ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ: Η απάντηση Παναγιωτόπουλου εκθέτει την κυβέρνηση — Με τη σωστή πλευρά της λογικής

«Όταν το Υπουργείο Άμυνας ψεύδεται για το αν συνεχίζουμε να στέλνουμε αμυντικό υλικό και ποιου τύπου, ποια εμπιστοσύνη μπορεί να έχει ο ελληνικός λαός ότι η αποστολή “δεν αποδυναμώνει ούτε κατ’ ελάχιστον την αμυντική δυνατότητά της”;»

Η κοινή δήλωση των Τομεαρχών Εθνικής Άμυνας Θοδωρή Δρίτσα και Γιώργου Τσίπρα της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία:

Ο υπουργός Άμυνας Ν. Παναγιωτόπουλος παραδέχτηκε σήμερα μετά από δήλωση και επίκαιρη ερώτηση του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία ότι «η Ελλάδα βοηθά την Ουκρανία με αμυντικό υλικό από τα αποθέματα που διαθέτει η χώρα».

Κατά συνέπεια το υπουργείο Άμυνας και συνολικά η κυβέρνηση απέκρυπτε την αλήθεια επί τρεις μήνες τώρα όταν απαντούσε πως ό,τι έστειλε ήταν η αρχική παρτίδα καλάσνικοφ και «εκτοξευτήρων» αγνώστου ποσότητας και τύπου. Διαψεύδοντας δημοσιεύματα ο Ν. Παναγιωτόπουλος είχε απαντήσει στις 18 Απριλίου πως δεν ισχύει «ότι στείλαμε έξι φορές όπλα αλλά αυτά που στείλαμε πήγαν με έξι δρομολόγια». Τώρα παραδέχεται ότι οι παραδόσεις συνεχίζονται.

Δεύτερον, ο υπουργός Άμυνας ψευδόταν όταν έλεγε στις 13 Απριλίου πως «δεν υπάρχει θέμα εκ νέου αποστολής».

Τρίτον, ο υπουργός Άμυνας επιβεβαιώνει το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας για νέες αποστολές όπλων και πυρομαχικών (βαρύτερου τύπου;) χωρίς να αισθάνεται την ανάγκη να δώσει καμιά εξήγηση πώς γίνεται να το πληροφορείται αυτό ο ελληνικός λαός και τα κόμματα από το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας. Η ελληνική κυβέρνηση  όχι μόνο συνεχίζει να στέλνει όπλα, ίσως και βαρύτερα, αλλά επιπλέον ντρέπεται για αυτό και κρύβεται γιατί φοβάται την αντίδραση της κοινωνίας.
Τέταρτον, συνεχίζει να μη διευκρινίζει, όπως έχει υποχρέωση, ποιες ακριβώς ποσότητες ποιων ακριβώς όπλων και πυρομαχικών έχει αποστείλει και θα αποστείλει, όπως πράττουν όλες οι άλλες οι κυβερνήσεις.

Πέμπτον, η επιμονή του υπουργείου Άμυνας να «διευκρινίζει» ότι «το αμυντικό υλικό χορηγείται από τα αποθέματα που διαθέτει η χώρα και δεν αποδυναμώνει ούτε κατ’ ελάχιστον την αμυντική δυνατότητά της», αντί να μας καθησυχάζει μεγαλώνει την εύλογη ανησυχία για την υπευθυνότητα των αρμοδίων. Ποια ακριβώς αποθέματα ποιου αμυντικού υλικού είναι τόσο πλεονασματικά ώστε να τα διαθέτουμε στην Ουκρανία; Είναι δυνατόν να μη γνωρίζει ο υπουργός Άμυνας ότι τα αποθέματα είναι δυσαναπλήρωτα και υπολογίζονται σε «ημέρες αγώνα» στις κρίσιμες στιγμές, όταν μάλιστα η απειλή που αντιμετωπίζει η χώρα μας είναι ορατή και έχει όνομα; Και μήπως για αυτό το λόγο δεν έχει ανάγκη αποθεμάτων η Ουκρανία στην οποία τα αποστέλλουμε;

Εν τέλει όταν το Υπουργείο Άμυνας ψεύδεται για το αν συνεχίζουμε να στέλνουμε αμυντικό υλικό και ποιου τύπου, ποια εμπιστοσύνη μπορεί να έχει ο ελληνικός λαός ότι η αποστολή «δεν αποδυναμώνει ούτε κατ’ ελάχιστον την αμυντική δυνατότητά της»;

Με δυο λόγια, η απάντηση του υπουργού Άμυνας Ν. Παναγιωτόπουλου εκθέτει την κυβέρνηση πολύ περισσότερο από όσο ήταν ήδη εκτεθειμένη και υπόλογη για τις εν κρυπτώ επιλογές της.

