Πυραύλους μέσου βεληνεκούς βάζει η Μόσχα στην κόντρα με το ΝΑΤΟ — Η Μόσχα ανακοίνωσε ότι συνέλαβε Ουκρανούς «νεοναζί»

Δεν αποκλείει η Ρωσία το ενδεχόμενο ανάπτυξης πυρηνικών πυραύλων μέσου βεληνεκούς στην Ευρώπη, εφόσον αναγκαστεί, όπως λέει από αντίστοιχες κινήσεις του ΝΑΤΟ.

Η προειδοποίηση ήλθε από τα χείλη του αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών Σεργκέι Ριάμπκοφ και αύξησε τον κίνδυνο μιας νέας συσσώρευσης όπλων στη Γηραιά Ήπειρο, με την ένταση στις σχέσεις  Ανατολής-Δύσης να βρίσκονται στο υψηλότερο σημείο της από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, πριν από τρεις δεκαετίες.

Όπως δήλωσε ο Ριάμπκοφ, η Ρωσία θα αναγκαζόταν να δράσει εάν η Δύση αρνηθεί να συμμετάσχει σε ένα μορατόριουμ για τις πυρηνικές δυνάμεις μέσου βεληνεκούς (INF) στην Ευρώπη – ως μέρος ενός πακέτου εγγυήσεων ασφαλείας που αναζητά σε αντάλλαγμα για την εκτόνωση της κρίσης με την Ουκρανία.

Η έλλειψη προόδου προς μια πολιτική και διπλωματική λύση θα οδηγούσε τη Ρωσία σε μια  «στρατιωτική» απάντηση, με στρατιωτική τεχνολογία, δήλωσε ο Ριάμπκοφ στο ρωσικό πρακτορείο ειδήσεων RIA. «Αυτό θα συμβεί, θα είναι μια αντιπαράθεση, αυτός θα είναι ο επόμενος γύρος», πρόσθεσε, αναφερόμενος στην πιθανή ανάπτυξη των πυραύλων από τη Ρωσία.

Τα πυρηνικά όπλα μέσου βεληνεκούς – αυτά με βεληνεκές από 500 έως 5.500 km (310 έως 3.400 μίλια) – απαγορεύτηκαν στην Ευρώπη βάσει μιας συνθήκης του 1987, μεταξύ του τότε Σοβιετικού ηγέτη Μιχαήλ Γκορμπατσόφ και του προέδρου των ΗΠΑ Ρόναλντ Ρίγκαν, που οδήγησε σε μια σημαντική χαλάρωση των εντάσεων του Ψυχρού Πολέμου. Μέχρι το 1991, οι δύο πλευρές είχαν καταστρέψει σχεδόν 2.700 τέτοια όπλα.

Η Ουάσιγκτον αποχώρησε από το σύμφωνο το 2019, αφού διαμαρτυρήθηκε για υποτιθέμενες επί χρόνια παραβιάσεις που περιστρέφονταν γύρω από την ανάπτυξη από τη Ρωσία ενός πυραύλου Κρουζ εδάφους, τον οποίο η Μόσχα αποκαλεί 9M729 και το ΝΑΤΟ «Screwdriver – Κατσαβίδι».

Εάν το ΝΑΤΟ έχει δίκιο ότι η Ρωσία έχει ήδη αναπτύξει αυτό το σύστημα στο ευρωπαϊκό τμήμα της χώρας, δυτικά των Ουραλίων, τότε η απειλή του Ριάμπκοφ είναι κενή περιεχομένου, σύμφωνα με τον Γκέρχαρντ Μάνγκοτ, ειδικό στη ρωσική εξωτερική πολιτική και τον έλεγχο των εξοπλισμών στο Πανεπιστήμιο του Ίνσμπρουκ στην Αυστρία.

Αλλά εάν οι διαψεύσεις της Ρωσίας είναι αληθινές, συμπλήρωσε, τότε η προειδοποίηση της Μόσχας είναι «το τελικό μήνυμα προς το ΝΑΤΟ ότι πρέπει να ξεκινήσει συνομιλίες με τη Ρωσία για μια αμοιβαία συμφωνία». Παράλληλα, ο Μάνγκοτ εκτίμησε ότι «εάν το ΝΑΤΟ επιμείνει στη θέση να μη διαπραγματευτεί μια συμφωνία, τότε σίγουρα θα δούμε τη Ρωσία να αναπτύσσει τον πύραυλό της στα πολύ δυτικά σύνορά της».

Ο Ριάμπκοφ τις τελευταίες ημέρες έχει αναδειχθεί ως ένας από τους βασικούς εκφραστές της Μόσχας, καθώς ο Πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν πιέζει για εγγυήσεις ασφαλείας από τη Δύση, ενώ αντιμετωπίζει προειδοποιήσεις από τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους να απόσχουν από μια πιθανή εισβολή στην Ουκρανία – κάτι που ο υπουργός διέψευσε ξανά ότι είναι στις προθέσεις της Ρωσίας.

