Ιβάν Σβιτάιλο: Η Ουκρανία είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα για το πώς μπορεί να χειραγωγηθεί ένας ολόκληρος λαός

Το παιχνίδι του διχασμού ξεκίνησε μετά την ΕΣΣΔ… Κανείς δεν μπορεί να αναιρέσει ότι οι δύο λαοί έζησαν ειρηνικά και αγαπημένα για πολλά χρόνια

Μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη πήρε η εφημερίδα «Ριζοσπάστης» από τον Ιβάν Σβιτάιλο, η οποία εξελίχθηκε σε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση για το θέατρο, τα σχέδιά του και τον πόλεμο στην Ουκρανία

Χορογράφος, χορευτής, ηθοποιός… Γεννημένος στην Κριμαία, από Ουκρανό πατέρα και Ελληνορωσίδα μητέρα… Τα τελευταία 25 χρόνια ζει στην Ελλάδα… Ο Ιβάν Σβιτάιλο μάς υποδέχτηκε στον «Φοίνικα», τον πολιτιστικό πολυχώρο που ετοιμάζει στη γειτονιά του, τον Νέο Κόσμο. Μας μίλησε για τον Moby Dick, την παράσταση όπου πρωταγωνιστεί, το όνειρό του να μετατρέψει τον νέο χώρο σε μια κυψέλη πολιτισμού και δημιουργίας, αλλά και για όσα εκτυλίσσονται στην Ουκρανία.
***
Κοντά δύο μήνες τώρα ξετυλίγεται στο Christmas Theatre ένα «ταξίδι» στις θάλασσες και τα βάθη του ανθρώπινου ψυχισμού. Αφορμή το ανέβασμα ενός από τα πιο πολυδιαβασμένα μυθιστορήματα μέχρι σήμερα, του «Moby Dick» του Herman Melville.

Τι είναι, τελικά, αυτό που εξακολουθεί και συγκινεί τους ανθρώπους σε αυτή την ιστορία που έχει γραφτεί τόσα χρόνια πριν; «Φαντάζομαι ότι έχει να κάνει με την ανάγκη… Τη βαθιά ανάγκη του ανθρώπου να ελέγξει αυτό που δεν ελέγχεται, να εξουσιάσει αυτό που δεν εξουσιάζεται, να κατακτήσει αυτό που δεν κατακτιέται… Είναι μια σύνθετη και αρχέγονη ανάγκη του ανθρώπου να ξεπεράσει τις καταγεγραμμένες δυνατότητές του, να ξεπεράσει και τον ίδιο του τον εαυτό. Υπάρχει μια αλληγορία στο κυνήγι της φάλαινας. Το ταξίδι του Ισμαήλ μας οδηγεί σε έναν πολυδιάστατο κόσμο, γεμάτο περιπέτεια, αλλά ταυτόχρονα περιέχει βαθιά μηνύματα για τον άνθρωπο…».

Σε αυτή την παράσταση ο ίδιος κλήθηκε να αντιμετωπίσει έναν ιδιαίτερα απαιτητικό ρόλο, να αναμετρηθεί με το λιμπρέτο, τη μουσική. Ποια ήταν τελικά η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετώπισε; «Αν και η μουσική είναι σημαντικό κομμάτι της εκπαίδευσής μου σαν χορευτής, εδώ κλήθηκα να κάνω φωνητική τοποθέτηση. Το λιμπρέτο των 30.000 λέξεων του Δημήτρη Παπαδημητρίου είχε τεράστιες απαιτήσεις. Καταλαβαίνεις, δεν είναι κουπλέ, ρεφρέν, κουπλέ, ρεφρέν…

Επρεπε, λοιπόν, να μπω στη διαδικασία να ασχοληθώ σοβαρά, για να αντιμετωπίσω αυτήν τη σύνθετη δομή που φτάνει στα όρια του λυρικού τραγουδιστή. Και όσο πιο πολύ έμπαινα μέσα στη μουσική, όσο πιο σοβαρά ασχολούμουν με τις μελωδίες και το λιμπρέτο, τόσο πιο εύκολα ανακάλυπτα τον ρόλο, την τρέλα του και όλες εκείνες τις λεπτομέρειες που ήθελα να βγάλω για τον χαρακτήρα που υποδύομαι. Και αυτό ήταν και το πιο όμορφο σε αυτό το “ταξίδι” που έκανα με “καπετάνιους” τον Δ. Παπαδημητρίου και τον σκηνοθέτη μας, Γ. Κακλέα.

