«Χάρη σ’ αυτόν είδα το φως των παιδικών μου χρόνων»

Σε μια εξομολογητική, πυρετική αφήγηση ο διευθυντής φωτογραφίας και στενός συνεργάτης του ιδιοφυούς Ελληνα σκηνοθέτη ανακαλεί περιστατικά και εξηγεί πώς ο Αγγελόπουλος του άλλαξε τη ζωή.

Τον είπαν «ποιητή των εικόνων». Και ήταν. Με την Ελλάδα ξεπέρασε τα σύνορά της. Την Ιστορία της κατέγραφε, τη μνήμη της, το χρώμα της, το φως της – κυριολεκτικά και μεταφορικά. Και το έκανε με τέτοιο μοναδικό τρόπο που ο ίδιος ο Ταρκόφσκι είπε «Ενα πλάνο να είχα!», αναφερόμενος στον «Θίασο», ο Βέρνερ Χέρτζογκ γονάτισε συμβολικά μπροστά του και του φίλησε τα πόδια (βγαίνοντας από προβολή της ίδιας ταινίας), ο Κουροσάβα τον κάλεσε στην Ιαπωνία για να προβάλει τον «Μεγαλέξανδρο» και ο ίδιος κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα για το «Μια Αιωνιότητα και μια Μέρα» και πόσα ακόμα διεθνή βραβεία για τις ταινίες του.

Τα πλάνα που αναζητούσε ο Ταρκόφσκι, που θαύμασαν οι μεγαλύτεροι σκηνοθέτες παγκοσμίως και που λάτρεψε το κοινό είναι του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Ο οποίος πήρε τη «μακρόσυρτη διάρκεια», όπως έλεγε ο Κωστής Μοσκώφ, και την έκανε καλό, πολύ καλό σινεμά, αναδεικνύοντας τον ίδιο τον κινηματογράφο, μέσα από τον κινηματογράφο.

Ομως κι ο ίδιος ζει πλέον στην ίδια αυτή «μακρόσυρτη διάρκεια» της μνήμης και του βλέμματός μας: σαν σήμερα, 24 Ιανουαρίου 2012, «έφυγε» από τη ζωή, απροσδόκητα, μετά από ατύχημα που είχε κατά τη διάρκεια γυρισμάτων της τελευταίας του ταινίας «Η άλλη θάλασσα», που δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει.

Μία μοτοσικλέτα, που οδηγούσε αστυνομικός εκτός υπηρεσίας, τον παρέσυρε κατά λάθος στην περιφερειακή οδό Δραπετσώνας, στο Κερατσίνι. Τότε είχε διαταχθεί ακόμη και ΕΔΕ για το περιστατικό. Ωστόσο, ό,τι κι αν έγινε, τη μέρα εκείνη κατεγράφη μία μεγάλη απώλεια.

Ακριβώς με αφορμή αυτή τη μέρα, το Γαλλικό Ινστιτούτο, που έχει δώσει και το όνομα του Θεόδωρου Αγγελόπουλου στο κεντρικό του αμφιθέατρο/αίθουσα προβολών και εκδηλώσεων (Αuditorium Theo Angelopoulos), διοργανώνει μια ξεχωριστή βραδιά – αφιέρωμα στον μεγάλο δημιουργό μέσα από μια αναδρομή στη ζωή και το έργο του, σήμερα στις 19.30, με τη συμμετοχή προσωπικοτήτων που τον γνώρισαν και συνεργάστηκαν μαζί του, τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Γαλλία*.

Εξάλλου, ο ίδιος, το 1961, σε ηλικία 26 ετών, πήγε στο Παρίσι, όπου αρχικά παρακολούθησε μαθήματα γαλλικής φιλολογίας, εθνολογίας και φιλμογραφίας στη Σορβόνη και στη συνέχεια σπούδασε στη Σχολή Κινηματογράφου IDHEC. Η Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κ. Σακελλαροπούλου θα παραβρεθεί στη σημερινή βραδιά.

