Τράπεζες: Πάγωσαν δάνεια ύψους 17 δισ. ευρώ – Χαντζηνικολάου (ΕΕΤ): Θα καταβάλουμε κάθε προσπάθεια για χρηματοδότηση επιχειρήσεων

Δάνειο

Δάνεια άνω των 17 δισ. ευρώ έχουν υπαχθεί στα μέτρα αναστολής καταβολής δόσεων από τις τράπεζες. Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος τα στεγαστικά με το θέμα της κρατικής επιδότησης να απασχολεί τις επόμενες μέρες τους Θεσμούς

Μάχη με τον χρόνο αφενός για να δώσουν βαθιές ανάσες σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά που έχουν πληγεί από την κρίση που προκάλεσε η πανδημία του κορονοϊου και αφετέρου για να περιορίσουν το νέο κύμα κόκκινων δανείων, δίνουν καθημερινά τα εγχώρια πιστωτικά ιδρύματα.

Κοινή δράση και για τους δύο παραπάνω στρατηγικούς άξονες είναι το πάγωμα δανείων στο οποίο έχουν επιδοθεί μαζικά από την αρχή που ξέσπασε η κρίση οι τέσσερις συστημικές τράπεζες.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις υψηλόβαθμων τραπεζικών στελεχών, υπολογίζεται ότι από τη χορήγηση των οριζόντιων αναστολών πληρωμής στα μέσα Μαρτίου έως και τις αρχές Ιουνίου χρήση της δυνατότητας έκαναν νοικοκυριά και επιχειρήσεις με ανεξόφλητο ύψος δανείων άνω των 17 δισ. ευρώ.

Όπως εξηγούν οι ίδιες πηγές «πρόκειται ουσιαστικά για δάνεια τα οποία πριν το ξέσπασμα της πανδημίας ήταν ενήμερα, εξυπηρετούμενα ρυθμισμένα και ρυθμισμένα σε πρώιμη καθυστέρηση (σ.σ. έως 90 ημέρες), ενώ οι αντίστοιχοι δανειολήπτες επλήγησαν από τις συνέπειες των μέτρων περιορισμού της πανδημίας. Στην περίπτωσή τους όμως πληρούσαν τα κριτήρια για αναστολή πληρωμών έως και 9 μήνες.

Είναι προφανές ότι η παραπάνω «δεξαμενή» ρυθμισμένων δανείων οριοθετεί και την κύρια μάζα από την οποία είναι πολύ πιθανό να προκύψει το μεγαλύτερο μέρος των νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων. Για τον λόγο αυτό, με τη λήξη των αναστολών, οι τράπεζες ετοιμάζονται να προσφέρουν λύσεις αναχρηματοδότησης, οι οποίες θα λαμβάνουν υπόψη τις ταμειακές ροές και το διαθέσιμο εισόδημα επιχειρήσεων και νοικοκυριών για τους επόμενους 12 με 24 μήνες.

Οι τραπεζίτες αισιοδοξούν ότι μόνο μικρό μέρος των παραπάνω δανείων θα μετατραπούν σε NPEs, λόγω των μέτρων κρατικής στήριξης, των αναχρηματοδοτήσεων και των προοπτικών ανάκαμψης της οικονομίας, οι οποίες ενισχύονται από το ύψος των επιδοτήσεων του κυοφορούμενου ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης.

Στα στεγαστικά το επίκεντρο του ενδιαφέροντος

Επιπρόσθετα, σημαντικό ρόλο στην ανάσχεση των NPEs αναμένεται να έχει το πρόγραμμα κρατικής επιδότησης των δόσεων δανείων με υποθήκη σε πρώτη κατοικία (στεγαστικά, καταναλωτικά και δάνεια μικρών επιχειρήσεων) καθώς η φιλοσοφία, η έκταση και η διάρκειά του συμβάλλει, σύμφωνα με τραπεζικά στελέχη, στην ενίσχυση της «κουλτούρας» πληρωμών, μέχρις ότου ξεπερασθούν οι επιπτώσεις της πανδημίας.

