ΣΙΝΕΜΑ: Το πλουμιστό και γάργαρο «Dodo» και μερικές αξίες ως… είδος προς εξαφάνιση

Οι κινηματογραφικές προτάσεις της εβδομάδας με εγχώριες, αλλά και παραγωγές από το εξωτερικό.


Dodo (Ελλάδα, Γαλλία, Βέλγιο, Ιταλία, 2022, 132’)
★★★★☆

● σκηνοθεσία: Πάνος Χ. Κούτρας
● ηθοποιοί: Σμαράγδα Καρύδη, Ακης Σακελλαρίου, Νατάσα Εξηνταβελώνη, Νίκος Γκέλια, Αγγελος Παπαδημητρίου, Μαριέλλα Σαββίδου, Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου, Πολύδωρος Βογιατζής, Τζεφ Μοντάνα, Κρις Ραντάνοφ, Αννα Τζορτζίκια, Αχμάντ Κοντάρ, Τζώρτζης Παπαδόπουλος

Αν οι ταινίες του Πάνου Χ. Κούτρα είναι πάντα μικροί θησαυροί (από την υπό απειλή Αθήνα της «Επίθεσης του γιγαντιαίου μουσακά», στην υπό απειλή μεγαλοαστική τάξη της «Αληθινής ζωής», στο νέο είδος οικογένειας της «Στρέλλας», στο νέο είδος Ελλάδας του «Xenia») αισθητικής και ελεύθερου πνεύματος, το «Dodo» (με πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Κανών) μοιάζει να είναι η συμπύκνωση αυτής όλης της φιλμογραφίας σε μια τραγικωμωδία δωματίου γεμάτη αγάπη για ό,τι κινδυνεύει να χαθεί – άλλο για τον καθένα.

Αυτή, την πέμπτη ταινία του ο Κούτρας την κλείνει σ’ ένα πολυτελές σπίτι μιας κατά καιρούς πλούσιας οικογένειας. Εδώ ζει η Μαριέλλα με τον άντρα της, τον Παύλο Καρακώστα, ένα ζευγάρι στο χείλος της οικονομικής καταστροφής. Σε δυο μέρες παντρεύουν την κόρη τους, τη Σοφία, μ’ έναν πολύφερνο γαμπρό που θα λύσει τα προβλήματά τους: όχι όμως κι εκείνα που προκύπτουν όταν από το πουθενά ανακαλύπτουν στον κήπο τους ένα καταδιωκόμενο ντόντο με ιδιαίτερη αγάπη για τα ποπ κορν. Ενα πουλί που έχει εξαφανιστεί εδώ και 300 χρόνια και που έρχεται για να θυμίσει, ίσως, ότι οι τελευταίες ρανίδες ανθρώπινης τρυφερότητας πρέπει-μπορεί να διασωθούν. Εστω κι αν χρειαστεί να περάσουν από το λαγούμι της αποκάλυψης και της αυτογνωσίας, σαν την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων.

Με glossy, αυτή τη φορά, φωτογραφία από την Ολυμπία Μυτιληναίου, κάθε γωνιά, κάθε κρυψώνα του σπιτιού γεμίζει σκοτάδι, ανθρώπινη σύγκρουση, δολοπλοκίες και μυστικά. Κανένας ήρωας δεν είναι μονοδιάστατος, όλοι είναι έτοιμοι κάτι να θυσιάσουν και κάτι να κερδίσουν. Δεκατέσσερις άνθρωποι με εναλλακτικούς «βαθμούς συγγένειας» προσθέτουν ο καθένας το δικό του συστατικό στη «μαρμίτα» της, επιτέλους, ανομοιογενούς σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, στήνοντας μόνοι τους ένα μυστήριο που δεν θα λυθεί αν δεν αλλάξουν πρώτα κάτι στον εαυτό τους.

