Το τραύμα μιας γενιάς, όταν οι καιροί έχουν πια αλλάξει

Το τελευταίο έργο του Μάρτιν Σέρμαν μοιάζει πιο εμφατικό από το κατά 38 χρόνια προγενέστερό του «Μπεντ»: τότε χρειαζόταν η πανανθρώπινη μνήμη ενός Νταχάου για να πείσει για την ανθρώπινη διάσταση της σχέσης των ομοφυλοφίλων. Τώρα αρκεί ένα οποιοδήποτε σαλόνι αστικού διαμερίσματος για να φιλοξενήσει την ίδια δήλωση.

Οπως έχω ήδη πει επανειλημμένως, η εξαιρετικά δύσκολη αυτή χρονιά συνέπεσε καθώς φαίνεται με μερικές εξαιρετικά ενδιαφέρουσες επιλογές στον χώρο του κλασικού θεάτρου, αλλά και στον χώρο της ετερότητας. Το θέατρο Σταθμός συμμετέχει στη δεύτερη κατηγορία με το τελευταίο έργο του Μάρτιν Σέρμαν «Οπως πάει το ποτάμι», σε μετάφραση Αντώνη Πέρη και σκηνοθεσία Γιάννη Λεοντάρη, έχοντας μάλιστα προβάλλει την παράσταση στις αφίσες του με μια από τις πιο εμφατικές δηλώσεις ετερότητας στην ιστορία του αστικού μας θεάτρου.

Τον Αμερικανό συγγραφέα τον γνωρίζουμε ήδη βέβαια καλά, αν μη από ό,τι άλλο λόγω της παλιάς επιτυχίας του έργου του «Μπεντ», που είχε για θέμα και πάλι τη σχέση ομοφυλόφιλων, τότε όμως μέσα σε ένα ναζιστικό στρατόπεδο εξόντωσης στη διάρκεια του Πολέμου. Ηταν μια παράσταση που καθόρισε εν πολλοίς την ταυτότητα του παγκόσμιου θεάτρου στη δεκαετία του ’80, με μια τολμηρή για τότε πρόταση που έτυχε θερμής και πλατιάς υποδοχής από κοινό και κριτική.

Το θέμα του «Μπεντ» ήταν και τότε η «ετερότητα» (αν και δεν το λέγαμε έτσι τότε) και στόχος και πάλι η εκ μέρους του κοινού υπέρβαση της προκατάληψης, ώστε μαζί με το μαρτύριο να αγκαλιαστεί η πανανθρώπινη μαρτυρία των βασανισμένων. Το κεντρικό μήνυμα όμως τότε δεν βρισκόταν στην εμφάνιση της ομοφυλοφιλίας επί σκηνής, αλλά στην κατάδειξη της ευαισθησίας, της τρυφερότητας και εν τέλει της αγάπης που επιβιώνει ακόμα και εν μέσω της συγκεκριμένης εκείνης, ιστορικής και τερατώδους συνθήκης.

Το «Οπως πάει το ποτάμι» σήμερα μοιάζει περιέργως πιο εμφατικό από το «Μπεντ». Από μια άποψη η «δήλωσή του» είναι ηχηρότερη από την αντίστοιχη του παλιού έργου του Σέρμαν, – ασφαλώς «ορατότερη» εκείνου. Αυτό που στον ορυμαγδό της ναζιστικής θηριωδίας έμοιαζε απλή υποσημείωση, ξεκινά τώρα με αυτοπεποίθηση και χωρίς διάθεση «απολογίας». Τότε χρειαζόταν η πανανθρώπινη μνήμη ενός Νταχάου για να πείσει για την ανθρώπινη διάσταση της σχέσης των ομοφυλοφίλων. Τώρα αρκεί ένα οποιοδήποτε σαλόνι αστικού διαμερίσματος για να φιλοξενήσει την ίδια δήλωση.