Για τον σπουδαίο σκηνοθέτη θα μιλήσουν η συνθέτις Ελένη Καραΐνδρου, ο διευθυντής φωτογραφίας Γιώργος Αρβανίτης (συνεργάστηκαν στενά για πολλές ταινίες), ο συγγραφέας Πέτρος Μάρκαρης (συνεργάστηκαν σεναριακά για είκοσι χρόνια) και ο Γιώργος Αρχιμανδρίτης (συγγραφέας του «Θόδωρος Αγγελόπουλος, με γυμνή φωνή» – εκδ. Πατάκη και του «Théo Angelopoulos, le temps suspendu» – εκδ. Actes Sud).

Μουσικά θέματα της Ελ. Καραΐνδρου από τις ταινίες του Αγγελόπουλου θα ερμηνεύσουν οι σολίστ Ναταλία Μιχαηλίδου (πιάνο) και Βαγγέλης Χριστόπουλος (όμποε) και παράλληλα θα προβληθούν σπάνια ντοκουμέντα και ηχητικές μαρτυρίες τόσο του ίδιου, όσο και προσωπικοτήτων από Ελλάδα και Γαλλία, για τη μοναδική διαδρομή του Ελληνα σκηνοθέτη που άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου.

Εμείς συνομιλήσαμε με τον Γιώργο Αρβανίτη, που ήρθε από τη Γαλλία όπου διαμένει ειδικά για τη σημερινή βραδιά. Διευθυντής φωτογραφίας, μεταξύ άλλων και των πρώτων έντεκα ταινιών του Αγγελόπουλου, ο πιο γνωστός Ελληνας στον τομέα του και ένας από τους καλύτερους παγκοσμίως.

Ο ίδιος ετοιμάζει ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο για τη ζωή και το έργο του (σε συνεργασία με την Ελισάβετ Χρονοπούλου, που πρόκειται να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Πατάκη), στο οποίο ένα μεγάλο μέρος αφορά τη συνεργασία του με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο: «Πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς;» μας λέει ο κ. Αρβανίτης.

«Ο Θόδωρος μου άλλαξε τη ζωή… Θυμάμαι τον Κουροσάβα να με ρωτάει πώς έπιασα αυτό το “μαύρο” στον “Μεγαλέξανδρο” και να έχω καταπιεί τη γλώσσα μου, να γράφουν πως η φωτογραφία στον “Θίασο” είναι καλύτερη από του Μπουνιουέλ στο “Λος Ολβιδάδος” και να μην ξέρω πώς να νιώσω, να διαβάζω -πρόσφατα μάλιστα- μία συνέντευξη του Γαλλο-Ιρανού Ντάριους Κόντζι, ενός σπουδαίου διευθυντή φωτογραφίας (έχει κάνει το «Seven», έχει πάρει υποψηφιότητα για Οσκαρ, έχει συνεργαστεί με υπέροχους σκηνοθέτες), που είπε πως αποφάσισε να γίνει φωτογράφος όταν είδε τον “Θίασο”. Ή τον Γιάνους Καμίνσκι, που κέρδισε το Οσκαρ Φωτογραφίας για την ταινία του Σπίλμπεργκ “Η Λίστα του Σίντλερ”, τον οποίο γνώρισα σαν ήμουν σε μια επιτροπή ενός Φεστιβάλ για τη Φωτογραφία στην Πολωνία και του λέω: “Ρε Καμίνσκι, γαμώτο, ήθελα στη ζωή μου να κάνω ένα πλάνο μόνο από τη ‘Λίστα του Σίντλερ’!”. Και να μου απαντάει: “Και ’γώ ήθελα να κάνω ένα μόνο πλάνο από τον ‘Θίασο’”… Ή τον Τσαρούχη, που με πήρε τηλέφωνο αφού είδε τις “Μέρες του ’36” -τότε θυμάμαι πως νόμιζα πως κάποιος μου κάνει πλάκα!

