Στην Οικία Κυβέλη στη Σύρο με ξεναγό τη δισέγγονη της θρυλικής ηθοποιού

Οικία Κυβέλη (φωτογραφίες Αφροδίτη Ερμίδη)

Η δισέγγονη της θρυλικής Κυβέλης, Βαλεντίνη Ποταμιάνου, ξεναγεί την Αφροδίτη Ερμίδη στην Οικία Κυβέλη όπου ξεδιπλώνεται όχι μόνο η ιστορία του ελληνικού θεάτρου αλλά και η ιστορία του τόπου.

Αυστηρά γυναικεία υπόθεση

Με προγιαγιά την Κυβέλη (Αδριανού), γιαγιά τη Μιράντα (Μυράτ) και μητέρα την Κυβέλη Θεοχάρη-Ζωγραφίδη, η Βαλεντίνη Ποταμιάνου δεν θα μπορούσε παρά να είναι μια γυναίκα ιδιαίτερη και δυναμική. Είναι η γυναίκα πίσω από το Ινστιτούτο και την Οικία Κυβέλη που με το πάθος της έχει μετατρέψει ένα σπίτι του 1870 σε έναν χώρο που αναδεικνύει τη μυθολογία μιας οικογένειας, αποθεώνει το θέατρο ενώ παράλληλα συμπεριλαμβάνει τη νεότερη ελληνική ιστορία. Η ίδια, πρώην ξεναγός και επί 17 χρόνια υπεύθυνη χώρων κοινού στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, ίδρυσε το Ινστιτούτο Κυβέλη το 1999 με σκοπό τη διάσωση και την ανάδειξη τόσο των προσωπικών αντικειμένων της μεγάλης πρωταγωνίστριας Κυβέλης όσο και την αξιοποίηση όλου αυτού του ιστορικού υλικού που διαθέτει και σχετίζεται με το ελληνικό και ευρωπαϊκό θέατρο του 20ού αιώνα. 

Η Βαλεντίνη Ποταμιάνου

Πώς όμως προέκυψε η Σύρος ως τόπος που θα φιλοξενούσε την Οικία Κυβέλη; Καθόλου τυχαία καθώς στο Θέατρο Απόλλων στην Ερμούπολη το 1904 η μόλις 16 χρόνων Κυβέλη εμφανίζεται για πρώτη φορά δίπλα στον σύζυγό της Μήτσο Μυράτ με τον θίασο του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου. «Δούλευα στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών όταν μου είπαν να πάω στη Σύρο να δω εάν μπορεί να παίξει η Καμεράτα στο θέατρο Απόλλων. Έξω από το θέατρο ήταν ο Μάνος Ελευθερίου ο οποίος μου είπε: “Τέσσερις τόμοι θα είναι η ιστορία του θεάτρου που γράφω τώρα (σ.σ.: πρόκειται για το πόνημά του «Το θέατρο στην Ερμούπολη τον εικοστό αιώνα»). Η δικιά σου θα είναι στον δεύτερο”. “Ποια δική μου, βρε Μάνο;” “Του προπάππου σου και της προγιαγιάς σου”. Μου μίλησαν για τη Σύρο κι άλλοι· η Άννα Νταλάρα μου είπε: “Ελα να δεις τι ωραίους ανθρώπους έχει το νησί”. Πραγματικά τότε βρήκα μια ανοιχτή κοινωνία, βρήκα ωραίες παρέες». 

Η ηθοποιός Κυβέλη (1887-1978)

 

Με άξονα τη βιογραφία της Κυβέλης αλλά και των απογόνων της, η Βαλεντίνη έχει δημιουργήσει έναν χώρο μουσειακό, όχι όμως στατικό αλλά ζωντανό, παλλόμενο, διαδραστικό. Το σπίτι που έχει μετατραπεί σε Οικία Κυβέλη εγκιβωτίζει την ιστορία της Ελλάδας από το 1822. Ο Χιώτης Φραντσέσκος Μαυρουδής, γεννημένος το 1803, εγκαταλείπει το νησί του στην καταστροφή του 1822 και πηγαίνει στη Σύρο. Βρίσκει τον βράχο του Βροντάδου στην Ερμούπολη, το σημείο όπου βρίσκεται σήμερα το σπίτι, και ανοίγει πηγάδι –το οποίο ακόμη και σήμερα δεσπόζει στην αυλή– και σαλπάρει. Γίνεται καπετάνιος και επιστρέφει ύστερα από δεκαετίες για να χτίσει το σπιτικό του. «Και πώς το ξέρω; Έχτισε με συμβολαιογραφική πράξη και ξέρουμε και τον αρχιτέκτονα: Γκριμάνι, παλιό ιταλικό όνομα. Ανάμεσά μας μεσολαβούν τρεις πόλεμοι και πολλά συμβόλαια». Τελικά η περίκλειστη με ψηλή μάντρα οικία ολοκληρώθηκε το 1870 και είναι ένα σπάνιο δείγμα αστικής αρχιτεκτονικής που κινείται στον αντίποδα του φασαριόζικου όσο και επιδεικτικού νεοκλασικισμού.

