Αποστολή τεθωρακισμένων στην Ουκρανία: Πώς επηρεάζει την εθνική άμυνα η συμφωνία με την Γερμανία

Η Ελλάδα στέλνει άμεσα τεθωρακισμένα στην Ουκρανία - Τι προβλέπει η συμφωνία Μητσοτάκη - Scholz για αντικατάσταση

Σημαντικές πτυχές της συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας για την αποστολή οπλικών συστημάτων από την Αθήνα στο Κίεβο, με αντάλλαγμα αντίστοιχα γερμανικά, αναδεικνύει μιλώντας στο Tvxs.gr, ο πρώην Αργηγός ΓΕΣ, στρατηγός, Γεώργιος Καμπάς.

Ο κ. Καμπάς αναλύει, τόσο τα ίδια τα οπλικά συστήματα που ανακοινώθηκαν ότι θα παραδοθούν – ανταλλαγούν, όσο και τις ευρύτερες διαστάσεις αυτής της ανταλλαγής τόσο για την εθνική άμυνα, όσο και για την γεωπολιτική κατάσταση της χώρας.

Πώς σχολιάζετε την ανακοίνωση της συμφωνίας με την Γερμανία;

Αιφνιδιαστήκαμε για δεύτερη φορά, μαθαίνοντας από τρίτον – την πρώτη φορά ήταν ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, τώρα είναι ο καγκελάριος της Γερμανίας – ότι εμείς διαθέτουμε όπλα και πυρομαχικά στην Ουκρανία και η κυβέρνηση δεν ενημερώνει τον ελληνικό λαό για κάτι τόσο σοβαρό.

Πάρα πολύ σημαντικό επίσης είναι ότι, όπως και την προηγούμενη φορά με τα πυρομαχικά που δόθηκαν από την Ελλάδα – και έχουν δοθεί στην Ουκρανία πολλά και πολλών τύπων πυρομαχικά, που είναι αρκετά σημαντικά για την εθνική μας άμυνα – δεν ακολουθήθηκαν όλες οι διαδικασίες που προβλέπει ο νόμος. Υπάρχει ειδικό άρθρο στη νομοθεσία που προβλέπει επακριβώς πώς πρέπει να γίνεται αυτή η διαδικασία. Αλλά το μάθαμε από την συνέντευξη που έδωσε ο καγκελάριος Σολτς στις Βρυξέλλες, πριν καν το αναφέρει ο δικός μας πρωθυπουργός. Άρα είναι θέμα αιφνιδιασμού και μάλιστα αρνητικού.

Η Ελλάδα διαθέτει τα ΒΜΡ-1 τα οποία είναι ανατολικογερμανικά τεθωρακισμένα οχήματα μεταφοράς προσωπικού και τα οποία έχουμε πάρει το 1994. Τα επισκευάσαμε και τα ανακατασκευάσαμε σε έναν βαθμό, έτσι ώστε να μπορέσουμε να τα χρησιμοποιήσουμε. Μάλιστα, στην πάροδο των ετών, ένας αριθμός από αυτά δόθηκαν στις ιρακινές ένοπλες δυνάμεις και ένας άλλος αριθμός δόθηκαν στις αιγυπτιακές ένοπλες δυνάμεις, με τις διαδικασίες όμως τις προβλεπόμενες από τον νόμο, και στις δύο περιπτώσεις. Αυτά που έχουμε εμείς βρίσκονται σε νησιά του ανατολικού Αιγαίου.

Αυτό το οπλικό σύστημα λοιπόν είναι της δεκαετίας 1965 – 1975 και, όπως καταλαβαίνουμε, διαθέτει την τεχνολογία εκείνης της εποχής. Είναι πράγματι ένα πολύ σκληροτράχηλο οπλικό σύστημα, πολύ γερό, πάρα πολύ καλό και από πλευράς μεταφοράς προσωπικού, αλλά και δυνατοτήτων. Αλλά, όπως και να το κάνουμε, είναι εκείνης της εποχής.

