Ησυχία, η Ελλάδα κοιμάται… Νίκος Παπαδογιάννης

Ο πλανήτης φλέγεται από οργή, αλλά η αδάμαστη πατρίς αναστενάζει στις ξαπλώστρες και λοιδορεί τον άξιο πρεσβευτή της

H oργή των πολιτών ξεχείλισε και οι πλατείες γέμισαν με κόσμο, που βγήκε να διαδηλώσει ειρηνικά ενάντια στον ρατσισμό και στην αστυνομική βία. Στην Αμερική, στη Βρετανία, στη Γαλλία, στη Γερμανία, στην Αυστραλία, παντού, άνθρωποι κάθε ηλικίας και φυλής ύψωσαν φωνή διαμαρτυρίας και προειδοποίησαν ότι το φυτίλι έχει ανάψει.

Σε μία χαζοχαρούμενη γωνίτσα του πλανήτη, ένα ακοίμητο γαλατικό χωριό συνέχισε τον ύπνο του δικαίου και του αδίκου, λες και το πρόβλημα αφορά μόνο τους κουτόφραγκους και όχι τη δική, ξεχασμένη στη δεκαετία του ‘50 κοινωνία.

Η Ελλάδα είναι ίσως η μοναδική χώρα του «πολιτισμένου» κόσμου που προτίμησε να καθίσει στα σπίτια της και να περάσει το δεκαήμερο της φωτιάς στον καναπέ της, αποβλακωμένη από τα τηλεοπτικά ριάλιτι και από τα αποχαυνωτικά δελτία «ειδήσεων».

Τις εκκλήσεις των ειδικών για προστασία από τη διασπορά του κορονοϊού τις καταστρατήγησε μεν, όπως αναμενόταν, αλλά όχι για κάποια νερόβραστη διαδήλωση.

Τις μέρες που η υφήλιος γλέγεται από αγανάκτηση, η Ελλαδάρα αναστενάζει στις ξαπλώστρες και στα κλαμπ της Μυκόνου, φίρδην μίγδην, σε πείσμα της πανδημίας και των …κομμουνιστών που απαιτούν πειθαρχία και κυρώσεις.

Μπροστά μας έχουμε τρεις μήνες διονυσιασμού, ο ένας πάνω στον άλλο, με ή χωρίς τουρίστες και τουρίστριες. Στους δρόμους θα βγούμε μια και καλή τον Οκτώβριο, όταν κάποιος διαιτητής σφυρίξει φάλτσο πέναλτι κόντρα στην ομαδάρα μας.

Εμάς δεν μας κόφτει ο Τζορτζ Φλόιντ, μας κόφτει το δίκιο του Μαρινάκη και του Ιβάν. Στην αμερικάνικη πρεσβεία θα πάμε με ντουντούκες μόνο αν τους ξαναξεσκίσουμε στο μπάσκετ, όπως το 2006. Μέχρι τότε, παραχωρούμε τη Βασιλίσσης Σοφίας στους μπαχαλάκηδες και στα ΜΑΤ.

Δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει αυτή η κατάντια. Ο ρατσισμός και η ξενοφοβία αποτελούν ισχυρό κρίκο στο dna του Έλληνα, όσο και αν παριστάνουμε τους προοδευμένους και τους Ευρωπαίοι.

Ταυτόχρονα, φοράμε την ανεξέλεγκτη αστυνομική βία κορώνα στο κεφάλι μας, εν ονόματι του νόμου, της τάξης και της νοικοκυροσύνης. Στο ντέρμπι μεταξύ Ζακ Κωστόπουλου και Μιχάλη Χρυσοχοϊδη, ο Ελληνάκος ποντάρει Χ2 ή, για οικονομία, στάνταρ 2.

Οι επιχειρήσεις αρετής των Εξαρχείων συνοδεύονται από ουρανομήκεις ζητωκραυγές και ο εξοστρακισμός των μεταναστών γίνεται πρόταγμα στις τάξεις όσων ψήφισαν αγεληδόν τη σοβαρή Χρυσή Αυγή «για να ξεβρωμίσει ο τόπος».

