Συν & Πλην: «Nα ακούς το χιόνι να πέφτει» στο Studio Μαυρομιχάλη

Μια σύνοψη των θετικών και αρνητικών σημείων για την παράσταση «N’ ακούς το χιόνι να πέφτει» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καταλειφού που ανεβαίνει στο Studio Μαυρομιχάλη.

Πέθανε το 1988 και ξεκίνησε να γράφει μόλις 12 χρόνια νωρίτερα, αλλά ο Ρέιμοντ Κάρβερ πρόλαβε να αναδειχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους Αμερικανούς διηγηματογράφους του 20ου αιώνα. Στις τέσσερις συλλογές του με γνωστότερη το «Για τί πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για αγάπη» σκύβει πάνω από τους ανθρώπους με καθαρό βλέμμα, μα κυρίως με ειλικρινή συμπόνια και κατανόηση. Παρατηρώντας καθημερινούς ανθρώπους της μεταπολεμικής Αμερικής – όπως ήταν και ο ίδιος άλλωστε – στήνει ιστορίες γύρω από τις ανθρώπινες σχέσεις που φιλτράρονται από την ματαίωση, την προδοσία, την απιστία, τις ενοχές, τον θάνατο, την απώλεια, καταστάσεις που έχει πυροδοτήσει ο έρωτας, η αγάπη και, ενίοτε, το πικρό και βίαιο τέλος τους.

Γεννημένος στην επαρχία του Όρεγκον και μεγαλωμένος στην Ουάσινγκτον, ο Κάρβερ ανατράφηκε σε συνθήκες μεγάλης φτώχειας, βιώνοντας και τον βαρύ αλκοολισμό του πατέρα του. Μεγαλώνοντας, ούτε ο ίδιος δεν κατάφερε να ξεφύγει από τον σκόπελο της σοβαρής εξάρτησης, κάτι που κατέστρεψε ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής του και αποτυπώθηκε, σχεδόν, σε όλες τις μορφές που περνούν μέσα από τα έργα του. Οι ήρωες του πίνουν ακατάπαυστα, αναζητώντας μια πρόχειρη λύτρωση στη σιωπή του αλκοόλ.

Στην σύνθεση με διηγήματα του, που συνυπογράφουν ο Δημήτρης Καταλειφός και η Στέλλα Κρούσκα παρακολουθούμε επτά ιστορίες – μικρά αποσπάσματα από τις ζωές των ηρώων – που, με έναν τρόπο, όλοι αναζητούν την συγχώρεση: Ένας άνδρας ξεπουλάει κάθε αντικείμενο που του θυμίζει τη σύντροφο του, τραβώντας το ενδιαφέρον ενός νεαρού ζευγαριού. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, μετακομίζει διαρκώς σαν κυνηγημένη, αναζητώντας – όπως λέει – την ευτυχία. Ένας άνδρας που απάτησε τη σύζυγο του απολογείται στον γιο του για την πράξη του, στο χώρο αναμονής ενός αεροδρομίου. Μια νεαρή γυναίκα, σε έξαλλη κατάσταση, συγκρούεται με τον άνδρα της για την απιστία του. Ένας καταξιωμένος συγγραφέας επιστρέφει στο σπίτι της συντρόφου που κάποτε πλήγωσε πολύ.

Διαδοχικά, σαν να ξεφυλλίζεις τις σελίδες από τα βιβλία του Κάρβερ, ένας – ένας οι ήρωες του λυγίζουν στις δυσκολίες της ζωής με μοναδικό τους αποκούμπι πως κάποτε αγάπησαν ή αγαπήθηκαν.

Δημήτρης Καταλειφός και Δημήτρης Τσιγκριμάνης ως πατέρας και γιος.

Η παράσταση

Λάτρης της αμερικανικής δραματουργίας, ο Δημήτρης Καταλειφός, καταφεύγει στο ανθρώπινο απόθεμα του Κάρβερ – κάτι που χαρακτήρισε τον τελευταίο και ως «Αμερικανό Τσέχωφ». Αξιοποιώντας, λοιπόν, αυτή την θεατρικότητα των προσώπων, η παράσταση εστιάζει στην ανάδειξη των χαρακτήρων – παρά την, από γραφής, αποσπασματικότητα τους – και των συναισθημάτων που τους καταλαμβάνουν. Εύρυθμη, λιτή, συγκινητική και καλοπαιγμένη κερδίζει το ενδιαφέρον, παρά την ακαδημαϊκότητα που χαρακτηρίζει την συνολική προσέγγιση της.