Ένα μεγάλο ατού που έχει αυτό το οπλικό σύστημα και για το οποίο το είχαμε κρατήσει ως Ελληνικός Στρατός, σαν επιχειρησιακή λογική, είναι ότι διαθέτει ένα πυροβόλο 73 χιλιοστών. Μάλιστα, είναι τόσο ισχυρό το πυροβόλο αυτό, που κάποιες χώρες το όχημα αυτό το χρησιμοποιούν και ως άρμα μάχης και όχι απλώς σαν όχημα μεταφοράς προσωπικού. Ένα τάγμα πεζικού που διαθέτει αυτά τα οχήματα, με αυτά τα πυροβόλα, έχει πολύ μεγάλη δύναμη πυρός, γι’ αυτό και τα χρησιμοποιούμε στην άμυνα σε νησιά μας.

Το ΒΜΡ-1 αντικαθίσταται αυτό από το Marder, το οποίο είναι κατασκευής1970 – 1980. Δηλαδή, αυτά τα δύο οχήματα έχουν διαφορά μεταξύ τους πέντε με δέκα χρόνια σε τεχνολογική εξέλιξη. Άρα είναι όντως πιο μοντέρνο, έχει πιο ισχυρό κινητήρα από το άλλο και μπορεί πράγματι να ακολουθεί καλύτερα τα εξελιγμένα άρματα μάχης που διαθέτουμε, διότι, λόγω του κινητήρα του, επιτυγχάνει υψηλότερες ταχύτητες από τα ΒΜΡ-1. Και πάλι όμως μιλάμε για τεχνολογία 1970 – 1980.

Επίσης, τα Marder, έχουν ένα πυροβόλο 20 χιλιοστών στον πυργίσκο τους, μικρότερο από τα ΒΜΡ-1.

Την 10ετία 2000 – 2010 διαπραγματευόμασταν πάλι να αγοράσουμε αυτά τα οχήματα, μεταχειρισμένα, από την Γερμανία, τα οποία όμως είχαν επιπλέον και έναν εκτοξευτή αντιαρματικών πυραύλων Milan, τους οποίους διαθέτει ήδη ο Ελληνικός Στρατός.

Συνεπώς;

Σίγουρα, σε πρώτη φάση, το ότι θα φύγει από τα νησιά ένα όχημα με ένα πυροβόλο 73 χιλιοστών, το οποίο κάνει αρκετά μεγάλη ζημιά στον αντίπαλο και θα αντικατασταθεί από ένα πυροβόλο 20 χιλιοστών, αυτή η διαφορά ισχύος είναι κάτι αρνητικό. Θεωρώ, όμως, ότι κάποια στιγμή θα πρυτανεύσουν η λογική και η ψυχραιμία και θα αναζητηθούν άλλοι τρόποι για να καλυφθούν αυτές οι διαφορές στην ισχύ πυρός.

Αυτοί οι τρόποι θα είναι κοστοβόροι;

Ασφαλώς. Ή θα πρέπει να μετακινήσουμε άλλα οπλικά συστήματα από άλλα σημεία του ελλαδικού χώρου για να ενισχύσουμε τις μονάδες αυτές των Marder έτσι ώστε να ανακτηθεί η ίδια ή  παρόμοια δύναμη πυρός με αυτήν που χάθηκε με την παράδοση των ΒΜΡ-1 στην Ουκρανία, ή τα Marder θα κατανεμηθούν αλλού και στην θέση των ΒΜΡ-1 θα σταλούν άλλα συστήματα. Διότι ακόμη δεν ξέρουμε την γεωγραφική κατανομή των Marder. Αυτό είναι θέμα του επιτελείου.

Το άλλο πολύ σημαντικό ζήτημα είναι ότι ο Ελληνικός Στρατός δεν γνωρίζει τα Marder. Δεν γνωρίζει ούτε να τα συντηρεί, ούτε να τα υποστηρίζει, ούτε να τα χρησιμοποιεί. Άρα λοιπόν θα χρειαστεί ένα χρονικό διάστημα – το οποίο δεν είναι πάρα πολύ μεγάλο, αλλά δεν είναι και αμελητέο – που θα πρέπει ο Ελληνικός Στρατός για να τα αξιοποιήσει. Διότι μπορεί μετά από τόσο μακρά αποθήκευση στην Γερμανία να χρειάζεται να επισκευαστούν – ενεργοποιηθούν και να εκπαιδευτεί το προσωπικό μας σε συνθήκες μάχης, δηλαδή με ασκήσεις, έτσι ώστε να μπορεί να τα χρησιμοποιήσει στο 100%, όπως  τώρα χρησιμοποιεί τα ΒΜΡ-1. Είναι αυτό που λέμε εμείς στον στρατό, «η επιχειρησιακή πιστοποίηση του προσωπικού» που θα κάνει τη χρήση αυτών των νέων οπλικών συστημάτων.

