Οι αλυσίδες… της απληστίας – Αύξηση σοκ στην αγορά ηλεκτρικού ρεύματος – Αύξηση-σοκ στην αγορά ηλεκτρικού ρεύματος – Μεσοπρόθεσμο: Πρωτογενή πλεονάσματα από το 2023

Οι αλυσίδες... της απληστίας

Ενώ οι πωλήσεις και τα κέρδη τους απογειώθηκαν στην πανδημία, αυξάνοντας κατά 123% τα μερίσματα που έδωσαν στους μετόχους τους, στους εργάτες και αγρότες που κράτησαν ανοιχτές τις εφοδιαστικές αλυσίδες δεν έδωσαν δεκάρα τσακιστή.

Η πανδημία του κορονοϊού κόστισε στους εργαζόμενους παγκοσμίως χαμένα εισοδήματα 3,7 τρισ. δολαρίων. Από την άλλη πλευρά, αρκετές επιχειρήσεις κατάφεραν όχι μόνο να μη γονατίσουν αλλά και να αβγατίσουν τα κέρδη τους, τα οποία απόλαυσαν λίγοι.

Το πιο τρανό παράδειγμα είναι οι μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ της Ευρώπης, τις οποίες έβαλε στο μικροσκόπιό της μια νέα μελέτη που έδωσε χθες στη δημοσιότητα η γνωστή ΜΚΟ Οxfam. Η μελέτη της Oxfam αποκαλύπτει μεταξύ άλλων ότι:

■ Οι εισηγμένες αλυσίδες σούπερ μάρκετ της Ευρώπης κατέγραψαν μεταξύ β’ και δ’ τριμήνου 2020 αύξηση 11,1% στις πωλήσεις τροφίμων και άλλων αγαθών πλην καυσίμων, έναντι αύξησης μόλις 1,6% την ίδια περίοδο το 2019.

■ Μη εισηγμένες εταιρείες σούπερ μάρκετ, όπως οι Aldi North, Aldi South και Lidl αύξησαν αντίστοιχα τις πωλήσεις τους κατά 8,5% πέρυσι, ενώ κάποιες άλλες αλυσίδες λιανικού εμπορίου, όπως η Jumbo, κατά 11%.

■ Μεταξύ Μαρτίου και Δεκεμβρίου 2020 η xρηματιστηριακή αξία των μεγαλύτερων αλυσίδων σούπερ μάρκετ αυξήθηκε κατά 101 δισ. δολάρια έναντι αύξησης κατά 75 δισ. δολάρια το 2019.

■ Ιδιοκτήτες μη εισηγμένων αλυσίδων σούπερ μάρκετ, όπως οι Αλμπρεχτς των Aldi North και Αldi South και ο Ντίτερ Σβαρζτζ του ομίλου Schwarz (που αποτελείται από τα Lidl και Kaufland), είδαν τον πλούτο τους να αυξάνεται σε λιγότερο από έναν χρόνο κατά 37% και 30% αντίστοιχα.

Παρά τα κέρδη αυτά, όμως, οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ στήριξαν ελάχιστα αυτούς που τις κράτησαν όρθιες, δηλαδή τους εργαζόμενους της πρώτης γραμμής που δούλευαν στα καταστήματά τους με κίνδυνο της υγείας τους, αλλά και τους εργάτες της γης και τομέα των τροφίμων σε όλον τον πλανήτη, που μόχθησαν προκειμένου να παραμείνουν ενεργές οι αλυσίδες εφοδιασμού τους.

Αντίθετα, οι εισηγμένες εταιρείες σούπερ μάρκετ επέλεξαν να διανείμουν το 98% των καθαρών τους κερδών κατά τη διάρκεια της πανδημίας στους μετόχους τους -μέσω επαναγοράς μετοχών και παροχής μερισμάτων.

Τα συνολικά μερίσματα που διένειμαν στους μετόχους τους αυξήθηκαν κατά 123% -από 10 δισ. δολάρια το 2019 σε 22,3 δισ. δολάρια το 2020.

Από την άλλη πλευρά, σχεδόν καμία από τις αλυσίδες δεν προχώρησε σε κάποια σημαντική επένδυση για τη βελτίωση των αλυσίδων εφοδιασμών και τη στήριξη των εργαζομένων στην παραγωγή των τροφίμων και την αγροτική παραγωγή, που βιώνουν ακραίες δυσκολίες λόγω της πανδημίας. Τα σούπερ μάρκετ και οι ιδιοκτήτες τους έκλεισαν εντελώς τα μάτια στην εκτεταμένη εκμετάλλευση, την ανισότητα και τις διακρίσεις φύλου που επικρατούν σήμερα στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού τροφίμων.

Οι εργαζόμενοι και αγρότες που συμμετείχαν στην έρευνα της Oxfam και αποτελούν μέρος της αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων των σούπερ μάρκετ δεν κέρδιζαν αρκετά για την επιβίωσή τους.