Αντλώντας από το σινεμά του Σαμπρόλ, από την τηλεόραση της «Δυναστείας», από την έμφυτη, μάλλον, πεποίθησή του ότι η ομορφιά των ανθρώπων βρίσκεται στα τρωτά στοιχεία τους, ο Κούτρας πασπαλίζει με «τηλεοπτικά» χαχανητά ή μελοδραματικά βλέμματα ένα καστ εξίσου πολυσχιδές (εδώ ο Ακης Σακελλαρίου σε κέφια, ο Νίκος Γκέλια με τη στόφα του ζεν πρεμιέ, ο Αγγελος Παπαδημητρίου με το grandeur άλλων εποχών, η Νατάσσα Εξηνταβελόνη με τη ζωντάνια και τη φινέτσα μιας ντεμπιτάντ με ένοχα μυστικά) και κοιτάζει αχόρταγα την πρωταγωνίστριά του, τη Σμαράγδα Καρύδη, σ’ έναν ρόλο μαζί σκληρό και ευάλωτο που θα μείνει κορωνίδα στην ώς τώρα καριέρα της. Σε μια εποχή ζοφερή, το «Dodo», πλουμιστό και γάργαρο, έρχεται να θυμίσει ότι η αδυναμία είναι ισχυρό χαρτί, ότι «είμαστε φτιαγμένοι από το υλικό των ονείρων», ότι πίσω από κάθε ελάττωμα κρύβεται μια αποδοχή, ότι όλα μπορούν να προστατευθούν, αρκεί κάποιος να συνειδητοποιήσει ότι είναι πολύτιμα.


Τα ίχνη της βίας (Zeby nie bylo sladów, Πολωνία, Τσεχία, Γαλλία, 2021, 160’)
★★★☆☆

● σκηνοθεσία: Γιαν Ματουζίνσκι
 ηθοποιοί: Τόμας Ζιέτεκ, Σάντρα Κορζένιακ, Γιάσεκ Μπράσιακ

Στην κομμουνιστική Πολωνία του 1983, το σύστημα τραντάζεται συθέμελα: ένα παιδί, ένας μαθητής Λυκείου, ο Γκζέγκος Πσέμικ, ξυλοκοπείται μέχρι θανάτου μέσα σ’ ένα Αστυνομικό Τμήμα. Ο Γιούρεκ είναι ο μοναδικός μάρτυρας και οι Αρχές, από τους αστυνομικούς ώς τα υψηλότερα πολιτικά κλιμάκια, θα κάνουν ό,τι μπορούν για να του κλείσουν το στόμα, κατά προτίμηση για πάντα.

Μια πραγματική ιστορία αστυνομικής βίας και κυβερνητικής διαφθοράς μεταφέρει στην οθόνη ο Γιαν Ματουζίνσκι, με πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Βενετίας. Οσο «δημιουργική» απόδοση τις ιστορίας έκανε ο Ματουζίνσκι στην προηγούμενη ταινία του, το «Η τελευταία οικογένεια» του 2017, τόσο τώρα μένει πιστός σκηνοθετικά στη ρεαλιστική ατμόσφαιρα, παίζοντας μεταξύ βαριάς δραματικότητας, ενέσεων σοκ και ντοκιμαντέρ. Η πρόθεσή του για αναλογία της περίπτωσης του Πσέμικ με περιστατικά ανεξέλεγκτης αστυνομικής βίας στις δικές μας μέρες –και χώρες– έχει ακρίβεια και δύναμη. Η επιμονή του, από την άλλη, να συμπεριλάβει την παραμικρή λεπτομέρεια των γεγονότων και των προσώπων, όχι απλώς επιμηκύνει τη διάρκεια αλλά καταλήγει και σε μια μάλλον εξαντλητική αφήγηση, την οποία η αληθινή ιστορία καθόλου δεν έχει ανάγκη.


Λεονόρα αντίο (Leonora Addio, Ιταλία, 2022, 90’)
★★½☆☆

● σκηνοθεσία: Πάολο Ταβιάνι
● ηθοποιοί: Φαμπρίτσιο Φερακάνε, Ματέο Πιτιρούτι, Ντάνια Μαρίνο, Ντόρα Μπέκερ

Ο Λουίτζι Πιραντέλο, εκείνος που με την πένα του γινόταν ελεγκτής της μοίρας, δεν μπόρεσε μέχρι τέλους, όπως ήθελε, να καθορίσει τη δική του: ζήτησε όταν πεθάνει οι στάχτες του να σκορπιστούν ή να κρυφτούν πίσω από μια πέτρα στο χωριό του, χωρίς κηδεία. Αντ’ αυτού, η τέφρα του Πιραντέλο κηδεύτηκε τρεις φορές και πρωταγωνίστησε σε μια άνευ προηγουμένου περιπέτεια.

