Αιμιλία Υψηλάντη: “Νιώθω πλέον πως ο χρόνος στενεύει”

Η Αιμιλία Υψηλάντη μιλά στο Magazine

Δε θυμάμαι καθόλου ποια ήταν η πρώτη ταινία που είδα. Εικόνες μόνο, κάτι εξωτικά μέρη, και χρώματα. Τώρα αν είχαν οι ταινίες τότε χρώμα δε θυμάμαι, μπορεί να το έφτιαξα εγώ στο μυαλό μου… Δεν ξέρω.  FRANCESCA GIAITZOGLOU – WATKINSON

Η σπουδαία ηθοποιός σε μία εφ όλης της ύλης συζήτηση στο Magazine.

Το ραντεβού μας με την Αιμιλία Υψηλάντη έχει οριστεί ένα ηλιόλουστο ανοιξιάτικο πρωνό στην οδό Ιπποκράτους, σε καφέ δίπλα στο θέατρο Ακροπόλ, το θέατρο που την έφερναν οι θείες της όταν ήταν μικρή. Την κοιτάζω που έρχεται από μακριά και μου κάνει τρομερή εντύπωση το πόσο όμορφη είναι παρά το γεγονός πως δεν υπάρχει πάνω της ίχνος μακιγιάζ. Δεν μπορώ να μην τη φέρω στο νου μου νεότερη, τότε που πρωταγωνιστούσε στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο δίπλα στον Θανάση Βέγγο, τον Λάμπρο Κωνσταντάρα και τον Κώστα Βουτσά.

Αφορμή της συνάντησής μας αυτη η “Κυρία Κλάιν” του Νίκολας Ράιτ, ένα θεατρικό έργο βασισμένο στη βιογραφία της βιεννέζας ψυχαναλύτριας Μέλανι Κλάιν, τη σημαντικότερη της Ευρώπης που έκανε πρωτοπόρες έρευνες στη νηπιακή και παιδική ψυχολογία και αμφισβήτησε έντονα τον Σίγκμουντ Φρόυντ του οποίου υπήρξε μαθήτρια. Στο έργο αυτό που σκηνοθετεί η Χρύσα Καψούλη, η Αιμιλία Υψηλάντη συναντά στη σκηνή του θεάτρου Αργώ τη Νατάσα Καλογρίδη και τη Σάρα Εσκενάζη.

Καθόμαστε αντικριστά και η συζήτηση ξεκινά αυτόματα, χωρίς ερωτήσεις. Άλλωστε όταν έχεις έναν ωραίο άνθρωπο απέναντί σου με κάποιο μαγικό τρόπο όλα λέγονται.

Η Αιμιλία Υψηλάντη
“Είμαι ο άνθρωπος που παλεύω με τις ανημπόριες μου. Έχω μία πορεία που μου δίνει μία σιγουριά, αλλά εγώ δε θέλω να χρησιμοποιώ τις σιγουριές μου.”   FRANCESCA GIAITZOGLOU – WATKINSON

Μεγάλωσα στον Πύργο και στην Αμαλιάδα. Πιο πολύ στην Αμαλιάδα, εκεί πέρασα άλλωστε τα γυμνασιακά μου χρόνια και είχα μια μεγαλύτερη συναίσθηση των πραγμάτων. Ο μόνος δεσμός με τη μετέπειτα πορεία μου ήταν ο κινηματογραφος της πόλης, Για μένα ήταν το πιο σημαντικό σημείο. Η σχέση μου με τον κινηματογραφιτζή εκεί ήταν εκπληκτική, γιατί πάντα με έβαζε δωρεάν στις προβολές. Θυμάμαι πολύ καλά το τρεχαλητό μου για να ζητήσω την άδεια από τους γονείς να με αφήσουν να πάω. Αυτή ήταν η μεγαλύτερη χαρά.

Δε θυμάμαι καθόλου ποια ήταν η πρώτη ταινία που είδα. Εικόνες μόνο, κάτι εξωτικά μέρη, και χρώματα. Τώρα αν είχαν οι ταινίες τότε χρώμα δε θυμάμαι, μπορεί να το έφτιαξα εγώ στο μυαλό μου… Δεν ξέρω.

Στο σπίτι μας είχαμε και ραδιόφωνο και πικάπ. Νοσταλγώ έντονα τα βράδια που πηγαίναμε να γλεντήσουμε σε διάφορα μαγαζιά της περιοχής. Ήταν τόσο ωραίο να βλέπεις ολόκληρες οικογένειες και μαζί τα μικρά παιδάκια. Εκεί, επικρατούσε το ευρωπαϊκό τραγούδι, το βαλς, το τανγκό και βέβαια το δημοτικό.