Η Μιράντα Μυράτ (1906-1994)
Η Κυβέλη Θεοχάρη-Ζωγραφίδη (1924-2017)

Το τελευταίο γράμμα του «γέρου της δημοκρατίας» 

Πλέον έχει μετατραπεί σε έναν πανέμορφο χώρο που φιλοξενεί φωτογραφίες, πορτρέτα, κοστούμια, ερωτικά γράμματα, memorabilia, προσωπικά αντικείμενα και έργα τέχνης της οικογένειας. Φωτογραφίες από παραστάσεις και ταξίδια στις πόλεις της ελληνικής διασποράς, αφηγήσεις και επιστολές, θεατρικά προγράμματα σκιαγραφούν τον ταραγμένο 20ό αιώνα. Σημαντικό αρχείο αποτελούν οι περίπου 350 επιστολές μεταξύ της Κυβέλης και του συζύγου της Γεωργίου Παπανδρέου που καλύπτουν τη χρονική περίοδο 1920-47. «Η πρόγιαγιά μου μού έλεγε συχνά πως είχε μετανιώσει που δεν διάβασε το τελευταίο του γράμμα» λέει η οικοδέσποινα (η απάντηση στο «γιατί;» δεν δόθηκε ποτέ). 

Η ξενάγηση που μας κάνει η κ. Ποταμιάνου είναι βιωματική. Μικρά δωμάτια θεματικά – ο χώρος γεμάτος από αντικείμενα που έχουν λόγο ύπαρξης, λόγο μνήμης… ένας πυκνωτής συναισθηματικής φόρτισης. Το σκυριανό γραφείο της Μιράντας Μυράτ με πράγματα από το καμαρίνι του Μήτσου Μυράτ. Ενα σετ επαγγελματικού μακιγιάζ με τον κρυφά ανοιγόμενο καθρέφτη, κρύπτη για μυστικά γράμματα ή χρήματα. «Εδώ διαρκώς θα συναντιόμαστε με έναν μεγάλο διάχυτο ρομαντισμό. Αυτό είναι το πιο ακριβό φόρεμα που έχουμε. Είναι γαλλικό του 1920» μου λέει και μου δείχνει αυτό που φορούσε η γιαγιά της στο «Μπράβο, Κολονέλο», μια revue μες στον ελληνοϊταλικό πόλεμο. Ένα γραμμόφωνο που έφερε ο Μυράτ από τη Σμύρνη.

Η τσάντα που κρατούσε η Κυβέλη στην κηδεία του Παπανδρέου αλλά και η τσάντα που κρατούσε η μητέρα της στον δεύτερο γάμο της. Ένα πορσελάνινο σερβίτσιο δώρο του Βενιζέλου στην Κυβέλη, ένα ιδιαίτερο μπλε βάζο δώρο της Μαρίκας Κοτοπούλη στην «αντίπαλό» της. «Και συμφιλιωμένες ήταν και εκτιμούσε η μία την άλλη. Και οι δύο ήταν πονεμένες γυναίκες. Η κόντρα που υπήρχε μεταξύ τους –κόντρα γερή– ήταν καλλιτεχνική. Γίνονταν κυριολεκτικά κατάσκοποι: τι έργο παίζουνε οι άλλοι; Δεν ήξεραν γιατί αλλάζανε το ονόματα. Λένε ότι παίζουν Τάσο και Κρυστάλλω. Ναι, αλλά ράβουν κόκκινα υφάσματα. “Μουλέν Ρουζ”. Θα το προλάβουμε, θα το ανεβάσουμε πρώτοι».   