Ακόμα και σήμερα, έναν αιώνα μετά την καταστροφή της Σμύρνης, οι καφενέδες εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν «τουρκόσπορο» τον πρόσφυγα παππού μου, ενώ η απερίγραπτη γραμματέας της αντεγκληματικής πολιτικής βάφτισε «Τούρκο» έναν Έλληνα μουσουλμάνο βουλευτή.

Ο πανίσχυρος αντιπρόεδρος του κυβερνητικού κόμματος είναι ο ίδιος άνθρωπος που ξεδιάντροπα μιλούσε στο γυαλί για «Ακετονούμπο», γεννημένο λέει «κάπου στην Αφρική».

Ο Άδωνης, η Νικολάου και οι πολυάριθμοι ρατσιστές της γαλάζιας παράταξης δεν είναι μεμονωμένα πρόσωπα που έπεσαν από κάποιον άλλο πλανήτη, αλλά εκπρόσωποι του εκλογικού σώματος, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του πλήθους που τους ανέβασε αυτοδύναμους στην εξουσία. Ο πραγματικός Άδωνης είσαι εσύ.

Από κάποιο καπρίτσιο της τύχης, η Ελλάδα έχει έναν άξιο πρεσβευτή που εξωραϊζει διαρκώς την εικόνα της, σκαρφαλωμένος στα χαρακώματα. Το όνομά του δεν είναι φυσικά Κυριάκος Μητσοτάκης, αλλά Γιάννης Αντετοκούνμπο.

Ο Έλληνας σούπερ σταρ του ΝΒΑ είναι ένα παιδί ντροπαλό και μαζεμένο, απρόθυμο μπροστά στα μικρόφωνα και στα φώτα της δημοσιότητας. Σπάνια μιλάει και ακόμα σπανιότερα αναφέρεται σε κοινωνικά θέματα. Ίσως επειδή μεγάλωσε με τον φόβο.

Θεώρησε ωστόσο υποχρέωσή του να βγει στους δρόμους για να καταγγείλει την κοινωνική αδικία και τον ρατσισμό, ώστε να δώσει το καλό παράδειγμα, της αντίστασης, στα εκατομμύρια των ακολούθων του.

Στο πρόσωπο του δολοφονημένου Τζορτζ Φλόιντ, ο Γιάννης και τα αδέλφια του είδαν τον εαυτό τους, τη μάνα τους, τον συγχωρεμένο πατέρα τους. «Δεν θέλω ο νεογέννητος γιος μου να μεγαλώσει με μίσος στην καρδιά του», είπε ο MVP του ΝΒΑ.

Οι Αντετοκούνμπο γλίτωσαν από τον ρατσισμό των Ελλήνων -πολιτών και αστυνομικών- επειδή στάθηκαν τυχεροί. Η μοίρα τους έφερε στον τόπο του χιτλερίσκου Ντόναλντ Τραμπ, αλλά τόσο το καλύτερο. Η φωνή του Γιάννη είναι πιο ισχυρή στην Αμερική.

Πίσω στην Ελλάδα, άλλωστε, αμέτρητοι κάφροι των social media έσπευσαν να τον λοιδορήσουν για τη συμμετοχή του στις διαδηλώσεις και να τον εγκαλέσουν επειδή διεκδικεί τα δικαιώματα των …Νιγηριανών.

«Να μας πει για τη Μαρφίν ο Ακενοτούμπο», ξεσπαθώνουν στο Twitter και στο Facebook τα ακροδεξιά εξαπτέρυγα και τα ηλεκτρονικά μποτ-άκια.

Ο Γιάννης έφυγε οικογενειακώς από την Ελλάδα και τουλάχιστον γλίτωσε από τις στρατιές των αγράμματων και των ρατσιστών συμπατριωτών του. Των «εγώ δεν είμαι ρατσιστής, αλλά…».

Η Αμερική μπορεί να αλλάξει μετά την κατακραυγή, με αφετηρία τις προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου, αλλά το κοιμώμενο γαλατικό χωριό πιστεύει ότι κρατάει τον αρ*πη από τα αρχ*δια.

Και περνάει τις μέρες του στα κατάμεστα μπιτσόμπαρα, μπεκρουλιάζοντας σφηνάκια κορονοϊού στην υγεία των δολοφόνων του Ζακ.