Δ. Βίτσας: Δεν θα εμπλέξουμε εθνικά ζητήματα στην πολιτική διαπάλη – Ν. Φίλης: Όσο διατηρείται σε εκκρεμότητα το Κυπριακό, τόσο…

Τα μεγάλα εμπόδια του Ερντογάν στην προσπάθειά του να καταστήσει την Τουρκία μεγάλη περιφερειακή δύναμη στην περιοχή, είναι κυρίως η Ελλάδα και η Κύπρος εξαιτίας του γεγονότος ότι οι δύο χώρες είναι μέλη της ΕΕ. Τα τρία γεγονότα, Λωζάνη, Μοντρέ, Αγία Σοφία καθώς και η έξοδος του Τουρκικού στόλου στο Αιγαίο μαζί με την απειλή της διεξαγωγής ερευνών από το ORUCREIS, αποτελούν στοιχεία στρατηγικής της Τουρκικής εξωτερικής πολιτικής τα οποία θα πρέπει να τα προλαμβάνουμε.

Απέναντι σε αυτά θα πρέπει να αντιτάξουμε την διεθνή διπλωματία και τη θέση της Ελλάδας στο διεθνές στερέωμα σα μέλος της ΕΕ, του ΝΑΤΟ καθώς και τις καλές σχέσεις με μια σειρά άλλες χώρες. Θέλουμε την οργή και την αποφασιστικότητα από τους συμμάχους μας   απέναντι στην Τουρκική προκλητικότητα, την επιβολή κυρώσεων και όχι απλά την έκφραση λύπης και στενοχώριας εκ μέρους τους.

Η ανακήρυξη της Αγίας Σοφίας σε τζαμί από τον Ερντογάν αποτελεί εκτός των άλλων ένα τεράστιο παγκόσμιο νομικό ζήτημα. Πέρα από τις δικές μας ευαισθησίες για το ζήτημα, υπάρχει και ο χαρακτηρισμός της Αγίας Σοφίας σα μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Η χώρα η οποία έχει εγγράψει τα μνημεία παγκόσμιας κληρονομιάς στην UNESCO, έχει και την ευθύνη της προστασίας τους. Όλοι θυμόμαστε  τα γεγονότα στην Παλμύρα και τις τεράστιες διαμαρτυρίες απέναντι στον ISISγια την καταστροφή τους.

Πέρα από τις κυρώσεις θα πρέπει άμεσα να συγκληθεί το συμβούλιο της Ευρώπης και το συμβούλιο των πολιτικών αρχηγών στη χώρα μας, που θα χαράξει μια ενωτική τακτική όσο αφορά τις απαντήσεις απέναντι σε ενδεχόμενη παραβίαση της εθνικής κυριαρχίας μας.

Αυτή τη στιγμή στο Αιγαίο υπάρχει μια σχετική ισορροπία ανάμεσα στις δύο χώρες με ένα ελαφρό προβάδισμα της ισχύος της Ελλάδας. Οι προτάσεις του Αλέξη Τσίπρα μετά την συνάντηση με τον κο Μητσοτάκη, τόσο για την επέκταση της υφαλοκρηπίδας στο Ιόνιο όσο και τις προτάσεις που αφορούν το Αιγαίο δείχνουν το δρόμο απέναντι σε ενδεχόμενη αύξηση των προκλήσεων από την Τουρκική πλευρά.

Το κάψιμο της Τουρκικής σημαίας στη συγκέντρωση της Θεσσαλονίκης, όπως και διάφορες ακραίες φωνές σχετικά με το μουσείο του Κεμάλ, αποτελούν μια ανθελληνική εθνικιστική στάση  που αδυνατίζει τις θέσεις της χώρας μας και «θρησκευτικοποιεί» ένα άκρως πολιτικό και γεωπολιτικό ζήτημα, με ότι αυτό συνεπάγεται.

Μια δημιουργία ΑΟΖ με την Αίγυπτο στα ανατολικά της Κρήτης, θα έκοβε το παράνομο Τουρκολιβυκό σύμφωνο.

Η αναβάθμιση των κινήσεων του Ερντογάν σήμερα, στοχεύει στη κάλυψη του κενού που εμφανίζεται από την αποχώρηση των ΗΠΑ από την περιοχή, την αποχώρηση της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων από τη Λιβύη, της μείωσης των τιμών του πετρελαίου διεθνώς, της αδύνατης οικονομικής θέσης του ΙΡΑΝ κλπ.