Την ιστορία αυτού του ταξιδιού καταγράφει στο πρώτο, ασπρόμαυρο μέρος της ταινίας του ο Πάολο Ταβιάνι, ενώ στο δεύτερο διασκευάζει το «Καρφί» του Πιραντέλο. Το σύνολο είναι ανάλαφρο, τρυφερό, γεμάτο αταίριαστα μεταξύ τους κομμάτια (όπως κλιπ από χαρακτηριστικές νεορεαλιστικές ταινίες), ελαφρώς ασύνδετα, πάντως ποτισμένα με το ξηρό χιούμορ των αγαπημένων Ιταλών αδελφών δημιουργών. Ομως η γοητεία της ταινίας βρίσκεται αλλού: ο Πάολο είναι πια μόνος μετά τον θάνατο του Βιτόριο το 2018. Ο Πιραντέλο ήταν η πηγή έμπνευσης του αριστουργήματος των αδελφών σκηνοθετών, «Χάος». Αρα το φιλμ του Πάολο είναι ένα ξεκάθαρο αντίο στον αδελφό και συνοδοιπόρο του, μαζί ένας στοχασμός για πώς και πού ζει το έργο τέχνης όταν ο δημιουργός του παύει να ζει, μαζί μια τρυφερή αναπόληση και μια ματιά γλυκιάς μελαγχολίας στον ίδιο τον θάνατο και στον χρόνο. Ενας επίλογος σε μια σπουδαία καλλιτεχνική πορεία, που θα μπορούσε να είναι πολύ πιο αξιόλογος ως ταινία, αλλά έτσι κι αλλιώς σε γεμίζει αγάπη.


ΣαμΣαμ (SamSam, 2019, Βέλγιο, Γαλλία, 77’)
★★☆☆☆

● σκηνοθεσία: Τανγκί ντε Κερμέλ

Ο μικρός ΣαμΣαμ ζει μια… υπερηρωική ζωή στον μικρό πλανήτη του, όπου όλοι έχουν υπερδυνάμεις. Εκτός από τον ίδιο. Η νέα μαθήτρια στο υπερηρωικό σχολείο, η Μέγκα, έχει το δικό της σκοτεινό μυστικό –έναν μπαμπά από διπλανό πλανήτη που θέλει να καταργήσει το παιδικό γέλιο– αλλά θα βοηθήσει τον ΣαμΣαμ να βρει ποια είναι η υπερδύναμή του, που μπορεί να μην είναι τίποτε πιο υπερηρωικό από τη φιλία και την αγάπη. Μεταφορά των σκίτσων του Σερζ Μπλοκ, ένα χαριτωμένο αλλά διεκπεραιωτικό animation – κολάζ στοιχείων δανεισμένων από άλλες, εμβληματικότερες ταινίες κινουμένων σχεδίων, που προβάλλεται μεταγλωττισμένο στα ελληνικά για κοινό πολύ μικρών ηλικιών.


Οσα φέρνει η ζωή (To Leslie, ΗΠΑ, 2022, 119’)
★★★½☆

● σκηνοθεσία: Μάικλ Μόρις
● ηθοποιοί: Αντρεα Ράιζμπορο, Αλισον Τζάνεϊ, Μαρκ Μάρον

Η ζωή της Λέσλι περνά σαν αστραπή μπροστά στα μάτια μας: η μικρή πόλη στο Τέξας, η λαμπερή νέα κοπέλα, η νίκη στο Λόττο (190.000 δολάρια, τι μεγαλείο!), το σκόρπισμα ολόκληρης της περιουσίας σε μποτίλιες αλκοόλ, η εξαθλίωση, η μελαγχολία μιας single mother που δεν κράτησε τίποτα απ’ όποια ευτυχία τής έφερε η ζωή, μόνο τα ήπιε και τα πέταξε όλα. Εκεί, σ’ αυτό το σημείο συναντά η ταινία τη Λέσλι και παρακολουθεί την καθημερινότητα και τις αλλεπάλληλες μεταπτώσεις της. Βασισμένη σε πραγματική ιστορία, η ταινία του Μάικλ Μόρις (με την υπογραφή του σε τηλεοπτικούς θρύλους σαν τα «Better Call Saul» και «13 Reasons Why») θα μπορούσε να είναι ένα στερεοτυπικό δράμα της μικρής αμερικανικής πόλης και της ξεφτισμένης ζωής του αλκοολισμού. Είναι, όμως, κάτι πολύ πιο σαρωτικό και πρωτότυπο, χάρη στην εκπληκτική, συγκρατημένη, σπαρακτική και μαζί εξοργιστική ερμηνεία της Αντρεα Ράιζμπορο που (ελπίζουμε) θα την οδηγήσει στα ερχόμενα Οσκαρ.