Για να το καταφέρω προετοιμαζόμουν σκληρά ένα 8μηνο με τον Γιώργο Σαμαρτζή. Τον γνώριζα από τη Λυρική. Μου προσέφερε την τεχνική, χωρίς την οποία δεν θα προχωρούσα. Δεν θα μπορούσα, αλλιώς, να αντεπεξέρχομαι 3μισι ώρες πάνω στη σκηνή και να χρησιμοποιώ το λαρύγγι μου σωστά».

***
Φυσικά, μεγάλο μέρος της κουβέντας μας καταλαμβάνει και ο πολιτιστικός πολυχώρος «Φοίνικας» που ετοιμάζει. Η χαρά του και η περηφάνια του δεν κρύβονται όταν μας μιλά για το νέο του εγχείρημα.

«Ανακάλυψα αυτό το κτίριο όταν μετακόμισα στη γειτονιά πριν 3 χρόνια. Η εγκυμοσύνη της γυναίκας μου ήταν η ιδανική στιγμή να βάλω κάποιους στόχους και να πραγματοποιήσω το όνειρο που φαντάζομαι ότι έχει κάθε άνθρωπος ο οποίος είχε ασχοληθεί επαγγελματικά με τον χορό. Να μπορεί να έχει έναν χώρο ώστε μέσα από τη διδασκαλία να συνεχίσει να υπηρετεί την τέχνη του.

Με κόστος και πολύ προσωπικό κόπο θα είμαστε έτοιμοι να ξεκινήσουμε από Σεπτέμβρη. Θα ήθελα και από εδώ να ευχαριστήσω τον Γιώργο Χαρδάνο και την Αρτεμη Δεδούλη από το ΕΚΚΑ, οι οποίοι με εμπιστεύτηκαν και μου παραχώρησαν το κτίριο, καθώς και τους αρχιτέκτονες, Κατερίνα Κοτζιά και Στράτο Διακάκη.

Εδώ, μικροί – μεγάλοι θα μπορούν να διδαχτούν χορό, θέατρο, μουσική. Θα έχουν τη δυνατότητα να χορέψουν, να κινηθούν, να μάθουν, να τραγουδήσουν, να κάνουν πρόβες και σεμινάρια.

Θέλω επίσης να είναι ένας χώρος ανοιχτός στη γειτονιά. Εδώ που βρισκόμαστε ήταν λίγο υποβαθμισμένα, δεν υπάρχει τίποτα για τους μικρούς μας φίλους και τους γονείς τους. Θα ήθελα να αποτελέσει έναν συνεκτικό ιστό σε αυτή την πολυπολιτισμική γειτονιά. Να μπορούν να μάθουν π.χ. παραδοσιακούς χορούς. Πρόκειται για μια δραστηριότητα που ενώνει τους ανθρώπους. Γιατί ο χορός δεν είναι μόνο διασκέδαση, είναι ομοιογένεια, είναι ομάδα, είναι συλλογικότητα…».

Να ψάχνουμε και να αναζητάμε την αλήθεια

Η κουβέντα αντικειμενικά φτάνει και στον πόλεμο που μαίνεται στη χώρα από την οποία προέρχεται. Αυτήν τη στιγμή φιλοξενεί την θεία του και την ξαδέρφη του από το Χάρκοβο. Το σπίτι τους καταστράφηκε. Η μικρή τινάζεται τα βράδια από τον ύπνο της, τρομάζει με τα αεροπλάνα που πετούν πάνω από το σπίτι. Η ζωή τους έχει αλλάξει πια εντελώς.

«Οι άνθρωποι αυτοί είναι ακρωτηριασμένοι. Και δυστυχώς δεν μπορούν να αναλύσουν το γεωπολιτικό παιχνίδι που παίζεται μεταξύ μεγάλων κέντρων και υπερδυνάμεων. Οταν βλέπουν να διαλύονται οι κόποι μιας ολόκληρης ζωής, αισθάνονται μίσος είτε για τη μια, είτε για την άλλη πλευρά, είτε και για τις δυο».