Κάποιοι δεν κέρδιζαν καν τον κατώτατο μισθό, ενώ αρκετοί εργάζονταν σε συνθήκες που θύμιζαν περισσότερο δουλεία παρά εργασία. Ενας εξ αυτών, ο Φελίπε από τη Βραζιλία, ήταν αναγκασμένος να μαζεύει μαζί με έναν άλλο εργάτη 2,5 τόνους καφέ καθημερινά στη διάρκεια της πανδημίας. Κέρδιζε στην καλύτερη περίπτωση 36 δολάρια για δουλειά δυο εβδομάδων, καθώς το αφεντικό του του αφαιρούσε από το μεροκάματο το ενοίκιο, την τροφή και τον εξοπλισμό για την εργασία του.

Ο καφές που μαζεύουν εργάτες όπως ο Φελίπε καταλήγει στα ράφια των ευρωπαϊκών σούπερ μάρκετ. Σύμφωνα με τη μελέτη, λιγότερο από το 1% των αμοιβών που απόλαυσαν οι μέτοχοι των ευρωπαϊκών σούπερ μάρκετ πέρυσι θα μπορούσε να καλύψει το χάσμα μεταξύ των σημερινών μισθών και ενός μισθού διαβίωσης για τους εργαζόμενους στη μεγαλύτερη πολιτεία παραγωγής καφέ, της Βραζιλίας.

Μπάμπης Μιχάλης

Αύξηση-σοκ στην αγορά ηλεκτρικού ρεύματοςΑύξηση-σοκ στην αγορά ηλεκτρικού ρεύματος

Εάν η μέση τιμή Ιουνίου διαμορφωθεί στα 75 ευρώ, θα προκαλέσει αλυσιδωτές αυξήσεις στους λογαριασμούς των παρόχων που έχουν σχετική ρήτρα – και για τη ΔΕΗ αυτό θα σήμαινε αύξηση 20%!

Μαύρα μαντάτα για τους καταναλωτές ρεύματος φέρνει η απογείωση της χονδρικής τιμής που σήμερα αγγίζει το πρωτοφανές επίπεδο των 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα, ενώ ο μέσος όρος τον περασμένο Φεβρουάριο ήταν στα 50 ευρώ.

Η εκτόξευση της τιμής, που υπολογίζεται την προηγούμενη μέρα μέσω του Χρηματιστηρίου Ενέργειας (ΕΝΕΧ), οδηγεί μοιραία σε ακόμα μεγαλύτερες αυξήσεις στις τιμές που πληρώνουν οι καταναλωτές καθώς τα περισσότερα τιμολόγια συνδέονται με ρήτρες χρέωσης. Η ραγδαία αύξηση αποδίδεται στη ζήτηση λόγω των υψηλών θερμοκρασιών σε συνδυασμό με την κατακόρυφη αύξηση της τιμής του φυσικού αερίου και των δικαιωμάτων για τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα.

Υπενθυμίζεται ότι μετά την απόφαση της κυβέρνησης να κλείσουν εσπευσμένα οι σταθμοί λιγνιτικής παραγωγής, το μεγαλύτερο μέρος των αναγκών καλύπτεται από μονάδες που λειτουργούν με εισαγόμενο φυσικό αέριο. Οι τιμές του φυσικού αερίου είχαν πέσει κάθετα, ειδικά στην πρώτη περίοδο της πανδημίας, ρίχνοντας την τιμή χονδρικής πολύ κάτω από τα 40 ευρώ ανά μεγαβατώρα.

Οταν με την έλευση του χειμώνα ξεκίνησε η εφαρμογή του πολυθρύλητου «target model», οι τιμές άρχισαν να ανεβαίνουν και έφτασαν στα 90 ευρώ στις αρχές Δεκεμβρίου. Ο τότε υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Κωστής Χατζηδάκης υποχρεώθηκε να βγει και να πει πως «δεν θα ανεχτεί παιχνιδάκια», ενώ η αγορά βοούσε για την κερδοσκοπία όχι μόνο σε επίπεδο τιμών χονδρικής αλλά και στο κόστος των μηχανισμών εξισορρόπησης (αποκλίσεις-προσαυξήσεις) που επιφέρουν έσοδα στην απελευθερωμένη αγορά.

Στο διάστημα που ακολούθησε φαίνεται πως επικράτησε κάποια αυτοσυγκράτηση καθώς τέθηκαν και όρια στο κόστος εξισορρόπησης. Ετσι, η μέση τιμή χονδρικής τον Ιανουάριο ήταν 55,612 ευρώ, τον Φεβρουάριο 50,878, τον Μάρτιο 58,693, τον Απρίλιο 64,063 και τον Μάιο 63,499 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Ακόμη και αυτή η αύξηση από τα 55,612 ευρώ του Ιανουαρίου στα 63,499 τον Μάιο (+14,1%) θεωρήθηκε ράλι.