Αντίθετα, αν κάτι ξαφνιάσει αρκετούς από τους θεατές είναι το πόσο το ζευγάρι των πρωταγωνιστών, του νέου δικηγόρου Ρούφους και του μεσήλικα πιανίστα Μπο, ταιριάζει στα στερεότυπα μιας όποιας σχέσης. Οι ίδιοι πάντως δεν αμφιβάλλουν διόλου για τις επιλογές τους, δεν κρύβονται, δεν νιώθουν την παραμικρή διάθεση να ενοχοποιήσουν τον εαυτό ή τον δεσμό τους γι’ αυτό που είναι. Ως εκπρόσωποι των κατακτήσεων του δυτικού κόσμου στις τελευταίες δεκαετίες (τουλάχιστον εκεί που ο δυτικός κόσμος έχει εργαστεί σε θέματα ετερο- και αυτο- αποδοχής), ζουν και χαίρονται την ιδιαιτερότητά τους ως κανονικότητα, σε σημείο που να τους απασχολούν πλέον άλλα θέματα, πολύ πιο αστικά. Οπως ας πούμε η διπολική διαταραχή του Ρούφους, που άλλοτε τον ανεβάζει στο επίπεδο μανίας και άλλοτε τον ρίχνει στα πατώματα για μέρες… το ζήτημα ενός γάμου… Ή μιας πιθανής πατρότητας…

Εδώ που τα λέμε το μόνο «σοκαριστικό» στη σχέση τους, -που μοιάζει να απασχολεί και τους ίδιους-, είναι η φανερή διαφορά τής μεταξύ τους ηλικίας, αν και το ίδιο θέμα μοιάζει τολμηρότερο όταν το βλέπουμε στο «Χάρολντ και Μοντ»… Δεν είναι ασφαλώς τυχαίο πως ο Σέρμαν -παλιά καραβάνα του αμερικανικού θεάτρου- φροντίζει να μεταθέσει μέρος του ενδιαφέροντος από το προκείμενο της σχέσης των δύο ανδρών στις επιμέρους ιδιότητές τους, είτε από τη μεριά του μεσήλικα και βαρύθυμου πιανίστα, είτε από τη μεριά του νέου, ενθουσιώδους και υπερκινητικού δικηγόρου. Το «Οπως πάει» είναι ένα έργο με gay, αλλά δεν μοιάζει ούτε και το ίδιο να ενδιαφέρεται κατά βάθος γι’ αυτό.

Και τότε ποιος ο στόχος σε όλα αυτά; Πρέπει να είμαστε εδώ προσεκτικοί. Για τους περισσότερους θεατές ο στόχος του «Οπως πάει» είναι -και πάλι- να μας κάνει να δούμε πίσω από την επιφανειακή ετερότητα, την αγάπη που αναδύεται σαν αγωγός ζωής για τα πρόσωπα, αλλά και την ευαισθησία, την ανάγκη για επαφή που τα φέρνει πολύ κοντά μας, δίπλα μας… Κι ακόμη, το έργο φροντίζει να κατανοήσουν όλοι πως δεν υφίσταται καμιά υποχρέωση να αισθανθούν διαφορετικοί στο είδος ή το ποσό της αγάπης που ζητούν να λάβουν και να δώσουν στη ζωή τους.

Ωραία όλα αυτά, μα είναι λογικό να φαίνονται σήμερα συμβατικά, στην Αθήνα όπως και στο Λονδίνο ή στη Νέα Υόρκη… Κι ωστόσο, έχω την εντύπωση πως δεν βρίσκεται εδώ το αληθινό μήνυμα του Σέρμαν. Τουλάχιστον όσο το έργο του εξετάζει το ζήτημα της κοινότητας μέσα από το μάτια ενός ηλικιωμένου μέλους της, όπως ο ίδιος, το οποίο έχει ζήσει από πρώτο χέρι στο παρελθόν το τραύμα και τους αγώνες της.

Η ενθουσιώδης, αν και κάπως ελαφριά, διάθεση του Ρούφους να βιντεοσκοπήσει τις αφηγήσεις του Μπο στην αρχή του έργου φανερώνει αυτό το ενδιαφέρον, όμως με κάποια αφέλεια, μια στάση νοσταλγική και ωραιοποιητική, που αντιμετωπίζει το παρελθόν με την ελαφρότητα της σημερινής αμεριμνησίας. Είναι η αγάπη της γενιάς των «X» και όχι των βίντατζ, σε ένα περιβάλλον πολύ διαφορετικό από εκείνο των γονιών τους, που βλέπει τα πάντα εξ αποστάσεως και με την ασφάλεια μιας ενδιάμεσης οθόνης.