Ο ίδιος επιμένει να ανατρέχει στην Ιστορία, για να μπορέσει να εξηγήσει αυτά που συμβαίνουν σήμερα. Και αυτό το οφείλει στους γονείς του. «Γνωρίστηκαν στο πανεπιστήμιο στο Χάρκοβο. Σπούδαζαν Ιστορία. Ετσι, έμαθαν και εμάς να ψάχνουμε στην Ιστορία». Και όπως μας λέει: «Δεν φοβάμαι. Μεταφέρω την αλήθεια μου, την ιστορία μου, την παράδοσή μου. Ομως, με τρομάζει και με φοβίζει η κυρίαρχη κατεύθυνση που θέλουν να περάσουν τα ΜΜΕ. Με τρομάζει και με φοβίζει ότι οι καλλιτέχνες καλούνται να υποστηρίξουν μια συγκεκριμένη γραμμή, αλλιώς στήνονται στη γωνία, ότι… κάνουν πλυντήριο στον Πούτιν».

Και η κουβέντα μας ξεκινά με αφετηρία χρόνια πριν… «Γεννήθηκα το 1985 στη Γιάλτα της Κριμαίας. Ο πατέρας μου ήταν Ουκρανός. Η μητέρα μου κατάγεται από ελληνική, ποντιακή οικογένεια, από τις περιοχές της Τραπεζούντας. Βρέθηκαν στην Κριμαία το 1920. Σοβιετική τότε η Κριμαία. Πολλά έγιναν από τότε… Και έχουμε φτάσει πια να μην αναγνωρίζεται από τα Ηνωμένα Εθνη, επειδή προσαρτήθηκε στη Ρωσία».

Του ζητάμε να μας πει αν έχει μνήμες από τα χρόνια που ο ρώσικος και ο ουκρανικός λαός ζούσαν αδελφωμένοι σε μια χώρα που μαζί είχαν «χτίσει». «Εχω αρκετές μνήμες. Δεν αισθανόμασταν την ανάγκη να πούμε στον άλλον τι δεν πρέπει να είναι. Να τονιστεί μια κουλτούρα έναντι κάποιας άλλης. Είχαμε μια τρομερή ευκολία να είμαστε ό,τι θέλουμε. Να έχουμε μια κοινή γλώσσα, τα Ρωσικά και να είμαστε και Ελληνες και Αρμένιοι και ό,τι άλλο.

Η Γιάλτα ήταν ένα καλοκαιρινό θέρετρο. Εσφυζε από ζωή! Το καλοκαίρι ερχόταν κόσμος από όλη την ΕΣΣΔ. Γινόντουσαν συναυλίες, ήταν πεντακάθαρη… Αυτό τελείωσε. Με το που έγινε η διάσπαση, ήταν σαν να πέρασε οδοστρωτήρας. Ξέρεις, ακόμα και η τάξη και η ευγένεια χάθηκαν. Πριν, πέρα από τη δημόσια και δωρεάν Υγεία, Παιδεία, Πολιτισμό, υπήρχε και μια ενότητα ως προς τις ανθρώπινες αξίες. Υπήρχαν πράγματα που σε έκαναν καλύτερο άνθρωπο. Κοίτα, δεν λέω ότι όλα ήταν τέλεια. Και λάθη υπήρχαν και παραλείψεις. Ομως, τώρα τίποτα δεν υπάρχει πια. Ολα αγοράζονται και πουλιούνται… Και αυτό είναι κάτι που με φοβίζει.

Ολο αυτό το παιχνίδι του διχασμού που είδαμε να ξετυλίγεται τα επόμενα χρόνια, ξεκίνησε μετά την ΕΣΣΔ. Και να σου πω, νομίζω ότι ήταν πολύ δύσκολο να τροφοδοτηθεί χωρίς “στήριξη”, γιατί κανείς δεν μπορεί να αναιρέσει ότι αυτοί οι λαοί έζησαν, ζήσαμε ειρηνικά και αγαπημένα για πολλά χρόνια».

Πώς, λοιπόν, προχώρησε η ζωή μετά τις ανατροπές; «Ολη αυτή την περίεργη 5ετία, 1990 – 1995, μέχρι να συνειδητοποιήσουμε τι έγινε, ότι η ΕΣΣΔ δεν υπάρχει πια και έχουμε την Ουκρανία σαν ένα ανεξάρτητο κράτος, εγώ την έζησα εκεί με την οικογένειά μου. Μπήκαν οι νέες χώρες που προέκυψαν στη διαδικασία να μοιράσουν τα πάντα. Στρατό, στόλο, εργοστάσια… Και αυτό ήταν δύσκολο. Θυμάμαι εικόνες με τους ναυτικούς που κατέβαζαν την κοινή σημαία από τα πλοία στα μεγάλα λιμάνια, στο Κερτς, στη Σεβαστούπολη και έκλαιγαν. Ετσι ήταν φτιαγμένη η ΕΣΣΔ. Ηταν δεμένη η οικονομία και οι άνθρωποι μεταξύ τους. Η μητέρα μου εκείνα τα χρόνια αποφάσισε να έρθει στην Ελλάδα, όταν έφτασαν στο σημείο να την πληρώνουν με τρόφιμα.

