Δεν υπάρχουν περιθώρια για άλλα λάθη της κυβέρνησης

Η Αριστερά δεν κάνει πολιτική αξιοποιώντας τις κοινωνικές τραγωδίες. Οφείλει όμως να κάνει πολιτική για να τις ανακόψει.

Σε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του στην Εποχή, ο Μπάμπης Γεωργούλας αναρωτιέται εάν η κήρυξη του δεύτερου lockdown θα αποτελέσει το σημείο καμπής για την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Αν δηλαδή από εδώ και πέρα θα αρχίσει η σταδιακή αποδόμηση του κυβερνητικού αφηγήματος και η δημοσκοπική φθορά της ΝΔ.

Το ερώτημα είναι πολύ σημαντικό, ιδιαίτερα αν η αντιπολίτευση τοποθετηθεί πάνω σε αυτό χωρίς όρους σπέκουλας και τυμβωρυχίας. Η ΝΔ ως αντιπολίτευση έκανε ακριβώς αυτό μετά την τραγωδία στο Μάτι, επένδυσε καιροσκοπικά στην πάνδημη θλίψη για τα θύματα και στην εκτόξευση ανυπόστατων κατηγοριών. Προφανώς πρέπει να δείξουμε ότι δεν είμαστε ίδιοι.

Ο λόγος που η κυβέρνηση δεν μπορεί να μένει στο απυρόβλητο για την διαχείριση της πανδημίας είναι η ανάγκη να περιοριστούν το ταχύτερο δυνατόν οι συνέπειες της, τόσο σε ανθρώπινες ζωές όσο και στην οικονομία.

Λόγω της προτεραιότητας που δίνει στην επικοινωνία έναντι της πολιτικής, η κυβέρνηση δίνει συστηματικά στην ελληνική κοινωνία μια εξωραϊσμένη εικόνα της κατάστασης. Ακόμη χειρότερα, η κυβέρνηση σχεδιάζει με βάση αυτή την ψευδή εικόνα της κατάστασης. Με αποτέλεσμα να γίνονται  σοβαρά λάθη, όπως η επένδυση στο απότομο τουριστικό άνοιγμα της χώρας, που έφερε τελικά λίγα έσοδα και πολλά εισαγόμενα κρούσματα.

Η μη επένδυση στην βελτίωση των Μέσων Μεταφοράς, στην αραίωση των τάξεων στα σχολεία, στην αναβάθμιση του ΕΣΥ, που θα την πληρώσουμε με μεγαλύτερες καραντίνες και μεγαλύτερη οικονομική ζημιά και φυσικά με μεγαλύτερο κόστος σε θύματα.

Η τσιγγουνιά στην στήριξη όσων πλήττονται, που θα την πληρώσουμε με βαθύτερη ύφεση.

Με απλά λόγια, από τον Μάϊο και μετά πάμε χειρότερα και υγειονομικά και οικονομικά από ότι θα έπρεπε, λόγω σφαλμάτων της κυβέρνησης. Η αντιπολίτευση όφειλε –και σε γενικές γραμμές το έκανε- να τα επισημάνει και να προτείνει αλλαγή πορείας. Αφού η κυβέρνηση δεν ακούει και συνεχίζει τα ίδια σφάλματα, το ζήτημα αναγκαστικά γίνεται πολιτικό.

Είναι φανερό ότι το πραγματικό σχέδιο της κυβέρνησης είναι «βλέποντας και κάνοντας μέχρι να έλθει το εμβόλιο». Αυτό το βλέποντας και κάνοντας σημαίνει πρακτικά μια διαρκή ισορροπία τρόπου ανάμεσα στην ανάγκη να ανοίγει η οικονομία και στον περιορισμό των ανθρώπινων θυμάτων όταν ξεφεύγει η πανδημία.

Οι μεγάλοι κίνδυνοι για τη χώρα από αυτή την εμπειρική, σχεδόν οπορτουνιστική, πολιτική που ασκεί η κυβέρνηση είναι:

Να μην υπολογιστεί σωστά η υποχώρηση των κρουσμάτων μπροστά στο συνεχές άγχος για την αγορά και να ανοίγουμε την καραντίνα πρόωρα και με συνεχείς «εκπλήξεις» από την εκθετική αύξηση. Δηλαδή μια επανάληψη αυτού που έγινε όταν υποτιμήθηκαν οι συνέπειες από το άκριτο άνοιγμα του τουρισμού.

Να ξεφύγει τόσο η ύφεση που να μην «μαζεύεται» το 2021. Η απειλή εδώ για την χώρα είναι να βρεθούμε ξανά σε συνθήκες ασύμμετρης κρίσης, δηλαδή να ανακάμπτει η ΕΕ αλλά όχι η Ελλάδα. Αυτό ακριβώς συνέβη μετά το 2008.

Να μην αποτελεί το εμβόλιο μια τόσο γρήγορη λύση στο πρόβλημα, παρά τα πρόσφατα ευχάριστα νέα. Άρα να υπάρχει θέμα με τον τουρισμό το προσεχές καλοκαίρι, να γίνονται πάλι ανόητοι συμβιβασμοί με τα μεγάλα τουριστικά γραφεία του εξωτερικού, να χρειάζεται κάτι περισσότερο ουσιαστικό ως σχέδιο από τουριστικές φωτογραφίες του Πρωθυπουργού στη Σαντορίνη.

Δεν υπάρχει λόγος να αναλάβει η χώρα όλους αυτούς τους κινδύνους. Ακόμη περισσότερο, να τους διαιωνίσει.

Οι πρόσφατες συνεχώς εσφαλμένες επιλογές της κυβέρνησης πρέπει να αποτελέσουν το σημείο καμπής για την πορεία της, όχι επειδή η αντιπολίτευση αναζητεί την πολιτική ευκαιρία αλλά επειδή η χώρα χρειάζεται επειγόντως μια άλλη πολιτική.

Αν η κυβέρνηση οδηγήσει τη χώρα σε ανθρωπιστική και οικονομική τραγωδία, θα καταρρεύσει αναπόδραστα υπό το βάρος των ευθυνών της. Προφανώς όμως είναι καλύτερο να αποφύγουμε την τραγωδία, να πιεστούν τώρα για να αλλάξουν πολιτική όσο υπάρχει καιρός.

Γιώργος Βεργόπουλος