Εν τέλει συνεργαστήκαμε μετέπειτα, στις “Τρωάδες”- και άρχισε να μου κάνει ζωγραφικές ερωτήσεις (“Πώς έκανες την ώχρα έτσι; Πώς αυτό, πώς εκείνο…). Και κλείνοντας, μου πετάει: “εσύ μικρέ, ή πολύ τυχερός είσαι ή πολύ ταλέντο έχεις!”.

Τυχερός ήμουν σίγουρα. Που διασταυρώθηκαν οι δρόμοι μας με τον Θόδωρο. Ο Αγγελόπουλος έκανε τομή: και στο σινεμά, εθνικό και παγκόσμιο, αλλά και στη ζωή μου, και νομίζω των περισσοτέρων απ’ όσους συνεργάστηκαν μαζί του.

Πόσα βραβεία πήρε, πόση αναγνώριση παγκοσμίως, από κοινό, κριτικούς και σπουδαίους ανθρώπους του σινεμά, κι όμως θυμάμαι να λέει με την κάθε ευκαιρία: “Το μεγαλύτερο βραβείο που έχω πάρει δεν ήταν στις Κάνες. Ηταν σαν βρεθήκαμε στα μέρη που γυρίσαμε την “Αναπαράσταση”, όπου πήγαμε λίγο μετά την προβολή της ταινίας (1970). Μπήκαμε στο καφενείο του χωριού (σ.σ. ήταν τα χωριά της Ηπείρου, Βίτσα και Μονοδέντρι), όπου κάθονταν κάποιοι χωριανοί και πίνανε καφέ ή παίζανε κολτσίνα. Και γυρίζει ένας παππούς και μου λέει: ‘Εσένα σε ξέρω. Γύρισες την ταινία εδώ. Πήγα και την είδα. Δεν θα σου πω ότι είμαι σίγουρος ότι την κατάλαβα καλά, αλλά θα σου πω πως κατάλαβα ότι είναι δικό μας πράμα’… Αυτό θεωρώ ότι είναι το μεγαλύτερο βραβείο μου”… Αυτό έλεγε πάντα και το πίστευε βαθιά.

Πολλά ήταν ο Αγγελόπουλος, πολλά! Αλλά δεν τον θυμόμαστε για τα δύσκολά του ως χαρακτήρα. Για το ταλέντο του τον θυμόμαστε και κυρίως για το άλλο βλέμμα που μας χάρισε και είδαμε αλλιώς τον κόσμο. Ενα βλέμμα, που σαν το αποκτήσεις δεν γυρίζεις ποτέ πίσω».

«Ισως να με θύμωνε κι επίτηδες για να βρω λύσεις…»

«Θύμωνε μαζί μου, μη νομίζεις. Και ’γώ τα ίδια. Αλλά με εμπιστεύτηκε ως νεαρό φωτογράφο. Συναντηθήκαμε λίγο πριν κάνει τη μικρού μήκους ταινία του, που ήταν και η πρώτη του ταινία [σ.σ. «Η Εκπομπή» παρουσιάστηκε το 1968 στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης]. Ο ίδιος είχε έρθει από τη Γαλλία και έγραφε κινηματογραφικές κριτικές στην εφημερίδα “Δημοκρατική Αλλαγή”, μαζί με τους Βασίλη Ραφαηλίδη και Τώνια Μαρκετάκη.

Εγώ ήδη δούλευα με τον Φίνο στη “Φίνος Φιλμ”. Μάλιστα βρήκα πρόσφατα και μία κριτική που είχε γράψει για τις “Θαλασσιές τις χάντρες”, το 1967, όπου φυσικά δεν του άρεσε η ταινία, αλλά έγραφε καλά πράγματα για τη δική μου δουλειά. Επίσης, με είχε δει να δουλεύω και ως βοηθός σε μια ταινία του Πανουσόπουλου, που εν τέλει δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Αλλά τότε μου πρότεινε να συνεργαστούμε στην “Εκπομπή”.

