Η «Χαμένη Κόρη» και η χαμένη ευκαιρία της Μόνικας

Ντακότα Τζόνσον, Ολίβια Κόλμαν, «Η χαμένη κόρη» της Μάγκι Τζίλενχαλ

Η κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος της Ελενα Φεράντε από τη Μάγκι Τζίλενχαλ με την Ολίβια Κόλμαν στον πρωταγωνιστικό ρόλο έχει αποσπάσει ήδη θριαμβευτικές κριτικές, τα τραγούδια όμως της «δικής μας» Μόνικας για το σάουντρακ δεν είναι δυστυχώς λόγος για να αισθανόμαστε υπερήφανοι για την ελληνική συμμετοχή στην ταινία.

Με μία εντυπωσιακή πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Βενετίας και με το βραβείο σεναρίου και με δυο υποψηφιότητες για Χρυσές Σφαίρες (Σκηνοθεσίας και Α’ Γυναικείου Ρόλου) η ταινία The Lost Daughter, βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα («Η χαμένη κόρη», 2006) της μυστηριώδους διασημότητας που έχει υπογράψει ως «Ελενα Φεράντε» μεταξύ άλλων την περίφημη Τετραλογία της Νάπολης, είναι το -γυρισμένο στις Σπέτσες- σκηνοθετικό ντεμπούτο της Μάγκι Τζίλενχαλ, αδελφής του Τζέικ Τζίλενχαλ.

Βγήκε δυναμικά αυτές τις ημέρες στο «Νέτφλιξ» σχεδόν σ’ όλο τον κόσμο, όχι όμως στην Ελλάδα όπου αναμένει πρώτα τη διανομή της στις κινηματογραφικές αίθουσες από τη Spentzos Film μες στο ’22.

Εν τω μεταξύ όμως κυκλοφορεί το τρέιλερ, τα αναλυτικά δημοσιεύματα των ευρωπαϊκών Μέσων και βέβαια τα τραγούδια που έγραψε η Μόνικα για την ταινία, το σάουντρακ της οποίας υπογράφεται από τον Dickon Hinchliffe. Γιατί, ναι, η Ελληνίδα τραγουδοποιός υπογράφει τα τραγούδια και ένα ορχηστρικό και μάλιστα δεν είναι η μόνη ελληνική υπογραφή στον κατάλογο των συνεργατών της Τζίλενχαλ, καθώς σε όλους τους τομείς της παραγωγής εμπλέκονται Ελληνες επαγγελματίες και σε μικρούς ρόλους εμφανίζονται ο Αλέξανδρος Μυλωνάς, ο Νίκος Πουρσανίδης, ο Πάνος Κορώνης, αλλά κι ο Βασίλης Κουκαλάνι κ.ά.

Αυτό έχει μικρότερη σημασία, γιατί η ταινία χρωματίζεται από την καθηλωτική ερμηνεία καταρχάς της Ολίβια Κόλμαν, όπως αναγνωρίζουν όλοι όσοι είδαν ήδη το The Lost Daughter συμπεριλαμβανομένων και των κριτικών. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι εκτός από την υποψηφιότητα για Α′ Γυναικείου Ρόλου στις Χρυσές Σφαίρες, οι περισσότεροι στοιχηματίζουν ότι θα δούμε τ’ όνομά της και στην αντίστοιχη κατηγορία των Οσκαρ. Δευτερευόντως μνημονεύεται η ερμηνεία της Ντακότα Τζόνσον, αλλά ούτως ή άλλως το καστ έχει πολλά ακόμα ηχηρά ονόματα όπως τον Εντ Χάρις, τον Πίτερ Σάρσγκααρντ, την Τζέσι Μπάκλεϊ κ.ά.

Σκληρό, ειλικρινές και εντυπωσιακά τολμηρό είναι και αυτό καθαυτό το θέμα βιβλίου και ταινίας που επί της ουσίας αμφισβητούν το δεδομένο «ροζ» αίσθημα της μητρότητας. Στο βιβλίο της Φεράντε, η Λήδα, η κεντρική ηρωίδα, παραδέχεται στο πρώτο κιόλας κεφάλαιο ότι «Τα πιο δύσκολα πράγματα για τα οποία καλούμαστε να μιλήσουμε είναι αυτά που εμείς οι ίδιοι δεν μπορούμε να καταλάβουμε».

Η φράση της παραπέμπει βέβαια στην περίπλοκη σχέση με τις κόρες της, η αγάπη για τις οποίες είναι μία επώδυνη διαδικασία και όχι μία αντανακλαστική προδιάθεση. Η συνειδητοποίηση φέρνει τρόμο, άρνηση και σύγχυση στην ηρωίδα που έρχεται αντιμέτωπη με τον εαυτό της και τις σκληρές, αντισυμβατικές επιλογές που υπαγόρευσε στη ζωή της ο τρόπος που η ίδια βίωσε τη μητρότητα.