Οι συναντήσεις του κου Μητσοτάκη με τους πολιτικούς αρχηγούς, έδειξαν ότι τα κόμματα της αντιπολίτευσης και ιδιαίτερα η αξιωματική αντιπολίτευση βλέπουν τα πράγματα πολύ σοβαρά και όσο τουλάχιστον αφορά το ΣΥΡΙΖΑ, σε καμιά περίπτωση δεν θα εμπλέκαμε εθνικά ζητήματα στην πολιτική διαπάλη.

Πρέπει να κάνουμε διαρκώς προσπάθεια να αποφύγουμε μια πολεμική εμπλοκή αλλά να ξέρουμε κιόλας ότι ζώντας σε ένα κόσμο συμφερόντων, σε αυτό το ενδεχόμενο αρχικά μπορεί να βρεθούμε και μόνοι μας. Αυτό συνεπάγεται ότι πρέπει να φροντίζουμε διαρκώς για την ισχύ των ενόπλων μας δυνάμεων.

 

Ν. Φίλης: Όσο διατηρείται σε εκκρεμότητα το Κυπριακό, τόσο συντηρείται η ελληνοτουρκική ένταση

Συνέντευξη του Νίκου Φίλη, βουλευτή Α΄ Αθήνας και τομεάρχη Παιδείας της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ, στην εφημερίδα Real News της Κυριακής και στο δημοσιογράφο Παναγή Γαλατσιάτο:

1.     Οι τελευταίες εξελίξεις στα ελληνοτουρκικά, με την δεδηλωμένη πρόθεση της Τουρκίας για έρευνες στην ελληνική υφαλοκρηπίδα, δείχνουν πως θα περάσουμε ένα θερμό καλοκαίρι. Ανησυχείτε για θερμό επεισόδιο; Πώς αξιολογείτε τους χειρισμούς της κυβέρνησης;

Για λόγους εσωτερικής πολιτικής κατανάλωσης αλλά και επειδή διεκδικεί ένα αυξημένο περιφερειακό ρόλο, ο Ερντογάν κλιμακώνει κινήσεις που δεν απειλούν μόνο την Ελλάδα. Συνεπώς, πρέπει να αναζητήσουμε τις αναγκαίες και αναγκαστικές συμμαχίες. Μετά την Ιταλία, να κλείσουμε συμφωνία με την Αίγυπτο για την ΑΟΖ. Να θέσουμε τα ζητήματα στην ΕΕ και να επιμείνουμε στη δίκαιη και βιώσιμη επίλυση του Κυπριακού. Όσο διατηρείται σε εκκρεμότητα το Κυπριακό, τόσο συντηρείται η ελληνοτουρκική ένταση. Να αξιοποιήσουμε κάθε δυνατότητα προετοιμασίας διαλόγου, που όμως πρέπει να στηρίζεται σε καθαρές επιδιώξεις στη βάση του διεθνούς δικαίου και να οδηγεί στην Χάγη, την κατάλληλη στιγμή. Αυτό δεν εξυπηρετείται με χειρισμούς μυστικής διπλωματίας, όπως φάνηκε να υιοθετεί η κυβέρνηση, γιατί ο λαός δεν ενημερώνεται και το παρασκήνιο συνήθως οδηγεί σε οδυνηρούς αιφνιδιασμούς. Το προηγούμενο της Συμφωνίας των Πρεσπών είναι ένα κεκτημένο για να αντιμετωπίσουμε το μείζον θέμα των ελληνοτουρκικών. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μιμείται τη ΝΔ, δεν συμπεριφέρεται δηλαδή ανεύθυνα στην αντιμετώπιση των εθνικών θεμάτων. Όλες οι πολιτικές δυνάμεις οφείλουν να μείνουν μακριά από τη ρητορική του εθνικισμού. Είναι προφανές ότι η σταθερή επιλογή για διπλωματικές πρωτοβουλίες και διάλογο υποστηρίζεται από την αποτρεπτική ισχύ των ενόπλων μας δυνάμεων.