Τα στεγαστικά δάνεια βρίσκονται αυτή τη στιγμή στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος καθώς το θέμα της κρατικής επιδότησης στεγαστικών δανείων δανειοληπτών που πλήττονται από την κρίση του κορονοϊού θα βρεθούν τις επόμενες μέρες στο “τραπέζι” των διαπραγματεύσεων κυβέρνησης – Θεσμών.

Το μέτρο της κυβέρνησης που στοχεύει να υποστηρίξει το σύνολο των δανειοληπτών που επλήγησαν από την υγειονομική κρίση, και έχουν κόκκινο δάνειο, ακόμη και μετά το τέλος του 2018, καθώς και τους συνεπείς δανειολήπτες με εξυπηρετούμενα δάνεια, οι οποίοι έχουν πληγεί επίσης, είναι ζωτικής σημασίας για τις τράπεζες, καθώς θα λειτουργήσει ως ανάχωμα στη δημιουργία νέων κόκκινων στεγαστικών δανείων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία των τραπεζών από 1,7 εκατομμύρια δανειολήπτες που πλήττονται από τις επιπτώσεις της πανδημικής κρίσης, οι 330.000 έχουν δάνεια που συνδέονται με την πρώτη κατοικία. Πρόκειται για δάνεια εξυπηρετούμενα, σε ρύθμιση και μη εξυπηρετούμενα, συνολικού ποσού 20 δισ. ευρώ. Στις κατηγορίες των εξυπηρετούμενων και των δανείων σε ρύθμιση περιλαμβάνονται 250.000 δάνεια, ενώ τα υπόλοιπα 80.000 είναι “κόκκινα” δάνεια.

Σύμφωνα με πληροφορίες από το οικονομικό επιτελείο, η κυβέρνηση προκειμένου να επιδοτήσει το σύνολο των δόσεων και των 330.000 δανείων μέχρι 9 μήνες, θα χρειαστεί περίπου 700 εκατ. ευρώ. Στην πράξη, όμως το ποσό αυτό θα περιοριστεί σημαντικά, γιατί η διαπραγμάτευση με τους θεσμούς και τα αυστηρά κριτήρια επιλεξιμότητας που θα θέσουν θα χαμηλώσει την τελική περίμετρο των δικαιούχων δανειοληπτών, με αποτέλεσμα να εκτιμάται ότι τελικά η κυβέρνηση θα χρειαστεί ένα ποσό που δεν θα υπερβαίνει τελικά τα 500 εκατ. ευρώ.

Στόχος του υπουργείου Οικονομικών είναι με το πρόγραμμα επιδότησης των δόσεων των δανείων όσων επλήγησαν από τον κορονοϊό να ανακουφιστούν οικονομικά περί τους 300.000 δανειολήπτες.

Η έκταση του προγράμματος είναι πρωτόγνωρη καθώς προβλέπεται επιδότηση δόσης για περίπου 250 με 300 χιλ. δανειολήπτες, οι οποίοι διαθέτουν ενήμερα, ρυθμισμένα, μη εξυπηρετούμενα και καταγγελμένα δάνεια πρώτης κατοικίας. Αναμένεται να καλύψει δάνεια ύψους έως 25 δισ. ευρώ, ενώ για πρώτη φορά επιδοτούνται δόσεις συνεπών δανειοληπτών.

Η επιδότηση θα ξεκινά από τα επίπεδα του 80% με 90% της δόσης και θα βαίνει μειούμενη, κατά την εννεάμηνη διάρκειά του (σ.σ. δεν προβλέπεται να υποχωρήσει όμως κάτω του 50% της δόσης), με στόχο να υπενθυμίζει στον δανειολήπτη ότι το δάνειο παραμένει δικό του.

Τέλος, η διάρκειά του εκτείνεται σκόπιμα στους εννέα μήνες (σ.σ. έως τον Μάρτιο- Απρίλιο του 2021).

Από τα δάνεια ύψους 17 δισ. που υπήχθησαν σε moratoria, πάνω από τα 8 δισ. ευρώ ανήκουν στα στεγαστικά, ενώ υπάρχουν και δάνεια μικρών επιχειρήσεων που έχουν επίσης υποθήκη σε πρώτη κατοικία.