Είχαμε ένα μεγάλο σόι, ειχαμε αγκαλιές να ακουμπάμε. Είχα μια γιαγιά με εννιά παιδιά, ήμουν η πρωτότοκη, είχα ότι ήθελα. Όπου έβρισκα ένα ανάχωμα από τους γονείς, κατέφευγα στους θείους και τις θείες. Θυμάμαι τον ευατό μου μέσα στο χώμα σαν παιδί. Είχαμε ένα κτήμα στον Πύργο, πήγαινα στις κότες, στα μποστάνια, στα καρπούζια και στα πεπόνια. Η γη ήταν υπαρκτή. Το ίδιο και στην Αμαλιάδα, δεν υπήρχε άσφαλτος έξω από το σπίτι μου. Μόνο αυλές και χώμα.

4 γενιές μαζί. Η Αιμιλία Υψηλάντη, η μητέρα της, η κόρη και η εγγονή της.
4 γενιές μαζί. Η Αιμιλία Υψηλάντη, η μητέρα της, η κόρη και η εγγονή της.  ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΑΙΜΙΛΙΑΣ ΥΨΗΛΑΝΤΗ

Ο ΚΡΥΦΟΣ “ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ”

Αυτό το μεγάλωμα των ανθρώπων έχτισε κάποιες βάσεις. Μαζί και τα βιβλία, παρόλο που ένιωθα λίγο στερημένη. Στη βιβλιοθήκη των γονιών μου δεν υπήρχε παιδικό βιβλίο ούτε έπαιρνα περιοδικά που διάβαζαν τα άλλα παιδιά. Θυμάμαι πάρα πολύ καλά πως όταν ερχόντουσαν τα ψάρια, τα έφερνε ο πατέρας μου μέσα σε εφημερίδα. Και εγώ έπαιρνα την εφημερίδα να τη διαβάσω. Γιατί ο πατέρας μου τη διάβαζε στο καφενείο. Η μητέρα μου διάβαζε στα γαλλικά τα βιβλία της, η μισή της βιβλιοθήκη ήταν στα γαλλικά.

Έτσι εγώ αντίκριζα στο ράφι τον Άγιο Αυγουστίνο και τον Τζιοβάνι Παπίνι. Θεολόγος βλέπεις ο πατέρας μου, θεολόγοι και οι συγγραφείς. Πιο προσιτοί όμως. Ο Παπίνι ήταν ο αγαπημένος μου.

Ήμουν όμως τυχερή. Γιατί είχα έναν θείο ναυτικό που οι θείες μου του έστελναν τόνους βιβλίων. Και όταν αυτά τα βιβλία επέστρεψαν, εγώ που ήμουν περίπου 10 ετών, τα διάβασα. Τότε γνώρισα τον Τολστόι, τον Πιτιγκρίλι, τον Μοράβια. Και ήταν τότε που η μητέρα μου μου έδωσε κρυφά από τον πατέρα μου τον “Τελευταίο Πειρασμό” -τότε δημιουργήθηκε και το θέμα με τον Καζαντζάκη στην Ελλάδα. Η μητέρα μου ήταν πάντα λίγο ανεξίθρησκη και ελεύθερο πνεύμα.

Από μικρή ερχόμουν συχνά στις θείες μου στην Αθήνα. Με πήγαιναν στο Ακροπόλ και έβλεπα επιθεωρήσεις για να γελάσω και να δω θέαμα. Από εκεί θυμάμαι τα καλάθια με τα λουλούδια που κατέβαιναν και τη Ρένα Βλαχοπούλου. Δε με πήγαιναν στα πολύ καλά θέατρα της εποχής, στον Μυράτ ή στον Κουν -τότε άρχισε να γίνεται γνωστό το θέατρο Τέχνης.

Ήρθαμε για να μείνουμε μόνιμα στην πρωτεύουσα όταν ήμουν 16 ετών. Τη θεώρησα παράδεισο λόγω του καιρού της. Στη Δυτική Ελλάδα έβρεχε συνέχεια. ‘Ήμουν με τη μύτη κολλημένη στο παράθυρο μέχρι να σταματήσει η βροχή. Μας πότιζε κανονικά… Στην Αθήνα έριχνε μια μπόρα και αμέσως μετά έβγαινε ο ήλιος. Και αυτό με δένει ακόμη με αυτήν την πολη το πιστεύεις; Δεν μπορώ να μείνω μακριά.