2.     Ποια είναι η άποψη σας για τη συμφωνία που επετεύχθη στις Βρυξέλλες για το ταμείο ανάκαμψης; Και για ποιο λόγο συνεχίζει να εγκαλεί το κόμμα σας τη ΝΔ για καταστροφική διαχείριση στην Οικονομία;

H συμφωνία, παρά τη αρνητική ανακατανομή του ποσού, συνιστά ένα βήμα πιο μακριά από τον φιλελευθερισμό, και πιο κοντά σε μια Ευρώπη ομοσπονδιακή και αλληλέγγυα. Για πρώτη φορά, η ΕΕ δέχεται, έστω «φειδωλά» και εμμέσως, την ανάγκη αμοιβαιοποίησης του δημόσιου χρέους, τη χαλάρωση του Συμφώνου Σταθερότητας και την ενίσχυση των οικονομιών με ζεστό χρήμα. Είναι τα ζητήματα που έθετε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ το πρώτο εξάμηνο του 2015 και λοιδορούνταν. Απομένει να δούμε ποιοι όροι θα τεθούν στην πορεία, γιατί οι κυρίαρχες δυνάμεις διατηρούν τη δυνατότητα να θέτουν μνημονιακούς όρους. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο είναι αναγκαίο η χώρα μας, να συγκροτήσει το δικό της σχέδιο για την παραγωγική ανασυγκρότηση, με επίκεντρο την εργασία, τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα και την οικολογική μετάβαση. Η ΝΔ αντιμετωπίζει τη νέα κρίση ως αφορμή για επιστροφή σε μνημονιακές πολιτικές, πχ. η πρόταση Πισσαρίδη για ιδιωτικοποίηση των επικουρικών συντάξεων που οδηγεί στην κατασπατάληση πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης αντί τα χρήματα αυτά να κατευθυνθούν στην ισχυροποίηση του ΕΣΥ.

3.     Το κόμμα σας βρέθηκε στο επίκεντρο αρνητικών αποκαλύψεων για συμπεριφορές στελεχών του το τελευταίο διάστημα. Θεωρείτε και εσείς ότι πρόκειται για συντονισμένη απόπειρα αποπροσανατολισμού, όπως υποστηρίζουν κορυφαία στελέχη σας; Και αν συνεχιστούν τέτοιες αποκαλύψεις πως θα τις αντιμετωπίσετε;

Η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ υπερασπίστηκε την εθνική αξιοπρέπεια, τη δημοκρατία και τα λαϊκά συμφέροντα. Είχε όμως επιμέρους αρνητικές πλευρές, που αφορούσαν συμπεριφορές στελεχών. Το παραδεχθήκαμε δημόσια, πριν ξεκινήσει η εκστρατεία με την οποία επιχειρείται η κατασυκοφάντηση της Αριστεράς και ο εκφοβισμός της κοινωνίας. Δεν έχουμε να κρύψουμε τίποτα, ούτε να φοβηθούμε αποκαλύψεις. Η δύναμή μας είναι η ειλικρίνεια, η γνησιότητα των προθέσεών μας και η ικανότητα να μαθαίνουμε από τα λάθη μας. Να αναλογιστούμε όμως όλοι, πού οδηγεί η στρατηγική των υποκλοπών; Είναι μικρονοϊκό και επικίνδυνο να πιστεύει κανείς ότι με τέτοιες μεθόδους μπορούν να διαλυθούν πολιτικά κόμματα και ακόμα περισσότερο να «εξυγιανθεί» η πολιτική ζωή. Συνήθως η πολιτική βουλιάζει ακόμα βαθύτερα στην ανυποληψία και από αυτή τη δίνη δεν σώζεται κανείς. Σε συνθήκες που είναι αναγκαία η εθνική συνεννόηση για την αντιμετώπιση εξωτερικών κινδύνων, σε τι ωφελεί άραγε ένα κλίμα διχασμού;

4.     Ως δημοσιογράφος, συμφωνείτε με την απόφαση της κυρίας Γεροβασίλη να στραφεί δικαστικά κατά μέσου ενημέρωσης και δημοσιογράφων;

Η δεοντολογία, με πρώτο στοιχείο το σεβασμό στην προσωπικότητα του πολίτη, πρέπει να διέπει τη λειτουργία της ενημέρωσης. Δυστυχώς αυτά έχουν κουρελιαστεί, σε μια περίοδο που ιδιαίτερα στα ηλεκτρονικά Μέσα και στα κοινωνικά δίκτυα θερίζει ο κιτρινισμός και η δολοφονία χαρακτήρων, συχνά μάλιστα με την υποκίνηση κυβερνητικών-κομματικών και επιχειρηματικών κέντρων.  Όταν μια εφημερίδα, με παράδοση αξιοπιστίας, υιοθετεί αναπόδεικτους συκοφαντικούς ισχυρισμούς, τότε ένας πολιτικός έχει υποχρέωση να απαντήσει και να υπερασπιστεί την αλήθεια και την αξιοπρέπειά του. Μακάρι η υπόθεση να μη φτάνει στα δικαστήρια, αλλά αυτό δεν εξαρτάται μόνο από την πλευρά του πολιτικού, αλλά και του μέσου ενημέρωσης που δεν πρέπει να συμπεριφέρεται ως θεσμός εξουσίας.