Ο αναπληρωτής ΥΠΕΞ επανέλαβε μια σύγκριση που έκανε την περασμένη εβδομάδα ανάμεσα στην παρούσα ένταση και στην κουβανική πυραυλική κρίση του 1962, που έφερε τις ΗΠΑ και τη Σοβιετική Ένωση στα πρόθυρα ενός πυρηνικού πολέμου.

Ο Ριάμπκοφ είπε ότι υπάρχουν «έμμεσες ενδείξεις» ότι το ΝΑΤΟ πλησιάζει στην εκ νέου ανάπτυξη πυραύλων μέσου βεληνεκούς, συμπεριλαμβανομένης της επιστροφής, τον περασμένο μήνα, της 56ης Διοίκησης Πυροβολικού που είχε χρησιμοποιήδει πυραύλους Pershing με δυνατότητα πυρηνικής ενέργειας κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.

Το ΝΑΤΟ λέει ότι δεν θα υπάρχουν νέοι πύραυλοι των ΗΠΑ στην Ευρώπη και είναι έτοιμο να αποτρέψει νέους ρωσικούς πυραύλους με μια «μετρημένη» απάντηση που θα περιλαμβάνει μόνο συμβατικά όπλα.

Όμως ο Ριάμπκοφ απάντησε ότι η Ρωσία δεν τρέφει «καμία εμπιστοσύνη» στη βορειοατλαντική συμμαχία. «Δεν επιτρέπουν στους εαυτούς τους να κάνουν κάτι που θα μπορούσε με κάποιο τρόπο να αυξήσει την ασφάλειά μας – πιστεύουν ότι μπορούν να ενεργήσουν όπως θεωρούν ότι είναι προς όφελός τους και απλά πρέπει να τα καταπιούμε όλα αυτά και να τα αντιμετωπίσουμε. Αυτό δεν πρόκειται να συνεχιστεί».

 

Η Μόσχα ανακοίνωσε ότι συνέλαβε Ουκρανούς «νεοναζί»

Η FSB, στην ανακοίνωσή της, αναφέρει ότι δύο από τους συλληφθέντες σχεδίαζαν να επιτεθούν σε εκπαιδευτικά ιδρύματα

Η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ασφαλείας της Ρωσίας (FSB) ανακοίνωσε σήμερα Δευτέρα ότι συνέλαβε σε 37 περιοχές της Ρωσίας 106 υποστηρικτές μιας ουκρανικής νεοναζιστικής ομάδας νεολαίας που σχεδίαζε επιθέσεις και μαζικές δολοφονίες, προσθέτοντας ένα ακόμη μελανό σημείο σε έναν μακρύ κατάλογο πιθανών σημείων ανάφλεξης μεταξύ των δύο χωρών.

Η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ασφαλείας (FSB) δήλωσε ότι η ομάδα «Maniacs: Cult of Murder» («Μανιακοί: Λατρεία του φόνου») είχε συσταθεί από έναν Ουκρανό, τον Γιεγκρόρ Κρασνόφ, ηλικίας 21 ετών, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί διεθνές ένταλμα σύλληψης και ο οποίος ενεργεί υπό την αιγίδα των υπηρεσιών πληροφοριών της Ουκρανίας.

Η ουκρανική υπηρεσία ασφαλείας SBU το διέψευσε αυτό, δηλώνοντας στο Reuters ότι δεν είχε κανένα ρόλο στην υπόθεση και ότι έχει επικεντρωθεί στην αντικατασκοπεία στο εσωτερικό της Ουκρανίας. Εκ μέρους της ουκρανικής κυβέρνησης δεν υπήρξε άμεσο σχόλιο.

Η FSB, στην ανακοίνωσή της, αναφέρει ότι δύο από τους συλληφθέντες σχεδίαζαν να επιτεθούν σε εκπαιδευτικά ιδρύματα.

Η Ρωσία τις τελευταίες εβδομάδες έχει εξαπολύσει κατά του Κιέβου ένα μπαράζ εχθρικής ρητορικής, καθώς η Ουκρανία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι δυτικές πρωτεύουσες έχουν εγείρει φόβους για την αύξηση των ρωσικών στρατευμάτων κοντά στην Ουκρανία και την πιθανότητα εισβολής.

Η Μόσχα αρνείται ότι σχεδίαζε επίθεση και κατηγόρησε την Ουκρανία και το ΝΑΤΟ ότι υποδαυλίζουν τις εντάσεις, απαιτώντας διαβεβαιώσεις από την βορειοατλαντική συμμαχία που τελεί υπό την ηγεσία των ΗΠΑ να μην εντάξει την Ουκρανία σε αυτήν.

Η Ουάσινγκτον έχει ανακοινώσει ότι θεωρεί πως η Ρωσία ενδέχεται να σχεδιάζει να χρησιμοποιήσει υποτιθέμενες «προκλήσεις» εκ μέρους της Ουκρανίας για να δικαιολογήσει στρατιωτική επίθεση. Η Ουκρανία κατηγόρησε τον περασμένο μήνα τη Ρωσία ότι βρίσκεται πίσω από ένα υποτιθέμενο σχέδιο πραξικοπήματος κατά του προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι, κάτι που το Κρεμλίνο αρνήθηκε.