Αιμιλία Υψηλάντη:
Ήμουν και η πρώτη που φόρεσα μπικίνι σε ηλικία 16-17 χρόνων. Ο πατέρας μου με πήρε αγκαλιά και περπατήσαμε στην παραλία της Κουρούτας, όπου σηκώθηκε όλη η παραλία να με κοιτάξει. Μπικίνι τότε φορούσαν μόνο σε συγκεκριμένες παραλίες της Αθήνας.

ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΣΑΣ ΗΤΑΝ ΑΥΣΤΗΡΟΙ;

Ο πατέρας μου είχε μεγάλη διαφορά με τη μάνα μου, περίπου 20 χρόνια. Την αντιμετώπιζε σαν μία πολύ αξιόλογη γυναίκα και πίστευε πως έπρεπε να ξεφύγει από το να είναι μία απλή δασκάλα. Έτσι την “έσπρωξε” να σπουδάσει και μάλιστα στην Ελβετία, ενώ είχε τρία παιδιά στην επαρχία τη δεκαετία του ‘50. Όλη του η έγνοια ήταν η μόρφωση. Ακόμη και για εμάς τα παιδιά του, δεν τον ενδιέφερε να παντρευτούμε. Μόνο να μορφωθούμε.

Και οι δύο μου γονείς ήταν άνθρωποι επαναστατικοί και ρηξικέλευθοι στην ουσία τους.

Εμείς είδαμε τη μητερα μου να επιστρέφει στην Αμαλιάδα το ‘54 και να κατεβαίνει από το τραμ με χρωματιστή ομπρέλα, ξέρεις τι θα πει αυτό; Δεν υπήρχε άλλη ομπρέλα στην περιοχή πέρα από μαύρη. Και εμείς ήμασταν σε ένα σπίτι με κανόνες επαρχίας. Ήμουν εγώ το πρώτο κορίτσι που ανέβηκα σε ένα γυναικείο ποδήλατο. Μου το έφερε απ έξω η μητέρα μου. Και μάλιστα είχε και δίχτυ για να μην πιάνεται η φούστα μου. Ήμουν και η πρώτη που φόρεσα μπικίνι σε ηλικία 16-17 χρόνων. Ο πατέρας μου με πήρε αγκαλιά και περπατήσαμε στην παραλία της Κουρούτας, όπου σηκώθηκε όλη η παραλία να με κοιτάξει. Μπικίνι τότε φορούσαν μόνο σε συγκεκριμένες παραλίες της Αθήνας.

Είναι τρομερό πως οι άνθρωποι σε μερικά πράγματα είναι τόσο μπροστά και σε άλλα τόσο συντηρητικοί. Οι γονείς μου ήταν πολιτικά συντηρητικοί τυχαία. Στη διάρκεια του εμφυλίου κρυβόντουσαν από τους αντάρτες και από τους αριστερούς. Ο πατέρας μου ως θεολόγος ήταν κόκκινο πανί. Και αυτοί οι άνθρωποι με άκουσαν να λέω πως ήμουν υποψήφια με το ΚΚΕ. Αυτό δηλαδή ήταν μεγαλύτερο σοκ από το θέατρο.

Ήμουν και η πρώτη που φόρεσα μπικίνι σε ηλικία 16-17 χρόνων. Ο πατέρας μου με πήρε αγκαλιά και περπατήσαμε στην παραλία της Κουρούτας, όπου σηκώθηκε όλη η παραλία να με κοιτάξει.

Τις σπουδές στις Πολιτικές Επιστήμες τις έκανα ως αντάλλαγμα για να σπουδάσω υποκριτική. Γιατί έπρεπε να πληρώσω τη σχολή και χρήματα δεν είχε. Και τότε η εργασία των κοριτσιών δεν συνηθιζόταν. Δεν υπήρχε περίπτωση δηλαδή να με αφήσουν οι γονείς μου να δουλέψω σαν σερβιτόρα. Ούτε και σε άλλα επαγγέλματα με άφηναν να μπω. Το παιδί τους έπρεπε μόνο να σπουδάζει. Πάρε ένα πτυχίο μου έλεγαν και μετά κάνε ότι θέλεις.

Ήλπιζαν βέβαια πως δε θα ασχοληθώ με το θέατρο. Γιατί το θέατρο δεν ήταν ποτέ μια απλή ιστορία. Ήταν άνθρωποι απόλυτα απελευθερωμένοι οι γονείς μου. Θυμάμαι ας πούμε πως όταν είχαμε μετακομίσει στην Αθήνα, κάποιοι γείτονες πήγαν και είπαν στη μητέρα μου πως “την κόρη σου κάθε βράδυ τη φέρνει και κάποιος άλλος στο σπίτι”. Και η μανα μου απλώς γέλασε.