Μα αυτό που για τον Ρούφους, τον νέο δικηγόρο που τον βαραίνει περισσότερο η συγκαταβατική δουλειά του στο γραφείο, μοιάζει επίδειξη της εκκεντρικής προσωπικότητάς του, για τον μεσήλικα Μπο που μεγάλωσε σαν «συκιά» μετά τον Πόλεμο, που έζησε από πρώτο χέρι το κυνηγητό και την απαξίωση, ανασύρει μνήμες τραυματικές. Τραυματικές ναι, μα κι αναγκαίες.

Το ερώτημα -το βασικό ερώτημα του έργου- είναι πιστεύω το πώς διαχειρίζεσαι το τραύμα μιας γενιάς, όταν οι καιροί έχουν πια αλλάξει. Πώς διατηρείς τη μνήμη χωρίς να επιστρέφεις στην ιδιαιτερότητα. Είναι το ίδιο ερώτημα που πρέπει να διαχειριστούν οι εκπρόσωποι της όποιας κοινότητας πέρασε κάποτε μια ανάλογα βαθιά τραυματική εμπειρία, ζητώντας να ξεχάσει, μα και θυμώνοντας με νεότερους που διαλέγουν να ζουν χωρίς το βάρος άλλα και χωρίς την ευθύνη του παλιού της τραύματος.

Ο Γιάννης Λεοντάρης έχει φροντίσει να μπολιάσει σκηνοθετικά το έργο με εικόνες και αναφορές της (κινηματογραφημένης) μνήμης, καταγεγραμμένης και μετέωρης όσο αυτή παραμένει χωρίς την αναγκαία αυτοπρόσωπη μαρτυρία. Κι εφόσον μιλάμε για έργο του Σέρμαν, έχει φροντίσει σοφά να μεταθέσει το βάρος της παράστασης στους ηθοποιούς της, τονίζοντας τη σκηνική παρουσία τους, αναδεικνύοντας ιδιότητες που τους επιτρέπουν να σκάψουν κάτω και να κτίσουν πάνω από τους ρόλους.

Ξεκινώντας σαν έργο δωματίου, οι Περικλής Μουστάκης (Μπο) και ο Μάνος Καρατζογιάννης (Ρούφους) ερμηνεύουν στην αρχή το κλασικό δίδυμο των «ταιριαστών αντιθέτων». Και είναι και οι δύο εξαιρετικά πετυχημένοι στον τρόπο που αποδίδουν το αστικό προφίλ κάθε ρόλου. Μα το κρίσιμο ενδιαφέρον βρίσκεται στην εξέλιξη που ο καθένας δίνει στο πρόσωπό του: με την πάροδο του έργου ο Μπο ελαφραίνει, όσο βαραίνει ο Ρούφους, σαν να μετατίθεται το βάρος από το πρόσωπο του πρώτου στο πρόσωπο του δεύτερου. Κι αν στο γύρισμα του έργου εισέρχεται ένας εξωτερικός καταλύτης, ο Χάρι, -ερμηνευμένος ορθά από τον Δημήτρη Ροΐδη σαν ανάλαφρος και συμπαθητικός περφόρμερ, πολύ συμφιλιωμένος με την ταυτότητά του αλλά και εξαιρετικά άγνωρος της μνήμης της κοινότητας-, για να αλλάξει τα πράγματα και να αφήσει τον Μπο μόνο του, νιώθουμε ωστόσο πως ο τελευταίος παραμένει τοτέμ στο κέντρο της συλλογικής συνείδησης, ο τελευταίος φορέας μιας εποχής που δεν πρέπει επ’ ουδενί να ξεχάσουμε.

Ακόμα και όταν το ποτάμι μας κουβαλά όλους παρακάτω, σε μια εποχή γεμάτη ελπίδα και ελευθερία, αλλά και με νέες διεκδικήσεις και νέους αγώνες, εμείς οφείλουμε να θυμόμαστε την πορεία του. Γιατί το ποτάμι αυτό κουβαλά τον πολιτισμό μας.

Γρηγόρης Ιωαννίδης