Η μητέρα της Βαλ. Ποταμιάνου, Κυβέλη Θεοχάρη-Ζωγραφίδη, ήταν κόρη της πρωταγωνίστριας Μιράντας Μυράτ και του Σπύρου Θεοχάρη. «Μια πανέμορφη γυναίκα με πολύ ταμπεραμέντο και ωραία ζωή» σχολιάζει. «Ο πατέρας μου ήταν Κωνσταντινουπολίτης, γεννημένος στην Πρίγκηπο. Ο παππούς τον έστειλε εσωτερικό σε αμερικανικό κολλέγιο. Η Μιράντα Μυράτ είχε κι εκείνη εσωτερική την κόρη της μιας και το πρωί είχε πρόβες, συν το κόμμα, συν το θέατρο. Στην Κατοχή έκλεισαν τα κολέγια και τα παιδιά της μπουρζουαζίας πήγαν στο Πρότυπον Λύκειον Αθηνών, τη μετέπειτα Σχολή Μωραΐτη. Εκεί συνάντησε ο πατέρας μου τη μητέρα μου Κυβέλη. Κλεφτήκανε προτού τελειώσουν το σχολείο και επειδή δεν τους πάντρευε καμία εκκλησία, παντρεύτηκαν στο Α΄ Νεκροταφείο. Εγώ γεννήθηκα εκεί που σήμερα στεγάζεται η Σχολή Σταυράκου». Δεύτερος σύζυγός της ήταν ο αξιωματικός του Λιμενικού Σώματος Τίτος Ζωγραφίδης. «Η μητέρα μου Κυβέλη φεύγει με τον θίασο Λογοθετίδη με υπερωκεάνιο για τουρνέ στην Αμερική. Εκεί μπαίνει ο υπολιμενάρχης Πειραιώς Τίτος Ζωγραφίδης, γνωρίζει τη μητέρα μου, την ερωτεύεται παράφορα, την περιμένει να γυρίσει – τι ανθοδέσμες στο καμαρίνι… και παντρεύονται. Ώσπου έρχεται η χούντα, πέφτει σε δυσμένεια και τον στέλνουν στις φυλακές Κορυδαλλού. Έλεγα στον γιο μου “θα πάμε να δούμε τον Τίτο στη φυλακή. Είναι διευθυντής εκεί”. Και μου απαντούσε: “Γιατί δεν έχει τα κλειδιά και τον κλειδώνουν οι άλλοι;”». Μου δείχνει τις χαρτοπετσέτες με τις οποίες αντάλλασσαν μηνύματα: «Κυβέλη, να μου στέλνεις κάθε μέρα πέντε φέτες ψωμί».

Η βασίλισσα Σίσι και η Μιράντα του βουνού

Βγαίνουμε στην ονειρική ταράτσα του σπιτιού όπου με φόντο τη θάλασσα διοργανώνονται συχνά καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Από εκεί κατεβαίνουμε στον εκθεσιακό χώρο που είναι σχεδιασμένος ώστε να υποδέχεται εκθέσεις και πολιτιστικές εκδηλώσεις. Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα σκοτεινό καθρέφτη που καλύπτει ολόκληρο τον τοίχο. Και ξαφνικά… μαγεία: το τζάμι φωτίζεται και αποκαλύπτονται μικρές βιτρίνες/σκηνικά που εξιστορούν τις διαδρομές της Κυβέλης που διασταυρώθηκαν με πρόσωπα και γεγονότα της ανθρώπινης ιστορίας. Το βλέμμα επικεντρώνεται σε ένα καλαπόδι. Ένα αντικείμενο που διαιωνίζει τη μνήμη του τσαγκάρη Αναστάσιου Αδριανού. «Την άφησαν μωρό στην αυλή του. Η γυναίκα του ήταν ασπρορουχού, έπλενε και σιδέρωνε ρούχα. Στο σπίτι όπου πήγαινε για δουλειά έπαιρνε το παιδί μαζί της. Εκεί της είπαν να το βάλει στη βρεφοδόχο της οδού Πειραιώς και πως θα τη βοηθούσαν να υιοθετήσει το μωρό, όπως κι έγινε». 