Τι θα πρέπει να κάνουμε λοιπόν;

Άρα λοιπόν θα πρέπει να προσεχτεί, έτσι ώστε πρώτα να παραληφθούν τα Marder, να πάνε εκεί από όπου θα φύγουν τα ΒΜΡ-1 – ή όποιο άλλο οπλικό σύστημα μεταφερθεί για να τα αντικαταστήσει – να πιστοποιηθεί το προσωπικό στη χρήση του νέου οπλικού συστήματος και στη συνέχεια να αποσυρθούν τα ΒΜΡ-1 από τα νησιά και τη χώρα. Διότι βρισκόμαστε απέναντι από έναν αντίπαλο που είναι πλήρως αναθεωρητικός και δεν ξέρουμε πραγματικά πώς μπορεί να εξελιχθεί η κατάσταση.

Μας χρειάζεται πραγματικά αυτό το «ντόμινο» που περιγράψατε παραπάνω, αυτή τη στιγμή;

Πράγματι δεν είναι και το ευκολότερο πράγμα να γίνουν όλα αυτά και μάλιστα τη στιγμή που εντοπίζουμε αυτήν την κατάσταση (σσ: με την Τουρκία). Όχι ότι είναι τραγική – το ξεκαθαρίζω αυτό ως πρώην Αρχηγός του Στρατού – αλλά είναι δύσκολη και πρέπει να έχουμε ψυχραιμία και επιχειρησιακή ετοιμότητα. Και να το ξέρει αυτό ο αντίπαλός μας.

Η αντιπολίτευση θεωρεί ότι με την αποστολή και άλλων όπλων, η Ελλάδα βαθαίνει την εμπλοκή της στον πόλεμο, με οδυνηρές συνέπειες για τον ελληνικό λαό. Ποια είναι η γνώμη σας;

Όπως και το μεγαλύτερο ποσοστό του ελληνικού λαού συμφωνώ απόλυτα με αυτό. Αυτή τη στιγμή πράγματι, με αυτό που κάνουμε, ρίχνουμε και άλλο λάδι στη φωτιά του πολέμου. Επιτείνουμε τη συνέχιση της αιματοχυσίας. Θα έπρεπε σαν χώρα – η οποία μάλιστα βρίσκεται πολύ κοντά σε όλη αυτή τη μεγάλη καταστροφή – να έχουμε αντιθέτως μια διάθεση δημιουργίας ειρηνευτικών διαδικασιών. Να προσπαθήσουμε και τις δύο πλευρές – με τις οποίες είχαμε αντίστοιχα άριστες σχέσεις πριν τον πόλεμο – να τις πείσουμε, να είμαστε γεφυροποιοί. Να γεφυρώνουμε διαφορές και χάσματα. Αντίθετα, με αυτό που κάνουμε, μπαίνουμε πιο βαθιά στην πλευρά του πολέμου, κάναμε αντίπάλο μας έναν από τους εμπόλεμους – εν προκείμενω την Ρωσία – και σίγουρα αυτό δεν βοηθάει την χώρα να συνεχίσει να είναι πόλος σταθερότητας και ειρήνης, όπως τόσα χρόνια προσπαθήσαμε να την δημιουργήσουμε.

Νομίζω ότι είναι προς την λάθος κατεύθυνση η συνέχιση διάθεσης οπλικών συστημάτων και πυρομαχικών στην Ουκρανία. Όχι διότι δεν θέλουμε να υποστηρίξουμε την Ουκρανία. Ασφαλώς και θέλουμε. Πιστεύω, όμως ότι, μπαίνοντας ήδη στον τέταρτο μήνα του πολέμου, με όλη αυτή την καταστροφή και αιματοχυσία, η Ουκρανία θα βοηθούνταν πολύ περισσότερο, αν προσπαθούσαμε να βρεθεί ένας δρόμος για να υπάρξει κατάπαυση πυρός, να αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις και να σταματήσει αυτό το δράμα. Αυτό νομίζω θα ήταν πολύ μεγαλύτερη βοήθεια προς τη χώρα.

Γρηγόρης Ν. Θεοχάρης