμεί με την «σταύρωση» σου στο πρώτο στραβοπάτημα, παίκτες, ομάδες, μάνατζερ και παράγοντες καλούνται να βγάλουν το ελληνικό μπάσκετ από το τέλμα των χαμένων ταλέντων. Οψόμεθα…

 

Παπανικολόπουλος: «Δύσκολος όμιλος, μεγαλύτερο το κίνητρο»

Παπανικολόπουλος: «Δύσκολος όμιλος, μεγαλύτερο το κίνητρο»

Ο Νίκος Παπανικολόπουλος μίλησε για την κλήρωση του Περιστερίου winmasters στο BCL και υπογράμμισε το πόσο δύσκολο θα είναι το έργο της ομάδας του.

Το Περιστέρι βρέθηκε στον πρώτο όμιλο του BCL μαζί με τις Τενερίφη, Στρασμπούργ, Σάσαρι, Ρίγα, Γαλατάσαραϊ, Ρίτας και όποια προκριθεί από την προκριματική φάση ανάμεσα σε Μονς, Άνβιλ, Μπάκεν Μπερς και Χάποελ Τελ Αβίβ.

Ο τεχνικός της ομάδας μίλησε για την κλήρωση της διοργάνωσης και όπως είπε «πρώτα απ’ όλα είμαστε χαρούμενοι που θα συμμετέχουμε για δεύτερη συνεχόμενη σεζόν στον θεσμό του Basketball Champions League, μία διοργάνωση που βλέπουμε ότι δυναμώνει πολύ, χρόνο με τον χρόνο», δήλωσε ο Νίκος Παπανικολόπουλος και συνέχισε:

«Έχουν προστεθεί αρκετές καλές ομάδες και αυτό το στοιχείο ενισχύει πολύ την διοργάνωση. Ξέραμε ευθύς εξ αρχής ότι φέτος η κλήρωση θα γινόταν μεταξύ πολλών δυνατών και ισάξιων ομάδων. Πλήρη εικόνα θα έχουμε όταν ολοκληρωθεί το δικό μας ρόστερ, αλλά και το ρόστερ των αντιπάλων μας. Από μια πρώτη ματιά αντιλαμβάνεται κανείς ότι προφανώς πρόκειται για τον δυσκολότερο όμιλο, ο οποίος δεν έχει αδύναμες ομάδες. Η συμμετοχή στο BCL είναι για εμάς μία σημαντική πρόκληση και η δυσκολία του ομίλου μας γεννά ακόμη μεγαλύτερο κίνητρο για διάκριση».

 

Ο Προμηθέας ανανέωσε τον Αγραβάνη

Ο Προμηθέας ανανέωσε τον Αγραβάνη

Ο διεθνής φόργουορντ παρέμεινε στην πατρινή ομάδα αφού άφησε άπαντες ικανοποιημένους.

Η ανακοίνωση  αναφέρει: «Η ΚΑΕ Προμηθέας Πάτρας ανακοινώνει την επέκταση της συνεργασίας της με τον Δημήτρη Αγραβάνη και για την νέα αγωνιστική χρονιά 2020-21.

Ο Έλληνας διεθνής πρωταγωνίστησε με τη φανέλα του Προμηθέα την προηγούμενη σεζόν 2019-20 βοηθώντας την ομάδας της Πάτρας να φτάσει στον Τελικό του Κυπέλλου Ελλάδας και να διαγράψει επιτυχημένη πορεία σ’ Ελλάδα κι Ευρώπη, πριν την οριστική διακοπή της σεζόν εξαιτίας της πανδημίας της νόσου του κορονοϊού 2019 (COVID-19)

Ο Δημήτρης Αγραβάνης αγωνίστηκε σε 17 παιχνίδια του ελληνικού πρωταθλήματος και ήταν ο 1ος σκόρερ της ομάδας (με 184 πόντους) και 2ος σε ριμπάουντ (85), κοψίματα (7) και αξιολόγηση (180)».