Όταν μια κυβέρνηση του τίποτα… Ευάγγελος Κωνσταντέλος

Αποτέλεσμα εικόνας για foτο μητσοτακης στα εδρανα της βουλης

Η δεξιά έχει αγκαλιάσει την κενότητα στην εποχή μας με τέτοιο ζήλο και φανατισμό, που δίνει νέο περιεχόμενο στην έννοια του τίποτα

Το τελευταίο διάστημα η νεοφιλελεύθερη χουντική μετριότητα, που κυβερνά τη χώρα, εξαπέλυσε το δεύτερο κύμα κενότητας σε βάρος της κοινωνίας. Το πρώτο ήταν η αυταρχική και οργανωμένη επίθεση της αστυνομίας σε βάρος των νέων, των φοιτητών και των προσφύγων, την οποία ενορχήστρωσε η κενότητα του κοινωνικά και πολιτικά σημασμένου και αδιάβαστου Υπουργού Προστασίας του Πολίτη. Όσο και να προσπάθησαν να πείσουν ένα σχετικά μεγάλο ακροατήριο για την επερχόμενη «κανονικότητα», την οποία εγγυάται η «αριστεία» τους, η ζωή και η διαδικτυακή δημόσια σφαίρα απέδειξε κάτι ακόμη χειρότερο… ότι η ΝΔ είναι ο πλέον επίσημος φορέας του… τίποτα. Είναι εκείνη η πολιτική δύναμη, η οποία απέδειξε εμπράκτως, ότι μπορεί ακόμη και το παραμικρό, το ελάχιστο, το κάτι (αντίθετο του τίποτα) να φαντάζει Έβερεστ μπροστά της.

Τα τίποτα δεν είναι η πρώτη φορά που τα συναντά η ιστορία των ανθρώπων. Ήταν σκόρπια και δεν αποτελούσαν ιδιαίτερο κίνδυνο για την κοινωνία και τον πολιτικό βίο. Η διαφορά τώρα όμως είναι, ότι όλως παραδόξως όλα τα τίποτα της χώρας είναι οργανωμένα μαζί και γύρω από τον ασκούντα καθήκοντα πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη. Θα λέγαμε όμως ότι γενικά η δεξιά έχει ξεπεράσει προ πολλού τη μετριότητα στον κατήφορο που έχει πάρει, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, όπως στο Ηνωμένο Βασίλειο (Συντηρητικό Κόμμα), την Ιταλία (Κίνημα Πέντε Αστέρων, Λίγκα του Βορρά), την Ουγγαρία (Fidesz), την Κύπρο (ΔΗ.ΣΥ) κτλ.

Η κατρακύλα της δεξιάς προς το τίποτα είναι ο μόνος οδηγός και κανόνας, ώστε να δέχεται στους κόλπους της, αλλά και να επιλέγει, ό,τι πιο παρασιτικό, κρατικοδίαιτο, φαιδρό, ανίκανο, αποτυχημένο, ακροδεξιό, ρατσιστικό, ομοφοβικό, και αντικοινωνικό παράδοξο μπορεί να γεννήσει μια εποχή. Η δεξιά έχει αγκαλιάσει την κενότητα στην εποχή μας με τέτοιο ζήλο και φανατισμό, που δίνει νέο περιεχόμενο στην έννοια του τίποτα. Η κανονικότητα του τίποτα είναι για τη σύγχρονη δεξιά και ακροδεξιά το μόνο και το βασικό προσόν και διαπιστευτήριο, τόσο για να γίνει κάποιος μέλος, όσο και να διοριστεί σε κάποια διοικητική ή άλλη υπεύθυνη θέση. Εκφράσεις του τύπου, «διορισμός γαλάζιων παιδιών», «ρουσφέτια από τον κομματικό σωλήνα», «κυβερνητικό ξεσάλωμα στο βόλεμα ημετέρων» κ.τ.ό., αδικούν την αλήθεια της κενότητας, εξανθρωπίζοντας το τίποτα.

