Ανιστόρητες προσβολές του Βρετανικού Μουσείου

 

Μέρος των γλυπτών του Παρθενώνα στο Βρετανικό Μουσείο

Χθεσινό δημοσίευμα της βρετανικής εφημερίδας Guardian αποκάλυπτε τα όσα διημείφθησαν μεταξύ ελληνικής και βρετανικής αντιπροσωπείας την Παρασκευή, κατά τη σύνοδο της αρμόδιας Διακυβερνητικής Επιτροπής της UNESCO, όπου ο Βρετανός αναπληρωτής διευθυντής του μουσείου υποστήριξε ότι η ομάδα του Ελγιν βρήκε τα περισσότερα από τα Γλυπτά της ζωφόρου «στα χαλάσματα» γύρω από τον Παρθενώνα.

Λίγα 24ωρα μετά την, επίπλαστη δυστυχώς, ευφορία που είχε προκαλέσει η ανακοίνωση της UNESCO κατ’ αρχάς και ύστερα η υποδοχή και η «ανάγνωση» (ειδικά στο εσωτερικό) της είδησης ότι, κατόπιν επιδίωξης της βρετανικής πλευράς, οι υπουργοί Πολιτισμού Ελλάδας και Βρετανίας θα συναντηθούν άμεσα και θα συζητήσουν επισήμως το θέμα της επανένωσης των Γλυπτών του Παρθενώνα, ένα ρεπορτάζ της εφημερίδας Guardian αποκάλυψε περίτρανα ρήγμα στις διμερείς σχέσεις, ίσως και μεγαλύτερο απ’ αυτό που προϋπήρχε.

Χθες λοιπόν η βρετανική εφημερίδα κατέστησε σαφές όχι μόνον ότι οι συνομιλίες για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα μεταξύ Ελλάδας και Ηνωμένου Βασιλείου κατά τη σύνοδο της αρμόδιας Διακυβερνητικής Επιτροπής της UNESCO για την Προώθηση της Επιστροφής Πολιτιστικής Περιουσίας στις Χώρες Προέλευσης ή της Αποκατάστασής της σε περίπτωση Παράνομης Οικειοποίησης (ICPRCP) την περασμένη Παρασκευή έγιναν σε ιδιαίτερα τεταμένο κλίμα, αλλά και ότι αυτή την ένταση την πυροδότησε μια αναδίπλωση της βρετανικής πλευράς – η οποία απέδειξε και πάλι ότι δεν έχει μετακινηθεί ούτε χιλιοστό από τις θέσεις της.

Σύμφωνα με όσα δημοσίευσε ο Guardian, λάδι στη φωτιά έριξε ο ανιστόρητος ισχυρισμός του αναπληρωτή διευθυντή του Βρετανικού Μουσείου, δρος Τζόναθαν Ουίλιαμς, ότι τα περισσότερα από τα γλυπτά της ζωφόρου, που αφαιρέθηκαν από τον λόρδο Ελγιν, βρέθηκαν «στα χαλάσματα» γύρω από τον Παρθενώνα και δεν ακρωτηριάστηκαν, «όπως έχει υποστηριχθεί». Και όχι μόνον αυτό. Ο ίδιος έφτασε στο σημείο να υποστηρίξει ότι η επιθυμία της Ελλάδας για την επανένωση των Γλυπτών είναι ένα μύθευμα χωρίς αντίκρισμα («Δεν θα υπάρξει ποτέ μια μαγική στιγμή επανένωσης», είπε επί λέξει) καθώς μεγάλο μέρος των γλυπτών «καταστράφηκε στα τέλη του 17ου αιώνα πολύ προτού ο Ελγιν δραστηριοποιηθεί στην Αθήνα».

Ηταν φυσικό οι δηλώσεις αυτές να προκαλέσουν οργή εκ μέρους της ελληνικής αντιπροσωπείας (που αποτελούνταν από τον γενικό γραμματέα του ΥΠΠΟΑ Γιώργο Διδασκάλου, τον γενικό διευθυντή του Μουσείου Ακρόπολης και διακεκριμένο αρχαιολόγο Νικόλαο Σταμπολίδη και ως εκπρόσωπο του υπουργείου Εξωτερικών την Αρτέμιδα Παπαθανασίου) που επικαλέστηκε πηγές και μαρτυρίες εκείνης της εποχής οι οποίες αποδεικνύουν περίτρανα ότι τα Γλυπτά αποσπάστηκαν βίαια από τον Παρθενώνα σε μια πράξη ακρωτηριασμού που ήταν σε πλήρη γνώση του Ελγιν καθώς και του τότε πρεσβευτή της Βρετανίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η χρήση πριονιών για μάρμαρα και άλλων ανάλογων εργαλείων αναφερόταν ξεκάθαρα π.χ. και στην αλληλογραφία μεταξύ του Ελγιν και του Τζοβάνι Μπατίστα Λουζιέρι, του Ιταλού ζωγράφου στον οποίο ο πρώτος είχε αναθέσει την επίβλεψη της αφαίρεσης των αρχαιοτήτων το 1801. Χαρακτηριστικό είναι μάλιστα σημείο της επιστολογραφίας τους στο οποίο ο Λουζιέρι παρακαλεί τον Ελγιν «να στείλει στην Αθήνα, το συντομότερο δυνατόν, μια ντουζίνα πριόνια, ειδικά για μάρμαρα, διαφορετικών μεγεθών».