Δεν είχα λοιπόν “πρέπει”. Το “πρέπει” το έβαζα μόνη μου και μάλιστα υπερβολικά πολύ. Πίστευα πως πρέπει να τηρήσω αυτό το πρέπει της μικροαστικής οικογένειας.

Όσο μεγαλώνω καταλαβαίνω πως το μεγάλο πρόβλημα που υπάρχει μόνιμα είναι οι σχέσεις των ανθρώπων με τους γονείς τους. Ό,τι και να συμβει σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο, ακόμη και αν γίνει πόλεμος, αν πέσει λοιμός, το πρόβλημα που τους κατατρύχει είναι η σχέση με τους γονείς τους. Αυτή η εξάρτηση, πως ζητάμε από τον γονιο να μας προστατεύει διαρκώς. Και σαν παιδιά πέρα από το ότι απαιτούμε τα πάντα, τους κατασπαράζουμε κυριολεκτικά, δεν έχουμε συμπόνια. Εστιάζουμε μόνο στα αρνητικά και δε βλέπουμε την πορεία τους, τον δικό τους αγώνα, τη δική τους πάλη. Αυτά αρχίζουμε να τα συνειδητοποιούμε όταν πια όταν μεγαλώσει πολύ ο γονιός και γίνει ανήμπορος. Τότε τον συμπονούμε. Μέχρι τότε τον αντιμαχόμαστε. Γιατί; Γιατί ασκεί μια εξουσία.

Η Αιμιλία Υψηλάντη με την κόρη της Μαρίνα
Η Αιμιλία Υψηλάντη με την κόρη της Μαρίνα 

Πρέπει να λύνει κανείς τα προβλήματα με τους γονείς του όταν οι γονείς του είναι εν ζωή…Γιατί δε λύνονται εύκολα.

Πολλές φορές νιώθω πως θα έδινα τα πάντα για να τους έχω έστω και ένα λεπτό. Είναι εκπληκτικό που ακόμη και σήμερα, η υπέρτατη εξουσία είναι αυτή των γονιών. Αυτή η συμφιλίωση του ανθρώπου με τους γεννήτορες, είναι πολύ σημαντικό πράγμα για να μπορέσει κάποιος να προχωρήσει προς τον θάνατο, τον δικό του θάνατο. Γιατί αυτή οδηγεί στην αποδοχή του τι είσαι εσύ.

Ξέρεις ποια είναι η δική μου πορεία ζωής; Η διαρκής εργασία και έγνοια για το αύριο. Που αυτό δεν επιτρέπει στα φαντάσματα του παρελθόντος να με απασχολούν. Εμαι 80 χρόνων και έλεγα στον άντρα μου πρόσφατα, πως έχω την εγγονή μου και πρέπει να της δώσω ότι μπορώ. Νιώθω πως ο χρόνος στενεύει και είμαι τυχερή γιατί μόλις τα 2-3 τελευταία χρόνια άρχισα να το νιώθω. Είναι που πλέον δεν έχω αυτό το καταπληκτικό που έχει η νεότητα. Το άπειρο του χρόνου. Τουλάχιστον έτσι το νιώθει. Ο θάνατος είναι γι αυτούς πολύ μακριά. Αυτό το ότι έχεις όλες τις δυνατότητες μπροστά σου, να κάνεις ότι θέλεις είναι το πιο φοβερό. Το μεγάλο πρόβλημα είναι ο φόβος του θανάτου και η σωματική μας κατάσταση…

Είμαι ο άνθρωπος που παλεύω με τις ανημπόριες μου. Έχω μία πορεία που μου δίνει μία σιγουριά, αλλά εγώ δε θέλω να χρησιμοποιώ τις σιγουριές μου.

Εσείς πώς αντιμετωπίζετε τις φοβίες σας; Κάνω κάποια κενά. Το καλοκαίρι, δεν κάνω τίποτα. Και πολλή λογοτεχνία. Αυτό είναι μία φυγή από την πραγματικότητα. Και η θάλασσα. Για μένα η ευτυχία της ζωή είναι η θάλασσα. Πάντα τα καλοκαίρια ήμουν μέσα στο νερό…

Υπάρχει ένας μηχανισμός επιβίωσης μέσα στον κάθε άνθρωπο. Να τώρα βλέπω τις κουτσουπιές απέναντι (στην οδό Ιπποκράτους που πίνουμε καφέ, έχει πολλές ανθισμένες κουτσουπιές) και με πληγώνει που δεν μπορώ να πάω στην Ολυμπία τώρα που είναι γεμάτη κουτσουπιές. Όταν περιηγείσαι μέσα στον αρχαιολοικό χώρο αυτήν την περίοδο είναι κανονική μαγεία. Πρέπει να κάνω στον εαυτό μου αυτό το δώρο, να περπατήσω εκεί. Αυτήν την ευτυχία μπορεί να την κουβαλά όλο τον χρόνο και ανακαλώντας την να παίρνει δύναμη και παρηγοριά. Να αντιμετωπίζει κάθε πρόβλημα της ζωής του ανακαλώντας αυτήν την ευλογία. Αν και είμαι άνθρωπος της πόλης, την εισπράττω τη φύση. Τη σέβομαι.

