Οι γυναίκες στη Ροζάβα αυτοκτονούν αθόρυβα – Τζαμάλ Κασόγκι: Περίεργα περιστατικά την ημέρα που δολοφονήθηκε

Οι γυναίκες στη Ροζάβα αυτοκτονούν αθόρυβα

Ο εθελοντικός θάνατος ως τελευταία απόπειρα αντίστασης απέναντι στην κατάσταση στην οποία εξαναγκάζονται.

Οι απαγορεύσεις κυκλοφορίας στην κρίση του Coronavirus ενθάρρυναν τη βία κατά των γυναικών παγκοσμίως – ακόμη και στις αυτόνομες περιοχές της βόρειας και ανατολικής Συρίας. Αυτό είναι το συμπέρασμα μιας κοινής ερευνητικής έκθεσης του Συμβουλίου Δικαιοσύνης των Γυναικών και των αυτόνομων γυναικείων δομών των δυνάμεων εσωτερικής ασφάλειας, η οποία παρουσιάστηκε την Κυριακή στο Qamishlo.

Κατά τη διάρκεια των αρχικών περιορισμών μεταξύ 23 Μαρτίου και 15 Ιουνίου, δεκατέσσερις γυναίκες στη Βόρεια και Ανατολική Συρία έγιναν θύματα γυναικοκτονίας. Άλλες 126 γυναίκες επηρεάστηκαν από πατριαρχική βία. Υπήρξε επίσης μια μαζική αύξηση των τάσεων αυτοκτονίας μεταξύ των γυναικών κατά την ίδια περίοδο. Μέσα σε δυόμισι μήνες, δεκαέξι γυναίκες σε ολόκληρη την αυτόνομη περιοχή έβαλαν τέλος στη ζωή τους, και σε δεκατέσσερις περιπτώσεις καταγράφηκε απόπειρα αυτοκτονίας.

Οι γυναικείες οργανώσεις αποδίδουν τα ανησυχητικά στοιχεία αφενός στην κοινωνική απομόνωση, η οποία είναι ένας σημαντικός παράγοντας άγχους και μπορεί να επιδεινώσει τις ψυχικές διαταραχές. Από την άλλη πλευρά, τα μέτρα καραντίνας αποτέλεσαν το ιδανικό έδαφος για την ενδοοικογενειακή βία. Δεδομένου ότι η αυτοκτονία συμβαίνει συχνά όταν συσσωρεύονται παράγοντες κινδύνου και οι γυναίκες που έχουν κακοποιηθεί ή τραυματιστεί από τον πόλεμο είναι επίσης ιδιαίτερα επιρρεπείς σε αυτοκτονία, ο εθελοντικός θάνατος θα μπορούσε να ήταν η τελευταία λύση και η τελευταία απόπειρα αντίστασης από αυτές τις γυναίκες να μην αποδεχτούν την κατάσταση στην οποία αναγκάζονται.

Συγκριτικά και σύμφωνα με έκθεση της Επιτροπής Γυναικών της περιοχής του Ευφράτη, τρεις γυναίκες αυτοκτόνησαν στο Kobanê το 2019. Το προηγούμενο έτος, 14 γυναίκες τελείωσαν τη ζωή τους. Το Συμβούλιο Δικαιοσύνης Γυναικών επικρίνει την έλλειψη μέτρων για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών στη Βόρεια και Ανατολική Συρία. Καλεί λοιπόν όλα τα γυναικεία ιδρύματα και οργανισμούς, καθώς και τις αρχές και τους πολιτικούς ηγέτες να αναπτύξουν μια ολοκληρωμένη και κοινή στρατηγική για την πρόληψη των αυτοκτονιών.

Η καταπολέμηση της βίας είναι περίπλοκη, και επομένως απαιτείται διατομεακή συνεργασία.

 

Μέλη του προσωπικού που εργάζονταν στο προξενείο της Σαουδικής Αραβίας, στην Κωνσταντινούπολη είχαν λάβει εντολή να μην πλησιάσουν στη διπλωματική κατοικία, την ημέρα που ο δημοσιογράφος Τζαμάλ Κασόγκι εξαφανίστηκε το 2018.

Σύμφωνα με το CNNi, στις 2 Οκτωβρίου 2018, μια καθαρίστρια, δύο οδηγοί και ένας τεχνικός ενημερώθηκαν από το προξενείο να μην προσέλθουν για εργασία στο κτήριο, όπου στεγάζεται η προξενική αρχή, όπως οι ίδιοι κατέθεσαν ενώπιον τουρκικού δικαστηρίου που διερευνά τη δολοφονία Κασόγκι.