Μάλιστα, στις αρχές Ιουνίου η ΔΕΗ ανακοίνωσε έκπτωση 30% στα τιμολόγια από τον ερχόμενο Αύγουστο, αλλά και ταυτόχρονη ρήτρα χονδρικής τιμής εφόσον αυτή ξεπερνά τα 50 ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι εάν τον Ιούνιο προκύψει μέση τιμή χονδρικής για παράδειγμα 75 ευρώ, η ΔΕΗ θα επιβάλει αύξηση ανάλογη με την απόσταση ανάμεσα στα 50 και τα 75, δηλαδή 50%. Με άλλα λόγια, θα έχουμε αύξηση 50% και ταυτόχρονη έκπτωση 30% με τελικό αποτέλεσμα αύξηση 20% και όποιος αντέξει.

Η χονδρική τιμή τον Ιούνιο ξεκίνησε γύρω από τα 60 ευρώ, έκανε αρκετά τινάγματα προς τα 70 και έφτασε πάνω από τα 80 την εβδομάδα πριν του Αγίου Πνεύματος. Ακολουθώντας την πεπατημένη της αργίας υποχώρησε το Σάββατο στα 70,25 ευρώ αλλά την Κυριακή και τη Δευτέρα κυμάνθηκε στα 85 για να φτάσει χθες στα 90,86. Για σήμερα όμως η προβλεπόμενη τιμή-ρεκόρ είναι 99,86 ευρώ.

Εισαγωγές

Ενα χαρακτηριστικό της κατάστασης είναι ότι τις προηγούμενες επτά ημέρες στον υπολογισμό της χονδρικής δεν περιλαμβανόταν καθόλου ρεύμα από λιγνιτικές μονάδες. Αυτό έγινε για να αποφευχθούν οι αυξημένοι ρύποι και οι αντίστοιχες πληρωμές δικαιωμάτων.

Σχεδόν 60% της ζήτησης καλύφθηκε από φυσικό αέριο το οποίο επίσης χρεώνεται με δικαιώματα ρύπων ενώ μειωμένη ήταν η συνεισφορά φωτοβολταϊκών-αιολικών λόγω χαμηλών ανέμων και υψηλής νεφοκάλυψης σε πολλές περιοχές της χώρας. Ετσι, μεγάλο μέρος της ζήτησης (30%) καλύφθηκε από εισαγωγές ρεύματος μέσω Αλβανίας, Βόρειας Μακεδονίας, Βουλγαρίας, Τουρκίας και Ιταλίας.

Άρης Χατζηγεωργίου

Μεσοπρόθεσμο: Πρωτογενή πλεονάσματα από το 2023Μεσοπρόθεσμο: Πρωτογενή πλεονάσματα από το 2023

Την επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων από το 2023, προβλέπει το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2022- 2025, το οποίο παρουσιάστηκε στο υπουργικό συμβούλιο από τον υπουργό Οικονομικών Χρήστο Σταϊκούρα και κατατίθεται προς ψήφιση στη Βουλή. Παράλληλα, προβλέπεται η έξοδος της χώρας από το καθεστώς της ενισχυμένης εποπτείας εντός του 2022, η επίτευξη μονοψήφιου ποσοστού των μη εξυπηρετούμενων δανείων («κόκκινα» δάνεια) εντός επίσης του επόμενου έτους, καθώς και η επίτευξη επενδυτικής βαθμίδας έως το α’ εξάμηνο του 2023.

Σύμφωνα επίσης με τις προβλέψεις του Μεσοπρόθεσμου:

– Το ΑΕΠ θα αυξηθεί εφέτος κατά 3,6% και στη συνέχεια κατά 6,2% το 2022, κατά 4,1% το 2023, κατά 4,4% το 2024 και κατά 3,3% το 2025.

– Οι ιδιωτικές επενδύσεις (λόγω και των πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης) θα αυξηθούν εφέτος κατά 7%, για να εκτιναχθούν στο 30,3% το 2022 και να συνεχίσουν να αυξάνονται, κατά 12,3% το 2023, κατά 10,8% το 2024 και κατά 7,4% το 2025.

– Οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών θα ακολουθήσουν ανοδική πορεία: Κατά 10,4% το 2021, κατά 13,8% το 2022, κατά 7,5% το 2023, κατά 6,2% το 2024 και κατά 5,2% το 2025.

– Η ιδιωτική κατανάλωση θα αυξηθεί κατά 2,6% εφέτος, κατά 2,9% το 2022, κατά 2,1% το 2023, κατά 2,8% το 2024 και κατά 2,2% το 2025.

– Θα συνεχιστεί η αποκλιμάκωση της ανεργίας, το ποσοστό της οποίας θα διαμορφωθεί στο 16,3% εφέτος (αμετάβλητο σε σχέση με το 2020), για να μειωθεί στο 14,4% το 2022, στο 13,2% το 2023, στο 11,9% το 2024 και στο 11,1% το 2025.