Η ΚΥΡΙΑ ΚΛΑΪΝ…

Η σχέση μάνας- κόρης είναι ό,τι πιο σημαντικό. Αυτή δεν μπορεί να αντικατασταθεί από κανέναν άλλο. Όλοι ζητάμε τη μάνα μας. Με τις γυναίκες νομίζω είναι πιο έντονο ακόμη και από τους άντρες. Τον πατέρα σου μπορεί να τον θυμάσαι, είναι άλλο σύμβολο, άλλη σχέση. Τη μάνα όμως τη ζητάς. Είναι μία σχέση μυρωδιάς. Πιστεύεις πως τη μητερα μου ακόμη πριν από 10 χρόνια ακόμη τη μύριζα; Μου είχε μείνει η μυρωδιά του κόρφου της. Η μυρωδιά που θυμόμουν σαν παιδί. Η όσφρηση ξέρεις είναι μία αίσθηση που δεν την πολυλογαριάζουμε.

Τα θέματα μάνας – κόρης θέτει η κυρία Κλάιν. Ήταν ψυχαναλύτρια και πολύ σημαντική προσωπικότητα. Αν τη δεις σε φωτογραφίες ήταν κοντή, λίγο σαν κυριούλα. Δεν έμοιαζε με τις χειραφετημένες γυναίκες εκείνης της εποχής. Ασχολήθηκε με το παιδί και με το τι κουβαλά από τη σχέση του με τον μαστό. Και επίσης με το πως λειτουργεί το φαντασιακό του σε σχέση με τον μαστό. Γιατί το παιδί θέλει τον μαστό δικό του. Και σαν βρέφος δεν μπορεί να διαχωρίσει τον εαυτό του από αυτόν. Γι΄αυτό και όταν αποκόπτεται από αυτόν αισθάνεται μίσος. Η Κλάιν προσπάθησε να δει αυτόν τον τομέα σε σχέση με το τι κουβαλά ο άνθρωπος και πώς το βρίσκει στη ζωή του μετά.

Κι είναι φοβερό πώς με την κόρη της που, επίσης είναι ψυχαναλύτρια, έχουν την κλασική σχέση μητέρας- κόρης. Δεν μπορεί δηλαδή η κόρη της να αποδεχτεί πως τη μητέρα μας και τη μισούμε και την αγαπάμε. Θα περάσει έτσι μια βραδιά σύγκρουσης μαζί της.

Σκηνή από την κυρία Κλάιν στο θέατρο Αργώ. Η Αιμιλια Υψηλάντη με τη Νατάσα Καλογρίδη
Σκηνή από την κυρία Κλάιν στο θέατρο Αργώ. Η Αιμιλια Υψηλάντη με τη Νατάσα Καλογρίδη  

Η Κλάιν χρησιμοποίησε τα παιδιά της ως μελετήτρια σαν “πειραματόζωα”. Γιατί έπρεπε να κάνει μελέτες. Ήταν γυναίκα ψυχαναλύτρια και ήθελε να γίνει επιστημόνισσα. Πιστεύεις πως τότε μπορούσε να κάνει στατιστικές και κλινικές μελέτες; Πού θα έκανε την πρώτη της μελέτη, αν όχι στα παιδιά της; Αργότερα θα κάνει και κανονικές μελέτες, αλλά θα είναι ήδη γνωστή. Είχε αναγνωριστεί.

Η σύγκρουση, λοιπον, που φέρνει στην επιφάνεια τα προβλήματα της εξάρτησης, στην πραγματικότητα γίνεται με αφορμή αυτό το γεγονός. Της λέει μάλιστα “με χρησιμοποίησες, ενώ θα έπρεπε να ήσουν μόνο μάνα, ήσουν ταυτόχρονα και ψυχαναλύτρια, και μου στέρησες τον παράδεισο της πλήρους αγαπης”.