Από τότε μέχρι σήμερα, βέβαια, έχουν συμβεί πολλά. Πλέον, φτάσαμε στο σημείο να νομοθετούν εξαιρώντας ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Να σου δώσω να καταλάβεις, η θεία μου στο Χάρκοβο διδάσκει Νομικά, τα τελευταία 3, 4 χρόνια δεν μπορεί να διδάσκει το Δίκαιο στα Ρώσικα. Ξέρει να μιλήσει Ουκρανικά στον δρόμο ή στις αγορές της, αλλά και στο πανεπιστήμιο που χρειάζεται ειδική ορολογία;».

Και συνεχίζει διατρέχοντας τα χρόνια. «Στην Ουκρανία επικρατούσε τεράστια διαφθορά. Και σε αυτό δεν εξαιρούταν κανείς. Είτε φιλορωσικό ήταν το κόμμα που κυβερνούσε, είτε φιλοδυτικό. Και παράλληλα πολλή φτώχεια για τον λαό. Αυτή την κατάσταση κάποιοι την αξιοποίησαν. Από τη δεκαετία του 2000 “έπεσαν” τρελά χρήματα σε ΜΚΟ, ιδρύματα, για να φουντώσουν με εθνικισμό τη νέα γενιά, που δεν είχε μνήμες ή ακόμα και αν είχε, θα μπορούσε εύκολα να ξεχάσει οτιδήποτε όμορφο. Υπήρχε παντού ρητορική μίσους και διχασμού. Για να το πετύχει αυτό ένας μηχανισμός θέλει και χρόνο, χρήμα και μεγάλη οργάνωση.

Δυστυχώς, η Ουκρανία είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα για το πώς μπορεί να χειραγωγηθεί ένας ολόκληρος λαός, για να μεθοδευτούν συγκεκριμένα συμφέροντα.

Ετσι, φτάσαμε στο πραξικόπημα του 2014, το οποίο έγινε οργανωμένα. Εμφανίστηκαν όλες αυτές οι εθνικιστικές, ακροδεξιές ομάδες που κυριολεκτικά πήραν την κατάσταση στα χέρια τους. Και ξέρεις, τότε, στην Ουκρανία είχαμε Αμερικάνο πρέσβη, τον κ. Πάιατ, αυτόν που στη συνέχεια ήρθε εδώ. Και, μάλιστα, τότε περπατούσε με όλους αυτούς. Ηταν… μια “δημοκρατική” έκφραση…

Αργότερα αυτοί οι άνθρωποι μπήκαν και είναι σε διοικητικές υπηρεσίες, στα σώματα στρατού, ασφάλειας, υπουργεία.

Δεν ξέρει, άραγε, η ΕΕ που είναι “ευαίσθητη” σε έννοιες όπως δημοκρατία, πολιτισμό, ότι δέχεται μια χώρα που έχει φασιστικά σύμβολα; Οτι δέχεται μια χώρα που έχει δώσει παράσημα σε εγκληματίες; Υπάρχουν δεκάδες τάγματα σαν το τάγμα Αζοφ. Δεν μπορεί να αγνοεί ότι 15.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους αυτά τα 8 χρόνια στο Ντονμπάς και το Λουγκάνσκ…».

Και τελικά;«Αυτό που ξέρω, είναι ότι ανάγκη των απλών ανθρώπων είναι η Παιδεία, είναι η Υγεία, είναι ο Πολιτισμός. Ανάγκη όλων μας είναι να ζήσουμε όμορφα. Δεν έχουμε ανάγκη τα Ραφάλ και τα υποβρύχια… Χρειάζεται, όμως, να ψάξουμε και να αναζητήσουμε την αλήθεια. Και σε αυτό η Ιστορία θα μας βοηθήσει… Γιατί λαός χωρίς μνήμη μπορεί, δυστυχώς, να ξαναζήσει τραγικές στιγμές του παρελθόντος…».