Ιστορίες της καραντίνας

Θυμάμαι να βλέπω αμερικανιές στο σινεμά, με ποινές σε «κατ’ οίκον περιορισμό» και να μου φαίνεται ποινή χάδι. Έμελλε να το ζήσω. Εγώ το παιδί της πόλης! Εγώ που δεν έχω μεγαλύτερη  διασκέδαση από το χάζι της «πλατείας», εγώ που πολέμησα τις μεγάλες μου φουρτούνες περπατώντας στα πεζοδρόμια, οδηγώντας στους δρόμους της πόλης, νοιώθοντας ασφαλής μέσα στο κέλυφος του πολύβουου κόσμου. Εγώ η πανηγυρτζού!!!

Να λαχταράς όλη τη εβδομάδα να χορτάσεις ύπνο και μετά το πρώτο  24ωρο να ξυπνάς χορτασμένη στις 3 το πρωί. Να λαχταράς μια ζωή να βρεις χρόνο να αράξεις  σπίτι, να κάνεις πράγματα και μετά τις 2 πρώτες μέρες να μην έχεις διάθεση να ασχοληθείς με ότι λαχταρούσες τόσο καιρό. 

Κορωνοκρατούμενοι! Αγάπα το κελί σου, τρώγε το φαί σου και διάβαζε πολύ! 

Κι έτσι Σαββατόβραδο, με τη φόρμα και το κλάμερ στα μαλλιά, αποφασίζεις να αποδράσεις.  Προσεκτικά. Με όποια ασφάλεια ενδείκνυται σε αυτούς τους τόσο λοιμώδεις- κυριολεκτικά και μεταφορικά- καιρούς. Να οδηγήσεις στην έρημη πόλη. Με τη μουσική δυνατά, για να ξεγελάσεις  την ερημιά και τη σιωπή της πόλης.
Κι άλλοι έχουν αποδράσει! Τσουλάμε τα σιδερένια κλούβια μας στους άδειους δρόμους και κοιταζόμαστε φευγαλέα πίσω από τα γυάλινα παράθυρα. Μάλλον σκεπτόμαστε αν ο δίπλα μας πάει σε κάποια δουλειά-απίθανο τέτοια ώρα- ή είμαστε δραπέτες που την κοπανήσαμε για λίγο, ίσα να πάρουμε μια τζούρα πόλης.   Ίσα να πατήσουμε στα χνάρια της, ίσα  να την αφουγκραστούμε.

Στη Πανεπιστημίου, μπροστά μου πανάρχαιο Opel, χιλιοτρακαρισμένο, σε εκείνο το γαλάζιο παλιάς μπανιέρας, κινείται σαν ατιμόνευτο. Μένω πιο πίσω- να περάσει το… κακό- και ξανασυναντιόμαστε στο φανάρι στα Χαυτεία. Ο οδηγός, ένας κύριος βαθύτατα ηλικιωμένος, με το κεφάλι μιας κυρίας, βαθύτατα ηλικιωμένης, ακουμπισμένο στον ώμο του, χωμένο στο λαιμό του. Ξεμένω να τους κοιτώ. Παρακαλάω να γυρίσουν το βλέμμα τους να τους χαμογελάσω. Να τους στείλω ένα φιλί. Δραπέτης κι αυτός, έβγαλε το… κορίτσι του βόλτα. 

Ασυναίσθητα κορνάρω. Ο κύριος ξαναορμάει με κόκκινο. Γαμώτο! Τι έκανα! 

Του σβήνει. Γυρίζουν το βλέμμα. Συγγνώμη τους γνέφω, χαμογελάνε. Τους στέλνω φιλί. Με αγνοούν. Τον φιλάει στο μάγουλο. Το πράσινο έχει ανάψει εδώ και ώρα. Και τι σημασία έχει? Κανείς από τους κρυφούς δραπέτες δεν βιάζεται να ξαναγυρίσει σε «κατ’ οίκον περιορισμό»

 

@ai_Katerina