Γιατί η Κλάιν έβαζε τα πράγματα στη σειρά στην κόρη της, την εξέταζε. Εγώ ωστόσο την καταλαβαίνω την Κλάιν. Και η μητέρα μου είχε γράψει ένα μικρό βιβλίο ψυχανάλυσης κάνοντας πειραματόζωο την εγγονή της, την κόρη μου δηλαδή. Έπρεπε να βγάλει το κεφάλι της έξω από το νερό για να προχωρήσει. Λέει κάπου η Κλάιν “ήμουν μία θυμωμένη νοικοκυρά, που έβγαινα μέχρι το πάρκο και επέστρεφα και για να αποδείξω πόσο καταπληκτική μαμά ήμουν μαγείρευα δείπνο με πέντε πιάτα. Και δραπέτευσα, τα έσπασα όλα, χώρισα και πήρα τα παιδιά και είπα με εσάς θα μελετήσω για να προχωρήσω την επιστήμη μου”.

Το παιδί όμως αυτό δεν το αντέχει. Και έχουν και οι δύο δίκιο. Και το τραγικό αυτή ακριβώς τη στιγμή δημιουργείται. Όταν υπάρχουν δύο δίκια και δύο άνθρωποι που τα υποστηρίζουν. Έτσι έρχεται η σύγκρουση λοιπον. Και λύνεται στην παρούσα με την αποδοχή του μίσους. Να βγάλω αυτά που έχω από μέσα μου, να τα πω και να προχωρήσω τη ζωή μου μετά σαν ενήλικας.

Αναρωτιέται η Κλάιν, “γιατί δεν μπορούμε να έχουμε μία συνετή ενάρετη φιλία μάνας και κόρης;”. Αυτό δεν είναι εύκολο ούτε και σε πολύ μεγάλες ηλικίες. Η ισότιμη σχέση είναι πολύ δύσκολη με τον γονέα. Βασικά είναι αδύνατη. Εγώ που πολλές φορές νιώθω πως είμαι φίλη με την κόρη μου, δεν είμαι. Το μπερδεύουμε, γιατί τα παιδιά εκμυστηρεύονται κάποια πράγματα στους γονείς που δεν το έκαναν παλιά. Όμως αυτό δεν κάνει τη σχέση φιλική. Όπως και στις φιλίες ενός άνδρα και μίας γυναίκας υποβόσκει σχεδόν πάντα το ερωτικό στοιχείο.

Εσείς μπήκατε ποτέ σε ρόλο νοικοκυράς; Κάποια στιγμή στην αρχή πριν αρχίσω να εξασκώ το επάγγελμα του ηθοποιού, εκεί στο μεταίχμιο μετά τις σπουδές μου γράφτηκε στην ταυτότητα μου το “οικιακά” και ήθελα να αυτοκτονήσω.

Έχετε κοινά σημεία με την Κλάιν; Η σχέση με την κόρη μου επειδή είχα χωρίσει και ζούσαμε οι δυο μας είναι μία σχέση φοβερής εξάρτησης. Και αυτό πρέπει κάποια στιγμή να το λύσουμε γιατί πια έχουμε μεγαλώσει. Μπορεί να με κάνει οποιαδήποτε στιγμή ό,τι θέλει. Δεν ξέρω κι εμείς όμως πόσο θέλουμε να απεξαρτηθούμε από τα παιδιά μας. Και η Κλάιν όταν καταλαβαίνει ακριβώς τι πρέπει να κάνει για να απεξαρτηθεί η κόρη της, καταρρέει.

Τα χρησιμοποιούμε και εμείς τα παιδιά μας, τους ρουφάμε το αίμα, ζούμε μέσα από αυτά. Εμένα ας πούμε ακόμη και αν πάει η κόρη μου στην Ανταρκτική ο ομφάλιος λώρος θα είναι εδώ. Δεν έχει σημασία ούτε πόσο βλέπεις το παιδί ούτε πόσο μιλάς.

ΡΟΛΟΣ… ΓΙΑΓΙΑΣ

Η σχέση όμως με το εγγόνι είναι πιο ανοιχτή. Ο ρόλος της γιαγιάς είναι πολύ ωραίος. Της μάνας είναι άχαρος. Η μάνα υποφέρει. Πρέπει να γίνεται και κακιά. Αυτή είναι και η δική μου μεγάλη χαρά. Να μεταδίδω στην εγγονή μου τις εμπειρίες μου. Οι δικοί μας γονείς μάς άφηναν μέσα στα σκοτάδια. Εγώ έχω τη χαρά του δασκάλου. Μπορώ να κάτσω και να πω μια ιστορία στη μικρή και να της δώσω κάποια εφόδια να προχωρήσει. Θέλω επίσης να την οπλίσω με αναμνήσεις. Όταν φύγω δηλαδή από τη ζωή να έχει τη μνήμη της γιαγιάς. Εγώ έχω την εσάρπα της γιαγιάς μου ακόμη και τη φοράω καμιά φορά. Η γιαγιά λειτουργεί προστατευτικά. Τη νιώθεις σαν προστατευτικό πέπλο.

