Τα συμπτώματα της νόσου Covid-19 έχουν αλλάξει

Τα συμπτώματα της νόσου Covid-19 έχουν αλλάξει

Αν, πριν από έναν χρόνο, κατά το πρώτο κύμα της επιδημίας του κορονοϊού τα συνηθέστερα συμπτώματα της νόσου Covid-19 ήταν ο υψηλός πυρετός και τα σοβαρά πνευμονολογικά προβλήματα, κατά τη δεύτερη χρονιά η μεγάλη διάδοση των παραλλαγμένων κορονοϊών φαίνεται πως προκαλεί ηπιότερα συμπτώματα.

Πώς και πόσο έχει αλλάξει η νόσος Covid-19 μετά από έναν χρόνο επιδημίας του κορονοϊού; Κάποιες νέες παραλλαγές του κορονοϊού SARS CoV-2, έχουν γίνει, συν τω χρόνω, οι κυρίαρχες μορφές διάδοσης της νόσου στους ανθρώπινους πληθυσμούς, με συνέπεια να αλλάζουν, ενίοτε σημαντικά, τα παθολογικά συμπτώματα που προκαλούν αυτές οι παραλλαγές.

Οι πιο πρόσφατες έρευνες επιβεβαιώνουν ότι τα κλινικά συμπτώματα της νόσου τείνουν να αλλάζουν ακολουθώντας τις παραλλαγές του κορονοϊού. Για παράδειγμα, η μόλυνση από τη βρετανική παραλλαγή του κορονοϊού, που ήδη από τον προηγούμενο μήνα είναι η επικρατέστερη μορφή διάδοσης της νόσου σε πολλούς ευρωπαϊκούς πληθυσμούς (περίπου το 86,7% των διαγνωσμένων περιπτώσεων), δεν προκαλεί τα τυπικά συμπτώματα που βλέπαμε, πριν από έναν χρόνο, στους φορείς, αλλά εκδηλώνεται συχνά με νέα και, από ό,τι φαίνεται, ηπιότερα συμπτώματα.

Πράγματι, μόλις πριν από μερικούς μήνες, τα πιο συνήθη και άρα τυπικά διαγνωστικά συμπτώματα της νόσου Covid-19 ήταν: πυρετός, επίμονος βήχας, πονόλαιμος, απώλεια γεύσης και όσφρησης, μεγάλη σωματική εξάντληση, μυοσκελετικός πόνος, ενώ στις σοβαρότερες περιπτώσεις μόλυνσης εμφανίζονταν και διάφορες μορφές πνευμονίας και δύσπνοιας. Εντούτοις, σύμφωνα με εκτενή έρευνα που έγινε στην Αγγλία και αφορούσε 19 χιλιάδες άτομα που είχαν μολυνθεί από τον κορονοϊό μεταξύ 27 Μαΐου και 4 Δεκεμβρίου 2020, το 40% από αυτούς τους ασθενείς δεν παρουσίαζε κανένα από τα τρία βασικά συμπτώματα της νόσου Covid (υψηλό πυρετό, επίμονο βήχα, πρόσκαιρη απώλεια γεύσης-όσφρησης).

Μολονότι, λοιπόν, στην πρώτη φάση της νέας νόσου Covid-19, αυτά τα τρία συμπτώματα αποτελούσαν τα εξωτερικά κριτήρια διάγνωσης, σήμερα, αυτά τα συμπτώματα δεν θεωρούνται πλέον υποχρεωτικά.

Γεγονός που επιβεβαιώθηκε από τις πιο πρόσφατες κλινικές έρευνες τόσο στην Αγγλία όσο και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες έδειξαν ότι, αφενός, οι περισσότεροι ασθενείς από κάποια παραλλαγή του κορονοϊού μπορεί να είναι νεώτερης ηλικίας και, αφετέρου, δεν παρουσιάζουν πάντα υψηλό πυρετό ή έντονο βήχα, ενώ συχνά δεν εμφανίζουν ούτε και την απώλεια γεύσης ή όσφρησης.

Ο,τι πριν από έναν χρόνο, κατά την πρώτη φάση της επιδημίας, είχε διαγνωστεί κλινικά μόνο σε περιορισμένο αριθμό ατόμων που είχαν μολυνθεί από τον κορονοϊό, δηλαδή τα επίμονα γαστρεντερικά προβλήματα, οι εμετοί, διάρροια και η ναυτία, σήμερα φαίνεται πως είναι τα επικρατέστερα συμπτώματα του ήδη παραλλαγμένου κορονοϊού.

Όπως όλα δείχνουν, κατά τον δεύτερο χρόνο της νέας επιδημίας, δεν θα είναι τόσο ο έντονος πυρετός και ο επίμονος βήχας οι ασφαλείς ενδείξεις για τη μόλυνση από τον κορονοϊό, αλλά τα παραπάνω γαστρεντερικά προβλήματα, που θα συνοδεύονται από μια παρατεταμένη αίσθηση σωματικής εξάντλησης.

Επομένως, δεν θα πρέπει να ανησυχούμε αμέσως μόλις εμφανισθούν συμπτώματα παρόμοια με αυτά της γρίπης ή τα συνήθη συμπτώματα από τις ανοιξιάτικες αλλεργίες, όπως πυρετός, επίμονος βήχας και η προσωρινή απώλεια όσφρησης. Αν και, βέβαια, ο μόνος πραγματικά ασφαλής τρόπος διάγνωσης της νόσου Covid-19 είναι πάντα και μόνο η μοριακή διάγνωση.