 

Χαντζηνικολάου (ΕΕΤ): Θα καταβάλουμε κάθε προσπάθεια για τη χρηματοδότηση επιχειρήσεων

Βουλή των Ελλήνων

Μιλώντας στη Βουλή ο Πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών τόνισε ότι το σωστό μήνυμα που πρέπει να δοθεί είναι η στήριξη της υγιούς επιχειρηματικότητας και η ανταμοιβή των αξιόπιστων δανειζομένων

Θα καταβάλουμε κάθε προσπάθεια για να χρηματοδοτήσουμε τις φερέγγυες επιχειρήσεις, διαβεβαίωσε ο πρόεδρος του ΔΣ της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών, Γ. Χαντζηνικολάου, τοποθετούμενος στην κοινή συνεδρίαση των αρμόδιων κοινοβουλευτικών επιτροπών για την πρόσβαση των επιχειρήσεων στα χρηματοδοτικά εργαλεία του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.

Είναι σε γνώση μας ότι υπάρχουν και φερέγγυες επιχειρήσεις μεταξύ των αιτήσεων που απορρίφθηκαν για χρηματοδότηση από το ΤΕΠΙΧ-ΙΙ, είπε ο κ. Χατζηνικολάου. Από τις 98.000 αιτήσεις έγιναν δεκτές μόλις 10.000, βάσει των ευρωπαϊκών κριτηρίων, είπε ο κ. Χαντζηνικολάου, διαβεβαιώνοντας ότι «οι τράπεζες θα κάνουμε κάθε προσπάθεια» για χρήση τέτοιων προγραμμάτων, αλλά και με το δικό μας δανειοδοτικό πρόγραμμα του 2020, «να τους ικανοποιήσουμε».

Όπως εξήγησε, η ικανοποίηση όλων των αιτημάτων δεν ήταν εφικτή, ούτε το διαθέσιμο ποσό έφτανε για όλες τις αιτήσεις [..] και σίγουρα, δεν μπορούν να πάρουν χρηματοδότηση επιχειρήσεις με αναξιόπιστη πιστοληπτική ικανότητα. Όπως είπε ο κ. Χαντζηνικολάου, εκφράζεται δυσαρέσκεια για τις επιχειρήσεις που αποκλείονται. Αυτό όμως γίνεται επειδή, είτε έχουν μη εξυπηρετούμενα δάνεια ή γιατί έχουν αρρύθμιστες φορολογικές/ασφαλιστικές εισφορές ή γιατί έχουν ξεπεράσει το πλαφόν των κρατικών επιχορηγήσεων, με λίγα λόγια είναι «προβληματικές». Επισήμανε μάλιστα, ότι με βάση τους κανόνες που ισχύουν για όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, προϋπόθεση για όλα αυτά τα προγράμματα, οι επιχειρήσεις έπρεπε να ήταν ενήμερες και βιώσιμες στο τέλος του 2019.

Πρέπει να περιοριστεί η δημιουργία νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων, είπε ο κ. Χαντζηνικολάου, τονίζοντας ότι το σωστό μήνυμα που πρέπει να δοθεί από τράπεζες και κράτος, είναι η στήριξη της υγιούς επιχειρηματικότητας και η ανταμοιβή των αξιόπιστων δανειζομένων. «Καλώς ή κακώς, μια επιχείρηση με αρνητική οικονομική εικόνα δεν μπορεί να έχει πρόσβαση -κατά κανόνα- ούτε και σε απλό τραπεζικό δανεισμό…». Επισήμανε επίσης, ότι «αν και τα ποσά ρευστότητας που διοχετεύονται είναι σημαντικά, οι περιορισμοί συνεπάγονται ότι η χρηματοδότηση και ο τραπεζικός δανεισμός δεν θα φθάσει στα πιστοληπτικά ασθενέστερα στρώματα της οικονομίας».

Σύμφωνα με τον κ. Χαντζηνικολάου, στις οικονομικά ασθενέστερες μονάδες, με περιορισμένη πιστοληπτική ικανότητα, καλό είναι να δοθούν κρατικές ενισχύσεις, όπως έχει ήδη γίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αντιλαμβανόμαστε όμως, πρόσθεσε, «τους δημοσιονομικούς περιορισμούς της χώρας μας, που με τόσο κόπο αποκτήθηκαν» καθώς και ότι η συνέχεια της αξιοπιστίας αυτής είναι τόσο σημαντική για τη μείωση του κόστους δανεισμού.