Η εγγονή μου έχει χάσει τον πατέρα της νέο. Έχω την ανάγκη να είμαι δίπλα της, να τη στηρίζω. Έχω μια αίσθηση προστασίας. Ακόμη και όταν φύγω θέλω να μείνει αυτό σαν αίσθηση.

Η Αιμιλία Υψηλάντη με την εγγονή της Άρτεμη
Η Αιμιλία Υψηλάντη με την εγγονή της Άρτεμη  ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΑΙΜΙΛΙΑΣ ΥΨΗΛΑΝΤΗ

ΟΙ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΙ

Δεν πιστεύω πως υπάρχουν άνθρωποι που δεν κάνουν συμβιβασμούς. Ας πούμε αποφάσισα να είμαι με έναν σύντροφο, επειδή τον αγαπώ και θα κάνω συμβιβασμούς για να είμαι μαζί του. Και εγώ είμαι άνθρωπος της νύχτας και του έξω, θέλω να πηγαίνω κάθε μέρα θέατρο. Ο άνδρας μου είναι άνθρωπος του σπιτιού, δε θέλει να βγαίνει έξω. Γι΄αυτό πάω θέατρο μία φορά τον μήνα. Κι εκείνος κάνει τους αντίστοιχους συμβιβασμούς. Οι συμβιβασμοί είναι μέσα στις σχέσεις. Όταν είσαι ερωτευμένος κάνεις πράγματα που νομίζεις πως είναι και δική σου απόφαση, ενώ δεν είναι. Εγώ έχω αλλάξει τα γούστα μου, τρώω ακόμη κι άλλα φαγητά από αυτά που μου αρέσουν. Αλλάζεις τα πάντα κάτω από κάποιες καταστάσεις.

Νιώθω πως από μία ηλικία και μετά παίζω καλές άμυνες. Άμυνες ύπαρξης για να υπάρχω μέσα από το επάγγελμά μου.

Ο συμβιβασμός πρέπει να είναι όμως και έλλογος. Στη δουλειά ας πούμε γίνεται να μην κάνεις συμβιβασμούς; Εγώ είμαι λίγο άτεγκτη, θέλω συγκεκριμένο ήθος από τους ανθρώπους που συνεργάζομαι. Καταλήγω, ομως, πως τελικά εμένα με ενδιαφέρει μόνο το τι γίνεται στη σκηνή. Και αν εκεί γίνονται όλα καλά, θα προσπαθήσω να συμβιβαστώ με όλα όσα κουβαλάει πάνω του ο κάθε άνθρωπος που είναι στην ομάδα μου.

Πώς είναι να έχετε στα 80 έναν θέατρο; Νομίζω είστε πλέον μόνο εσείς και η Μπέττυ Αρβανίτη. Όντως είμαστε οι δυο μας. Εγώ μάλιστα φέτος ανέβασα και έπαιξα σε τρία έργα (Υποχώρηση από τη Μόσχα, Τρωίλο και Χρυσηίδα και τώρα την κυρία Κλάιν). Το έχω ξανακάνει αυτό στο παρελθόν. Νιώθω όπως λένε όλοι οι ποδοσφαιριστές πως “έχω χάσει πολλούς αγώνες και προσπαθώ έστω και στα γεράματα να τους αναπληρώσω”.

Μπορεί κάποιος να μου αραδιάσει τι έχω κάνει στη ζωή μου, να τα ακούσω και να του πω “εγώ όμως νιώθω πως πρέπει να ξαναζήσω, πως έχω πολλά ελλείμματα”. Ελλείμματα έχουμε όλοι, ποιος μπορεί να νιώθει σπουδαίος;

Είμαι ο άνθρωπος που παλεύω με τις ανημπόριες μου. Έχω μία πορεία που μου δίνει μία σιγουριά, αλλά εγώ δε θέλω να χρησιμοποιώ τις σιγουριές μου. Θέλω μία πρόκληση, να εξερευνήσω κάτι καινούριο στηριζόμενη πάντα στις αποσκευές μου. Θέλω να ανακαλύψω κάτι. Στην ουσία τον εαυτό μου θέλω να ανακαλύψω, να κάνω μία ρωγμή μέσα μου και να λυτρωθώ μέσα από την Τέχνη. Όποιος νιώθει επαρκής δεν μπορεί να είναι καλλιτέχνης νομίζω.

Δεν ειμαι κομματικά οργανωμένη πλέον από επιλογή μου, όμως όταν βλέπω σήμερα νέα παιδιά, πάντα ρωτώ αν έχουν μπει σε οργάνωση.