Ο εργατοτεχνίτης του προξενείου, Ζεκί Ντεμίρ, κατέθεσε ότι αρχικά του είπαν ότι θα γίνονταν εργασίες ανακαίνισης στην οικία του Γενικού Προξένου Μοχάμεντ αλ-Οταϊμπί αλλά στη συνέχεια του ζητήθηκε να πάει εκεί στις 2:00 μ.μ.

«Υπήρχαν 5 ή 6 άτομα εκεί. Δεν με άφησαν να μπω από καμία από τις τρεις εισόδους. Μου ζήτησαν να ανάψω το ταντούρι (σ.σ. φούρνος). Υπήρχε μια ατμόσφαιρα πανικού», είπε στο δικαστήριο ο μάρτυρας.

«Άναψα το ταντούρι και άρχισαν να μιλούν μεταξύ τους. Αστειεύτηκα, λέγοντάς τους πως αν πέσετε μέσα στο ταντούρι, τότε θα γίνετε κεμπάπ. Μετά έφυγα», πρόσθεσε.

Ο οδηγός του Γενικού Προξένου, ο Χακάν Γκιουβέν, είπε στο δικαστήριο ότι μετέφερε τον αλ-Οταϊμπί και την οικογένειά του στο αεροδρόμιο, στις 8 Οκτωβρίου 2018. Ο μάρτυρας κατέθεσε πως ο Σαουδάραβας πρόξενος του είχε πει πως θα επέστρεφε στην Κωνσταντινούπολη.

Οι καταθέσεις αυτές συμπεριελήφθησαν στο κατηγορητήριο, το οποίο περιγράφει λεπτομερώς τα γεγονότα όπως εξελίχθηκαν μέχρι το απόγευμα της 2ας Οκτωβρίου 2018, όταν ο Κασόγκι εισήλθει στο σαουδαραβικό προξενείο σε μια πολύβουη εμπορική γειτονιά της Κωνσταντινούπολης, με σκοπό να λάβει μια σειρά από έγγραφα που θα του επέτρεπαν να παντρευτεί την αρραβωνιαστικιά του, Χατιτσέ Τσενγκίζ. Ο δημοσιογράφος δεν βγήκε ποτέ ξανά από το κτήριο.

Την ίδια στιγμή, οι δικηγόροι των 20 κατηγορουμένων, στους οποίους ο Δικηγορικός Σύλλογος ανέθεσε την υπεράσπισή τους με σκοπό τη διεξαγωγή μιας δίκαιης δίκης, κατέθεσαν ότι αδυνατούν να δουν τους πελάτες τους.

Οι ύποπτοι που κατονομάζονται στο κατηγορητήριο συμπεριλαμβάνουν τον Αχμέντ αλ – Ασίρι, πρώην αναπληρωτή επικεφαλής της Υπηρεσίας Αντικατασκοπείας της Σαουδικής Αραβίας και τον Σαούντ αλ – Καχτάνι, πρώην σύμβουλο του πρίγκηπα διαδόχου του Σαουδαραβικού Στέμματος. Και οι δύο κατηγορούνται για «παρακίνηση σε διάπραξη μιας εκ προμελέτης βασανιστικής δολοφονίας με τερατώδη πρόθεση». Οι υπόλοιποι 18 κατηγορούμενοι βαρύνονται με το αδίκημα της «διάπραξη μιας εκ προμελέτης βασανιστικής δολοφονίας με τερατώδη πρόθεση».

Στη δίκη που ξεκίνησε την Παρασκευή, ήταν παρόντες εκπρόσωποι του Ινστιτούτου Διεθνούς Τύπου, της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων και των Ρεπόρτερ Χωρίς Σύνορα, καθώς και η αρραβωνιαστικιά του Κασόγκι, Χατιτσέ Τσενγκίζ.

Η Τσενγκίζ, η οποία πιστεύει ότι η υπόθεση θα αποκαλύψει νέα στοιχεία σχετικά με το που βρίσκονται τα απομεινάρια του Κασόγκι, δήλωσε στους δημοσιογράφους έξω από το δικαστήριο πως η όλη διαδικασία «ήταν εξαντλητική τόσο πνευματικά όσο και ψυχολογικά» για εκείνη.

«Είναι μια ηθική ευθύνη που έχει πέσει επάνω στους ώμους μας, να καταπιαστούμε με αυτή τη δολοφονία», δήλωσε η ίδια και πρόσθεσε ότι θα συνεχίσει να αναζητά δικαιοσύνη για το θάνατο του Κασόγκι τόσο στην Τουρκία όσο και οπουδήποτε αλλού στον κόσμο.