Το θετικό όμως για την κοινωνία αλλά και τη λογική είναι η στατιστική φανέρωση της δημογραφίας του τίποτα. Η ΝΔ αποκάλυψε τη μεγάλη αυθαιρεσία και γενίκευση, που μάστιζε τους λόγους μας για δεκαετίες. Όσους διορίζει και «τακτοποιεί» η νεοφιλελεύθερη «αριστεία» του τίποτα, είναι όλοι όσοι τόσα χρόνια ψάχναμε και δεν βρίσκαμε, και περιοριζόμασταν στο να μιλάμε γενικά και αόριστα. Από τους κομματικούς κηφήνες της επαρχίας μέχρι τους κρατικοδίαιτους «ευεργέτες» και τους άφραγκους εφοπλιστές και επιχειρηματίες της δήθεν εύρωστης ελίτ. Οι κατσαπλιάδες επιχειρηματίες και εφοπλιστές μαζί με τους κομματικούς (ή αντι-ΣΥΡΙΖΑ) χαραμοφάηδες, οι οποίοι αποτελούσαν και αποτελούν τη φύρα της κοινωνίας, παραμόνευαν να περάσει λίγο η κρίση περιμένοντας να βρουν (και πράγματι βρήκαν) «ευεργέτη» όμοιο σε ποιότητα με αυτούς. Η έκφραση «είναι όλοι ίδιοι» αποκτά και πάλι νέο νόημα. Δεν αφορά τις πολιτικές του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, αλλά τις ομοιότητες στη νοοτροπία της παρακμής, που καλλιέργησαν τόσες δεκαετίες, δηλητηριάζοντας όλους τους θεσμούς που εκπροσωπεί κάθε υπουργείο. Δυστυχώς και στο ΣΥΡΙΖΑ και στο ΚΚΕ υπάρχουν νοοτροπίες, οι οποίες με πρόσχημα τη λαϊκή ετυμηγορία, τη σακατεμένη Δημοκρατία, την εξαθλιωμένη Δικαιοσύνη, αλλά και τις ατομικές βλέψεις και προσωπικές φιλοδοξίες, συνομιλούν και συναγελάζονται με αυτά τα τίποτα, αναγνωρίζοντάς τους το δικαίωμα του… κάτι.

Όταν μια κυβέρνηση καταργεί ακόμη και αυτά τα λίγα από τα πολλά που στέρησαν τα μνημόνια και η κρίση, όταν μια κυβέρνηση στρέφεται ενάντια στο λαό της, όταν χαρίζει χρέη σε παράσιτα δήθεν επιχειρηματίες, ενώ αντίθετα ξεσπιτώνει τον κόσμο, όταν ξεπουλάνε, ό,τι απέμεινε να ξεπουληθεί από τη δημόσια περιουσία και τις δημόσιες υπηρεσίες, όταν απαλλάσσουν από τυχόν ποινικές ευθύνες τραπεζίτες και παρέχουν ασυλία σε παιδεραστές, καταχραστές και ναρκέμπορους, όταν διορίζει τον κάθε ποινικό σε θέσεις ευθύνης, όταν είναι μέχρι το μεδούλι διεφθαρμένη, σεσημασμένη διεθνώς, όταν χρησιμοποιεί τους νόμους του Βενιζέλου, για να αθωώνει αυτούς που εξαθλίωσαν την κοινωνία, όταν ψηφίζει ενάντια σε ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, όταν μολύνει και ρυπαίνει το δημόσιο λόγο και τον πολιτικό βίο, όταν κατακρεουργεί εργασιακά δικαιώματα και κατακτήσεις δεκαετιών, όταν υποβαθμίζει τη δημόσια παιδεία για να φέρει και άλλους άφραγκους επενδυτές, όταν παίζει με την υγεία του λαού, όταν βυσσοδομεί στο προσφυγικό, για να μην κακοκαρδίσει τους ακροδεξιούς και χουντικούς ψηφοφόρους της, όταν παρακάμπτει θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, όταν σε χλευάζει μπροστά στα μάτια σου και καταργεί κάθε ίχνος λογικής, τότε… δεν είναι κυβέρνηση. Είναι μια επικίνδυνη κενότητα, που εξουσιάζει ανθρώπους οι οποίοι μοχθούν και εργάζονται, για να βελτιώσουν τη ζωή και τον πολιτισμό τους.

Η απάντηση σε αυτή την παρακμή πρέπει να είναι μια αριστερά που να αντιστοιχεί στην ουσία των πραγμάτων. Πρέπει η ίδια να κατανοήσει ότι δεν πολεμά επί ίσοις όροις ένα καθεστώς ανάξιων «αρίστων». Η αριστερά είναι σε θέση ισχύος και έχει χρέος ουσιαστικό απέναντι στο λαό. Η αριστερά και όραμα έχει και επαναστατικό πνεύμα. Το ερώτημα είναι, αν είναι διατεθειμένη, να τα εμπνεύσει στην κοινωνία. Αν μπορεί, δηλαδή, να κάνει το όραμα πραγματικότητα ή απλά να μείνει μια … ονειροπαρμένη. Η κοινωνία όμως δε θα περιμένει για πολύ. Αν η πολιτική πραγματικότητα παραμείνει ως έχει, ο κόσμος θα ταυτιστεί εντελώς με τη σκέψη, να θεωρεί το ΣΥΡΙΖΑ ένα νέο ΠΑΣΟΚ και το ΚΚΕ ένα ταριχευμένο κουφάρι μιας κάποιας ιδέας του 19ου αιώνα, που κάνει χάρες και πλάτες στα δεξιά ανθρώπινα τίποτα.