Αυτό το υλικό πήρε στα χέρια της η Τζίλενχαλ, ακολουθώντας την πλοκή της Φεράντε. Η Ολίβια Κόλμαν είναι η Λήδα, καθηγήτρια Πανεπιστημίου που μετά το διαζύγιό της ζει στη Φλωρεντία με τις δυο κόρες της. Οταν εκείνες αποφασίζουν να μετακομίσουν στο Τορόντο όπου ζει ο πατέρας τους για να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους, η Λήδα καταλαμβάνεται από μια πρωτόγνωρη αίσθηση ελευθερίας και αποφασίζει να φύγει για διακοπές σε μια παραλιακή περιοχή στις ακτές του Ιονίου (στο βιβλίο) της νότιας Ιταλίας (στην ταινία).

Στις διακοπές της, περνά τον καιρό της διαβάζοντας, απολαμβάνοντας τη θάλασσα και κάνοντας ηλιοθεραπεία. Ο μεσογειακός ήλιος όμως είναι σκληρός και αποκαλυπτικός: η αρχική αίσθηση ελευθερίας μετατρέπεται σε επώδυνη ενδοσκόπηση, ειδικά αφότου γνωρίσει στην παραλία μια νεαρή μητέρα με τη μικρή της κόρη. Η Λήδα παρατηρεί εμμονικά τη Νίνα και την τρίχρονη κόρη της κι όταν η αγαπημένη κούκλα της τελευταίας θα χαθεί, η αφήγηση θα κορυφωθεί αποκαλύπτοντας τις πιο εσωτερικές και πιο δραματικές πτυχές αυτής της φαινομενικά απλής ιστορίας.

Εκεί είναι που η Ολίβια Κόλμαν ξεδιπλώνει και το ταλέντο μιας σπουδαίας ηθοποιού, η οποία εν προκειμένω έχει να αναμετρηθεί και με ένα εξαιρετικά κοφτερό θέμα: τα περίπλοκα συναισθήματα μία μη δεδομένης «μητρότητας» και την προσωπική ανασκόπηση της ζωής της σε φλας-μπακ, όπου τη νεαρότερη Λήδα υποδύεται η Μπάκλεϊ.

Photo: Stefanos Papadopoulos

Οι Σπέτσες είναι το φυσικό τοπίο (αν και παρουσιάζονται ως τοπίο της Νότιας Ιταλίας) και για τον Ελληνα θεατή η ταινία βρίθει αναγνωρίσιμων στοιχείων. Από αυτά είναι και η μουσική: η Μόνικα ακολούθησε, όπως έχει πει, τις αυστηρές οδηγίες της παραγωγής για πιο λάιτ μελωδίες που παραπέμπουν στη λαϊκή διασκέδαση ενός μεσογειακού καλοκαιριού. Εκτός από τα παλαιότερα κομμάτια της, «Στάλα» και το «Αίμα Μου», που ακούγεται να το ερμηνεύει ο Πασχάλης Τερζής, έγραψε έτσι οκτώ ακόμα τραγούδια και ορχηστρικά που ερμηνεύει κυρίως η ίδια και ένα («Ολα λάθος») ο Γιώργος Παπαδόπουλος, ενώ στο σόλο μπουζούκι αναλαμβάνει την εκτέλεση ο Σταύρος Παπαγιαννακόπουλος. Δεν ξέρουμε αν ευθύνονται οι οδηγίες που αποσυντόνισαν τη δημιουργό -η οποία με τις πρότερες «παραγγελίες» για τις τελετές στο Ζάππειο και για την επέτειο του 1821 έχει καιρό να παραδώσει δουλειά αντιπροσωπευτική αυτής που ξέραμε ως Μόνικα από τα πρώτα της άλμπουμ.

Πάντως σ’ αυτή την περίπτωση είναι απορίας άξιον πώς κατόρθωσε για μία τέτοιας εμβέλειας διεθνή συνεργασία να γράψει τόσο κακή μουσική και τραγούδια σαν ερασιτέχνις τραγουδοποιός που δοκιμάζει τα πρώτα της βήματα σε επαρχιακή ντίσκο και όχι ως η μουσικός στην οποία κάποτε ανιχνεύαμε χατζιδακικές επιρροές. Από αυτής της απόψεως η ελληνική παρουσία στην ταινία της Τζίλενχαλ δεν είναι δυστυχώς λόγος για να αισθανόμαστε περήφανοι. Αλλά θα δούμε και θ’ ακούσουμε και θα κρίνουμε πιο συνολικά, όταν θα παιχτεί η ταινία στην Ελλάδα.

Ναταλί Χατζηαντωνίου