Τότε, λοιπόν, ανακάλυψα έναν άλλο κινηματογράφο. Μια άλλη σκέψη. Και βεβαίως, το μεγάλο μου ταρακούνημα το έπαθα στην “Αναπαράσταση”! Σαν μου πρότεινε αυτή την ταινία ο Θόδωρος, πήρα αμέσως άδεια άνευ αποδοχών από τον Φίνο και, θυμάμαι, πήγαμε ο Θόδωρος, εγώ, οι βοηθοί μας και ένας ηθοποιός, ο Γιάννης Τότσικας, στην Ηπειρο για ρεπεράζ. Και τότε κατάλαβα πως “εδώ κάτι σπουδαίο γίνεται”. Αλλαξα ολόκληρος σου λέω!… Γιατί; Καταρχάς έφυγα από τα φτερά και τα πούπουλα των μιούζικαλ και τις βλεφαρίδες της Βουγιουκλάκη και βρέθηκα ανάμεσα σε πραγματικούς ανθρώπους. Είδα τα πρόσωπά τους. Τα αναγνώρισα: ήταν η γιαγιά μου και η μητέρα μου, ήταν οι άνθρωποι του χωριού μου στη Φθιώτιδα, ήταν οι αντάρτες σαν τον πατέρα μου, ήταν οι Ελληνες μετανάστες στη Γερμανία, σε αυτούς αναγνώρισα τον πατέρα στην “Αναπαράσταση”.

Και είδα και το φως των παιδικών μου χρόνων. Και το αναγνώρισα! Ως παιδί, δεν θυμάμαι καμία ηλιόλουστη μέρα στο χωριό. Δεν έχω καμία τέτοια ανάμνηση… Ηταν βαθιά δικός μας ο Αγγελόπουλος. Οσα δείχνει είναι πράγματι -όλα!- η Ιστορία της Ελλάδας και η Ελλάδα η ίδια. Το φως και οι άνθρωποί της. Ηταν πολιτικές οι ταινίες του, αλλά ήταν και αυτό: οι ιστορίες των ανθρώπων… Και μετά ήρθαν οι “Μέρες του ’36” – άλλο πράμα απίστευτο κι αυτό!- και μετά κάναμε τον “Θίασο”. Ε πια, το είχα καταλάβει καλά: αποκλείεται να γύριζα πίσω στα φτερά και τα πούπουλα.

Η σχέση μου με τον Αγγελόπουλο ήταν σχέση αγάπης και μίσους. Είχε τα διάφορά του ο Θόδωρος και με τσάντιζε στην αρχή. Θύμωνα. Πλέον πιστεύω πως μπορεί να το έκανε κι επίτηδες, ώστε να πεισμώσω και να βρω λύσεις. Γιατί λεφτά δεν είχαμε και έπρεπε να εφευρίσκω λύσεις για να γίνουν τα πράγματα όπως τα ήθελε. Τότε μπορεί λοιπόν να θύμωνα, μα τώρα του βγάζω το καπέλο! Μπορεί να του κατέβαζα ένα σωρό καντήλια τότε, αλλά πρόσεξε: για να κάνει ένας άνθρωπος αυτό που έκανε ο Θόδωρος, την εποχή που το έκανε, δεν θα μπορούσε να είναι κάποιος άλλος! Επρεπε να είναι έτσι.

Είχε τεράστιο ταλέντο ο Θόδωρος: ήταν πολύ καλός πομπός. Ταιριάξαμε, γιατί εγώ ήμουν πολύ καλός δέκτης και ήξερα να παρατηρώ έντονα. Τότε δεν υπήρχαν μόνιτορ: άλλο έβλεπα εγώ στην κάμερα, άλλο ο σκηνοθέτης που ήταν πιο πέρα. Και κοιταζόμασταν μετά τη σκηνή και με τα μάτια καταλαβαίναμε ο ένας τον άλλο. Αλλά ήδη ήξερα τι ήθελε να πετύχει. Και το κάναμε σαν χορό! Χορογράφος ήταν ο Θόδωρος. Συνθέτης και χορογράφος.