Εσείς νιώθετε πως εχετε αναγνωριστεί; Έγινα γνωστή από την τηλεόραση και τον κινηματογράφο. Το πανί με ευνοούσε πάντα. Τότε γινόσουν πρωταγωνίστρια εν μία νυκτί με ένα ωραίο φωτεινό πλάνο. Και εγώ ήμουν η συνοδός στις ταινίες του Βουτσά και του Κωνσταντάρα.

Ο πολύς κόσμος με είδε φέτος στην Καρτ Ποστάλ στην ΕΡΤ, είχε και καιρό να με δει σε κάτι τέτοιο και εντυπωσιάστηκε. Και πάλι είπα κάποια λόγια, δεν ήταν αυτό κάτι δύσκολο για μένα. Το θέατρο όμως, το να ανεβαίνεις στη σκηνή κάθε βράδυ είναι κάτι άλλο. Το να περπατήσω από τη μία άκρη της σκηνής στην άλλη είναι πιο δύσκολο από το να κάνω 500 ρόλους στην τηλεόραση.

Νιώθω πως από μία ηλικία και μετά παίζω καλές άμυνες. Άμυνες ύπαρξης, για να υπάρχω και για να υπάρχω μέσα από το επάγγελμά μου. Καθορίζομαι πολύ από το ότι είμαι ηθοποιός.

Παράλληλα είμαι πολιτικό ον και η μεγαλύτερη ενημέρωσή μου είναι πιο πολύ στην πολιτική παρά στο θέατρο. Το κέντρο μου είναι το θέατρο όμως. Το θέμα της επικοινωνίας και της ομάδας είναι το πιο σημαντικό σε έναν ηθοποιό. Και εγώ ενώ κατά βάση είμαι μοναχικό όν και γι αυτό νοσταλγώ την ομάδα. Ο νομάς μας ακολουθεί΄, είναι μέσα μας. Και εμένα μου αρέσει να δημιουργώ οικογένειες στο θέατρο. Πολλές φορές λέω στους ηθοποιούς πως είμαστε σαν μία τρομοκρατική ομάδα που πάει να βάλει μία βόμβα.

Οφείλω πολλά στο ΚΚΕ γιατί μέσα από την προσήλωση μου σ αυτό ανακάλυψα πολλά για τον εαυτό μου για τους ανθρώπους και για την πολη μου. Είδα τι θα πει υπηρετώ. Εμένα μου αρέσουν οι εγκλεισμοί. Η απόλυτη ελευθερία δεν κάνει καλό σε κανέναν. Πιστεύω πως τα δεσμά δε μου τη μειώνουν, την κάνουν μεγαλύτερη. Οι εν γνώσει σου περιορισμοί είναι πολύ σημαντικοί για να απελευθερωθείς και να πας παραπέρα.

Είμαι λοιπόν ευγνώμων στο Κόμμα. Ότι διαφωνω με πάρα πολλά πράγματα είναι δεδομένο γιατί δεν είμαι ακόμη εκεί. Αυτό πληγώνει παλιούς μου συντρόφους, αλλά αυτό δε σημαίνει πως δεν έχω ανθρώπους εκεί που συνδιαλέγομαι και εκτιμώ.

Δεν ειμαι οργανωμένη πλέον από επιλογή μου, όμως όταν βλέπω σήμερα νέα παιδιά, πάντα ρωτώ αν έχουν μπει σε οργάνωση. Αυτός ο οποίος έχει περάσει από μία κομματική οργάνωση ξέρω πως ακολουθεί κάποιες αρχες και πως θα έχω ένα επίπεδο επικοινωνίας και συνεννόησης μαζί του. Ξέρει τι θα πει ιεραρχία. Πολλά παιδιά έρχονται στο θέατρο και μου λένε “γεια σου Αιμιλία”. Αυτό μόνο αρκεί…

Δεν καταλαβαινουν επίσης πως όταν εγώ σκουπίζω το θέατρο, πρέπει και αυτά να σκουπίζουν τη σκηνή τους. Από το θέατρό μου ξέρεις έχουν περάσει 300 περίπου ηθοποιοί και με εχουν δει και οι 300 να σκουπίζω. Και από αυτούς μόνο ένα αγόρι μου πήρε τη σκούπα από το χέρι και μου είπε “Όχι, εγώ θα σκουπίσω”. Ένα μόνο αγόρι.

Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο στις 21:00 & Κυριακή στις 19:00/Διάρκεια παράστασης: 100’/Θέατρο ΑΡΓΩ: Ελευσινίων 15, Μεταξουργείο, Τηλ.: 2105201684

ΓΕΩΡΓΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