Απέραντη αγάπη (L’immensità, Ιταλία, 2022, 97’)
★★★☆☆

● σκηνοθεσία: Εμανουέλε Κριαλέζε
● ηθοποιοί: Πενέλοπε Κρουζ, Βιντσέντζο Αμάτο, Λουάνα Τζουλιάνι

Στη Ρώμη του ’70, σε μια μεγαλοαστική οικογένεια με τους γονείς να έχουν απομακρυνθεί αλλά τη μαμά γεμάτη «απέραντη αγάπη» για τα παιδιά της, μεγαλώνει η Αντριάνα. Η συνθήκη θα μπορούσε να είναι ονειρεμένη, μόνο που η Αντριάνα θα ήθελε να είναι αγόρι, θέλει να τη φωνάζουν Αντρέα, φοράει μόνο αγορίστικα ρούχα και προσπαθεί, δεκαετίες πριν μάθουμε τι σημαίνει «δυσφορία φύλου», να εντοπίσει πού ακριβώς θα βρει ταυτότητα.

Ο σκηνοθέτης μεγάλων φεστιβαλικών και εμπορικών ιταλικών ταινιών («Respiro», «Terraferma») καταθέτει (με πρεμιέρα στο Διαγωνιστικό της Βενετίας) μια ταινία νοσταλγική, εξαιρετικά τρυφερή, χωρίς ποτέ να περνά το κατώφλι της υπερβολής, που ξετυλίγεται σε λαμπερά retro δωμάτια και μαγικούς δρόμους κι «ακούει» από Πάτι Πράβο μέχρι Τσελεντάνο. Οι ερμηνείες, τόσο της Πενέλοπε Κρουζ όσο και της μικρής Λουάνα Τζουλιάνι, είναι τόσο πλούσιες, ζεστές και πολύχρωμες όσο το βγαλμένο από τις αναμνήσεις σετ. Κι η ταινία θα ήταν «απλώς» μια ευαίσθητη ιστορία ενηλικίωσης, αν δεν είχε την πρόσθετη διάσταση εξομολόγησης, ως αυτοβιογραφική του σκηνοθέτη, που τη χρησιμοποιεί ως όχημα για να μοιραστεί με τον κόσμο ότι γεννήθηκε κορίτσι.


Black Panther: Wakanda Forever (ΗΠΑ, 2022, 161’)

● σκηνοθεσία: Ράιαν Κούγκλερ
 ηθοποιοί: Λετίσια Ράιτ, Λουπίτα Νιονγκ’ ο, Ντανάι Γκουρίρα, Γουίνστον Ντιουκ, Αντζελα Μπάσετ

Ο βασιλιάς Τ’Τσάλα είναι νεκρός – το ίδιο κι ο πρόωρα χαμένος πρωταγωνιστής του πρώτου «Black Panther», Τσάντγουικ Μπόουζμαν, τον οποίο σκόπιμα και εμφανώς η ταινία τιμά. Μέσα στο πένθος τους, μέσα στην αγωνία τους για την επόμενη μέρα στη Γουακάντα, η βασίλισσα Ραμόντα, η Σούρι, ο Μ’Μπάκου, η Οκόγιε και η Ντόρα Μιλάγιε πρέπει και να αγωνιστούν για να προστατεύσουν το έθνος τους από τις παγκόσμιες δυνάμεις. Μετά από θα έλεγε κανείς… λαϊκή απαίτηση, το σίκουελ του Ράιαν Κούγκλερ, γενναιόδωρο στη διάρκειά του και στο συγκινησιακό φορτίο του, συνεχίζει το αμερικανικό κινηματογραφικό φαινόμενο, δίνοντας αύρα κοινωνικού στοχασμού σε μια πανάκριβη, πληθωρική υπερηρωική περιπέτεια.

Λήδα Γαλανού