Ακόμα το θυμάμαι να μετράμε (εγώ εδώ κι εκείνος πιο πέρα) τη σκηνή σαν μετρονόμο, όπως κάνεις το σολφέζ: Ενααα, και, τώρα θα μπει ο τάδε, και, τώρα ο δείνα, τρία και… Ακριβώς έτσι το κάναμε. Δεν ήταν απλά μια σκηνή – “γυρίζουμε!”. Ηταν χορογραφία, κίνηση. Μάλιστα, είχα κάνει και μαθήματα χορού για να καταλάβω τον ρυθμό που έδινε ο Θόδωρος στην ταινία κι έβλεπα εγώ μέσα από την κάμερα. Δεν ήταν τυχαίο που έκανε αυτά τα απίστευτα μονοπλάνα…

Μου άλλαξε τη ζωή. Αυτό. Και ως άνθρωπο και ως καλλιτέχνη. Με έκανε καλύτερο. Χάρη σ’ αυτόν είδα το φως των παιδικών μου χρόνων. Και του χρωστάω τα πάντα. Τα πάντα. Εντεκα ταινίες κάναμε μαζί. Εκατόν έντεκα έχω κάνει έως σήμερα, έχω συνεργαστεί με ηθοποιούς και σκηνοθέτες από όλο τον κόσμο, αλλά εξαιτίας αυτών των έντεκα έγιναν όλα. Τελευταία μας ήταν το “Μια αιωνιότητα και μια μέρα” – ήταν το ιδανικό μας φινάλε, αν σκεφτείς τον τίτλο της!

Ο Θόδωρος όλα τα άκουγε. Θυμάμαι, ταξίδευα με έναν μακιγιέρ, λεγόταν Σταυρακάκης. Ηταν ένας τύπος εντελώς Ζορμπάς. Και πηγαίναμε να κάνουμε ένα γύρισμα για τον “Θίασο” στο Αίγιο, ερχόμασταν απ’ τα Τρίκαλα και περνούσαμε από την Κατάρα. Οδηγούσα εγώ. Χιόνι ώς εκεί που έφτανε το μάτι σου. Ανεβαίνοντας λοιπόν το βουνό, βλέπουμε κάτω ένα απίστευτο τοπίο: χωρίς σύνορα, δίχως τέλος, μόνο λευκότητα. Ο Σταυρακάκης έτρωγε κάτι μπισκότα Παπαδοπούλου.

Και θυμάμαι πως σταματάμε, ανοίγει ξαφνικά το παράθυρο και βγάζει μια σπαρακτική φωνή: “Μωρή Φύση, μόνη σου είσαι! Και ’γώ μόνος μου είμαι! Πάρε μωρή ένα μπισκότο!” – και της πετάει ένα μπισκότο. Εγώ τρελάθηκα μα δεν μίλησα διόλου. Φτάνουμε στο γύρισμα και λέω στον Θόδωρο τι συνέβη. Το κράτησε αυτό ο Θόδωρος και έβαλε τον Βέγγο να το λέει στο “Βλέμμα του Οδυσσέα”. Σκέφτομαι όμως ότι μπορεί να ήταν ο ίδιος ο Θόδωρος εκεί -στη θέση του Βέγγου- και το τοπίο μπροστά του να είναι ο ελληνικός κινηματογράφος και να του λέει: “Μόνος σου είσαι. Και ’γώ μόνος μου είμαι. Πάρε ένα μονοπλάνο!”… Κατάλαβες; Ο Θόδωρος ήταν μία φοβερή εμπειρία. Και είμαι πανευτυχής που την έζησα».