Σε άλλη προθήκη ξεχωρίζει η φωτογραφία του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου στου οποίου το θέατρο έπαιξε για πρώτη φορά το 1901. «Σε μια διατριβή που έγινε πρόσφατα είπαν ότι η ορφανή του έργου του “Κερένια κούκλα”, η Λιόλια, είναι η Κυβέλη. Την είχε στην καρδιά του, ήταν αφοσιωμένοι ο ένας στον άλλο. Εκείνη είπε στον πατέρα της: “Εγώ δεν θα παντρευτώ, ανήκω στον Χρηστομάνο” και φιλούσε κρυφά το παλτό του. Ο Χρηστομάνος ήταν ανεπιθύμητος στη Βιέννη γιατί δημοσίευσε τα ημερολόγια της βασίλισσας Ελισάβετ (σ.σ.: η περιώνυμη Σίσι) η οποία ήταν δενδρολάτρισσα. Είχε σύντροφο και εξομολόγο ένα δέντρο». 

H Κυβέλη ήταν μια γυναίκα τολμηρή, έξω από τα αποδεκτά όρια της εποχής της. Εγκατέλειψε τον Μήτσο Μυράτ, με τον οποίο είχαν παντρευτεί το 1905, και έφυγε με τον ιμπρεσάριο Κώστα Θεοδωρίδη στο Παρίσι. «Άφησε τον προπάππου μου για να δει το γαλλικό θέατρο, για να πάρει μόρφωση. Εκείνος παντρεύτηκε την αδερφή της Μαρίκας Κοτοπούλη, τη Χρυσούλα». Η «βενιζελική» Κυβέλη θα υποστεί διώξεις στα Νοεμβριανά του 1917 και θα συλληφθεί. 

«Η πρόγιαγιά μου, η Κυβέλη, ήταν σχεδόν στην ηλικία μου και είχε τρισέγγονο δέκα χρόνων. Της λέω: “Γιατί δεν θέλετε να βγάλουμε μια φωτογραφία οι πέντε γενιές;”. Μου απαντά με μια απαξίωση: “Παιδί μου, δεν είμαι η Φρειδερίκη”. Αυτές οι γυναίκες, η προγιαγιά μου και η γιαγιά μου, δεν ξεχωρίζανε το θέατρο από τη ζωή τους. Οι ατάκες της γιαγιάς μου Μιράντας –που ήξερε πολύ καλά τον Μολιέρο– ήταν δανεισμένες από θεατρικά έργα. Όλα αυτά όμως χωρίς να εμφανίζουν ούτε ίχνος νοσταλγίας. Η νοσταλγία δεν υπήρχε στην οικογένεια, όλα ήταν παρόν. Μόνο που κάθε τόσο κατέφευγαν στις μεγάλες ατάκες. Ας πούμε, το φαγητό που αγαπούσε η Κυβέλη όταν καλούσε σε τραπέζι ήταν η κότα μιλανέζα. Στη διάρκεια του γεύματος μπορούσε να πει: “Εγώ έπαιξα καλύτερα το ‘Μάνα κουράγιο’ από τη Λότε Λένια”. Μας έπεφταν οι μασέλες, αλλά εκείνη το στήριζε “διότι για να τη φλερτάρει ο μάγειρας μέσα σε αυτή την καταστροφή και το θανατικό θα είχε λίγο ζουμάκι αυτή η γυναίκα”. Όλα αυτά λέγονταν μπροστά στην κότα. Άλλη φορά της έλεγα: “Να έρθω να σας δω;”. “Τι να δεις, παιδί μου, γνωριζόμαστε, τι να δεις; Τις ρυτίδες μου; Πάμε έναν κινηματογράφο να δούμε κάτι καινούργιο”». 

Μου δείχνει τη φωτογραφία της γιαγιάς της Μιράντας, ντυμένης με τη στολή του ΕΛΑΣ, πάνω στην καρότσα φορτηγού στα Τρίκαλα, να απαγγέλλει στίχους του Γιάννη Ρίτσου. «Ήταν πάντοτε μια επαναστατική συνείδηση. Υπηρετούσε το όνειρο. Και γι’ αυτό πήγε κόντρα στη μητέρα της –που ήταν παντρεμένη με τον Γιώργο Παπανδρέου– και συμμετείχε στο θέατρο του βουνού. Έκανε και έναν μυστικό γάμο στο βουνό με τον Λευτέρη Αποστόλου αλλά η Αριστερά δεν τα λέει. Τι φοβούνται, τι ντρέπονται;». 

Η Βαλεντίνη αποχαιρετά τους επισκέπτες της ζητώντας τους να χτυπήσουν δυνατά τα πόδια τους στο ξύλινο πάτωμα. «Για να νιώσουμε το παρόν μας». Γιατί η Ιστορία αν δεν γειώνεται στο παρόν, μένει κενό γράμμα. 

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Documento στις 25/7/2021