5.     Γιατί θέσατε ζήτημα νομιμότητας τίτλων σπουδών λόγω του νομοσχεδίου για την ιδιωτική εκπαίδευση; Τι σας ανησυχεί;

Το Σύνταγμα κατοχυρώνει την εποπτεία του κράτους, όχι μόνο στη δημόσια αλλά και στην ιδιωτική εκπαίδευση. Το ιδιωτικό σχολείο δεν είναι μια κοινή επιχείρηση και η Παιδεία δεν είναι εμπόριο. Η προστασία των ιδιωτικών εκπαιδευτικών από τις πιέσεις των σχολαρχών είναι προϋπόθεση για την ελευθερία της διδασκαλίας και την ποιότητα της εκπαίδευσης, συνεπώς και την ισοτιμία των τίτλων όλων των σχολείων. Όλα αυτά προβλέπονται στο Σύνταγμα του 1975, που είχε προωθηθεί από τον Κ. Καραμανλή αλλά και σε μετέπειτα νόμους, επί υπουργίας Γ. Ράλλη, κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ και της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, που κατήργησε τις μνημονιακές ρυθμίσεις στην ιδιωτική εκπαίδευση. Τώρα, χωρίς το άλλοθι της τρόικας, επανέρχεται δριμύτερη η νομοθεσία των μνημονίων, που στην περίπτωση αυτή ισοδυναμεί με αμφισβήτηση του συνταγματικού κεκτημένου της Μεταπολίτευσης. Πρώτοι θα έπρεπε να ανησυχούν οι γονείς που συχνά με θυσίες στέλνουν τα παιδιά στην ιδιωτική εκπαίδευση, με συνείδηση ότι το πράττουν για το καλό τους. Είναι άραγε τυχαίο ότι η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών, ακόμα και πολλοί από αυτούς που υποστηρίζουν τη ΝΔ, στις δημοσκοπήσεις εκφράζουν την αντίθεσή τους στην κυβερνητική πολιτική ειδικά στο χώρο της εκπαίδευσης;

6.     Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι δεν έχετε καταφέρει να ανακτήσετε την εμπιστοσύνη των πολιτών ούτε να διευρύνετε την απήχησή σας. Κάνετε κάτι λάθος; Και τι πρέπει να αλλάξετε;

Στις εκλογές, το 32%, ψήφισε το ΣΥΡΙΖΑ με την εντολή να βελτιωθεί από τα λάθη του για να επιστρέψει στη διακυβέρνηση της χώρας. Δεν υποτιμώ τις δημοσκοπήσεις, αλλά διαφέρουν από τις εκλογές. Επισημαίνω πάντως ότι υπάρχει μια ρευστότητα στο πολιτικό σύστημα, που σε ορισμένες της εκδηλώσεις, όπως πχ. στο προσφυγικό και στην εξωτερική πολιτική, δείχνει να αποκτά χαρακτηριστικά ακροδεξιάς επιρροής. Το θέμα είναι ευρωπαϊκό, αλλά στη χώρα μας έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς η πάσης φύσεως ακροδεξιά ψαρεύει στα θολά νερά μιας παρατεταμένης κρίσης στην οικονομία και στις κοινωνικές αξίες. Η ριζοσπαστική Αριστερά οφείλει να απαντήσει με πρόγραμμα συγκεκριμένων μεταρρυθμίσεων, απομακρυνόμενη από τους μνημονιακούς καταναγκασμούς της διακυβέρνησής της, ένα πρόγραμμα που θα λαμβάνει υπόψη τις τεράστιες αλλαγές που σηματοδοτεί η εποχή του κορονοϊού και θα εντάσσονται σε ένα ορίζοντα δικαιοσύνης, σε μια περίοδο που αυξάνονται οι κοινωνικές ανισότητες, ενισχύεται ο αυταρχισμός και οι ρατσιστικές συμπεριφορές προκαλώντας κοινωνικές αντιδράσεις στις ΗΠΑ και σε άλλες χώρες ενώ η κλιματική αλλαγή σπέρνει τις πανδημίες και απειλεί τον πλανήτη.