Εκτός από την ελληνική αντιπροσωπεία, πολύτιμος αρωγός στην τεκμηριωμένη ελληνική επιχειρηματολογία υπήρξε και ο επίτιμος πρόεδρος της Βρετανικής Επιτροπής για την Επανένωση των Γλυπτών και διάσημος αρχαιολόγος, Αντονι Σνόντγκρας. Ο τελευταίος επέμεινε ότι δεν υπήρχε καμία αμφιβολία πως ο πρώτος στόχος του Λουζιέρι ήταν οι μετόπες στη νότια πλευρά του Παρθενώνα οι οποίες είχαν «αποκολληθεί βίαια».

Ο ίδιος επικαλέστηκε τις σοκαρισμένες αφηγήσεις περιηγητών οι οποίοι είχαν δει ό,τι περιέγραψε ως «ανεπανόρθωτη ζημιά» που προκλήθηκε στον ναό. Και απάντησε επιστημονικά και στην αλαζονική αναφορά του δρος Τζόναθαν Ουίλιαμς όταν απέκλειε τη «μαγική στιγμή επανένωσης», επισημαίνοντας ότι η έλλειψη επιστημονικών στοιχείων καθιστά μεν «αδύνατη την τεκμηρίωση ή την ποσοτικοποίηση των Γλυπτών» που βρίσκονταν ανάμεσα στα ερείπια, το 4ετές διάστημα που η ομάδα του Ελγιν εργάστηκε στην Ακρόπολη, όμως παραμένει ιστορικά «αδιαμφισβήτητο ότι η ομάδα αυτή στην προσπάθειά της να αποκτήσει όσο το δυνατόν περισσότερα αγάλματα και γλυπτά, είχε ακρωτηριάσει μεγάλα κομμάτια του μνημείου».

Η απάντηση Μενδώνη

Στο θέμα παρενέβη και η Ελληνίδα υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, αποκλειστικό σχολιασμό της οποίας ζήτησε και έλαβε η βρετανική εφημερίδα.

«Εδώ και χρόνια, οι ελληνικές αρχές και η διεθνής επιστημονική κοινότητα έχουν παρουσιάσει αδιάσειστα επιχειρήματα για τα πραγματικά γεγονότα που αφορούν την αφαίρεση των Γλυπτών του Παρθενώνα. Ο λόρδος Ελγιν χρησιμοποίησε παράνομα και άδικα μέσα για να αρπάξει και να εξαγάγει τα Γλυπτά του Παρθενώνα, χωρίς πραγματική νομική άδεια για κάτι τέτοιο, σε μια κατάφωρη πράξη κατά συρροή κλοπής», ανέφερε η κ. Μενδώνη. Η ίδια επισήμανε ότι η εκστρατεία για την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα θα συνεχιστεί ειδικά τώρα, σε μια διεθνή συγκυρία κατά την οποία διάφοροι θησαυροί και μνημεία επαναπατρίζονται στις χώρες προέλευσής τους.

Σχολίασε όμως και την επικείμενη συνάντηση που ζήτησε η βρετανική πλευρά με το ελληνικό υπουργείο Πολιτισμού, τονίζοντας ότι «η Ελλάδα είναι έτοιμη να μπει σε έναν ειλικρινή διάλογο με τη Βρετανία με βάση το νομικό και ηθικό πλαίσιο, καθώς και τις συστάσεις και τις αποφάσεις της UNESCO».

Επειτα βέβαια από αυτόν τον επίσημο βρετανικό «χειρισμό» η επίκληση του «ηθικού» πλαισίου αλλά και ακόμα και αυτού του ιστορικού μοιάζει μάταιη. Πολλώ δε μάλλον οι ειλικρινείς προθέσεις.

Ναταλί Χατζηαντωνίου