Δημήτρης Τσιγκριμάνης και Στέλλα Κρούσκα.

Τα Συν (+)
Η πλειονότητα των ερμηνειών

Με μοχλό την υποκριτική βαρύτητα του Δημήτρη Καταλειφού, η παράσταση διαθέτει ένα υψηλό επίπεδο ερμηνειών. Έχοντας όλοι να ανταποκριθούν στην πρόκληση των γρήγορων περασμάτων από ιστορία σε ιστορία και από πρόσωπο σε πρόσωπο, καταφέρνουν σε ικανοποιητικό βαθμό να αποδώσουν ωραία τα, εκάστοτε, σχήματα των ηρώων τους. Η πολυετής άσκηση του Δημήτρη Καταλειφού στο αμερικανικό έργο εξαργυρώνεται και εδώ με χαρακτηριστική άνεση, παρουσιάζοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον κατά την ερμηνεία των ηρώων που φλερτάρουν με την ψυχική κατάρρευση. Η Στέλλα Κρούσκα με σκηνική αυτοπεποίθηση διακρίνεται κυρίως για τον τρόπο που αποτυπώνει την υστερία και την απόγνωση των πληγωμένων γυναικών που υποδύεται. Ο Δημήτρης Τσιγκριμάνης με αξιοσημείωτη εκφραστικότητα και έλεγχο των μέσων του ανταποκρίνεται θαυμάσια σε όλους τους ρόλους που ερμηνεύει. Δυστυχώς, η Βασιλίνα Κατερίνη, εμφανίζεται ως η πιο αδύναμη ηθοποιός του σχήματος, με συχνά επιφανειακό και επιτηδευμένα εκρηκτικό παίξιμο.

Η σκηνοθεσία

Υιοθετώντας ένα ρυθμό που προσομοιάζει στην ανάγνωση ενός βιβλίου, ο Δημήτρης Καταλειφός διατρέχει τις επτά επιλεγμένες ιστορίες του Ρέιμοντ Κάρβερ, φροντίζοντας να φωτίσει στιγμιότυπα ζωής και κυρίως να τους αναδείξει σε στιγμές συναισθηματικής ευαλωτότητας και ανάγκης για επικοινωνία. Η έμφαση στους χαρακτήρες και την ψυχική τους κατάσταση οδηγεί την, σε γενικές γραμμές, εύρυθμη σκηνοθεσία του. Χωρίς ωστόσο να επιφυλάσσει άλλες σοβαρές αρετές, πέρα από αυτήν.

Η μουσική

Ο Δημήτρης Τσάκας – τον οποίο και πολλοί χαρήκαμε φέτος στην αυλή της πειραιώς 260 στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών με το κουϊντέτο του – γεμίζει την παράσταση με ατμοσφαιρικές τζαζ συνθέσεις, αναβιώνοντας νουάρ περιβάλλοντα από τα αμερικανικά τζαζ κλαμπ και τονώνοντας δυναμικά την αφηγηματική δυναμική της παράστασης.

Δημήτρης Καταλειφός και Βασιλίνα Κατερίνη.

Τα Πλην (-)

Η όψη της παράστασης

Η ανάγκη αφήγησης διαδοχικών ιστοριών προϋποθέτει την εναλλαγή πολλών σκηνικών χώρων που, εδώ, η σκηνογράφος Μικαέλα Λιακατά επιλέγει να αναπαραστήσει χρησιμοποιώντας κάποια σκόρπια σκηνικά αντικείμενα: Μερικές καρέκλες, ένα παλιό τραπέζι, ένα σιδερένιο κρεβάτι. Στην τελική εικόνα όμως, αυτό εγγράφεται ως ένα χαοτικό σκηνικό περιβάλλον, με έπιπλα άτακτα ειρημένα τα οποία ‘μπουκώνουν’ την, έτσι κι αλλιώς, μικρή σκηνή του Studio Μαυρομιχάλη. Με την ίδια διάθεση… πολυσυλλεκτικότητας αποδίδονται και τα κοστούμια της παράστασης.

Το άθροισμα (=)

Μια έντιμη θεατρική απόδοση των διηγημάτων του Ρέιμοντ Κάρβερ με κύριο προσόν τις καλές ερμηνείες των πρωταγωνιστών.