 

Με τη σωστή πλευρά της λογικής

Δεν χρειαζόμασταν το δημόσιο «κάρφωμα» του Αμερικανού υπουργού Αμυνας για τον βαρύ οπλισμό που στέλνει και η Ελλάδα στην Ουκρανία ώστε να πειστούμε ότι η υπερδύναμη αντιμετωπίζει τη χώρα μας σαν προτεκτοράτο.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει δώσει πάμπολλες ευκαιρίες για να επιβεβαιώσει και να βαθύνει αυτή τη θλιβερή για την πατρίδα μας ιδιότητα. Οπως η πρόσφατη συμφωνία για τη σχεδόν επ’ αόριστον παράταση της παρουσίας των αμερικανικών βάσεων.

Ωστόσο, το γεγονός ότι η κυβέρνηση προσπάθησε να αποκρύψει από την κοινή γνώμη αυτή την επικίνδυνη για την ασφάλεια της χώρας επιλογή, στο όνομα του ότι «το ίδιο κάνουν όλες οι χώρες της Ε.Ε.», που δεν είναι και αλήθεια, αποκαλύπτει ότι έχει επίγνωση του κινδύνου, αλλά και της αντίθεσης της πλειονότητας των πολιτών στην έμμεση πολεμική εμπλοκή της χώρας.

Η αποκάλυψη της αποστολής εξοπλισμού, που μάλιστα ξεφεύγει από τα όρια του «αμυντικού υλικού», όπως τα συστήματα πυροβολικού, δείχνει ότι η κυβέρνηση είναι πρόθυμη να αναβαθμίσει την έμμεση εμπλοκή της με μια επικίνδυνη άγνοια κινδύνου, αν βέβαια πρόκειται μόνο γι’ αυτήν.

Πέρα από την πολιτική ανηθικότητα του συστηματικού ψεύδους, που δικαιολογημένα προκαλεί την οργισμένη αντίδραση της αντιπολίτευσης, αλλά και παραγόντων της συντηρητικής παράταξης, η στάση της κυβέρνησης αποκαλύπτει τη βαθιά περιφρόνηση στους θεσμούς και στις συνταγματικές υποχρεώσεις της, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για μια εκτός επικράτειας εμπλοκή της χώρας και αποστολή εξοπλισμού.

Το επιχείρημα της κυβέρνησης είναι ότι μπροστά στην προκλητικότητα και τη βιαιότητα της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία η χώρα πρέπει «να βρίσκεται στη σωστή πλευρά της Ιστορίας», κατά την κοινοτοπία που επαναλαμβάνεται από τις περισσότερες ευρωπαϊκές ηγεσίες. Ωστόσο, η σωστή πλευρά της Ιστορίας είναι πριν απ’ όλα η πλευρά της λογικής.

Και η λογική λέει ότι η χώρα μας -και κάθε χώρα- αντί να συμβάλλει στην αιματηρή σύρραξη πρέπει να ρίχνει το βάρος της στην αποκλιμάκωση. Και ότι η Ελλάδα δεν έχει κανένα λόγο να προσφέρεται ως στόχος και «πεδίο βολής» σε περίπτωση κλιμάκωσης και επέκτασης της πολεμικής σύρραξης έξω από τα όρια της Ουκρανίας.

Αυτού του είδους η «αυτοθυσία» στον βωμό του εξοπλιστικού ανταγωνισμού των ιμπεριαλιστικών υπερδυνάμεων όχι μόνο δεν προσθέτει, αντίθετα αποδυναμώνει την οφειλόμενη αλληλεγγύη στον ουκρανικό λαό.