Πούτιν και Μέρκελ φρενάρουν το ενεργειακό ράλι — Αθήνα: Η έλλειψη πρασίνου αφαιρεί χρόνια ζωής από τους κατοίκους

Πτώση στις τιμές του φυσικού αερίου μετά τις δηλώσεις του Ρώσου προέδρου, ο οποίος επικρίνει για την κερδοσκοπία την πολιτική της Ε.Ε., αλλά υπόσχεται αύξηση των ροών αερίου προς την Ευρώπη ● Και η καγκελάριος αβαντάρει τον Πούτιν, με σπόντες κατά των ΗΠΑ, ενώ το Ευρωδικαστήριο ανοίγει νομικό παράθυρο για την Gazprom και τον αγωγό Nord Stream 2.

Σε περίπλοκη δημόσια διπλωματική και γεωπολιτική αντιπαράθεση εξελίσσεται η ενεργειακή κρίση, με επίκεντρο την Ευρώπη και την εκτός ελέγχου αύξηση της τιμής του φυσικού αερίου, το οποίο καλύπτει σχεδόν το 50% των αναγκών της ηπείρου στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

Ενώ, λοιπόν, οι ηγέτες των 27 της Ε.Ε., στη Σλοβενία, για ακόμη μία φορά αποκάλυπταν την αδυναμία να καταλήξουν σε συντονισμένη παρέμβαση για να φρενάρουν το κερδοσκοπικό ράλι των ενεργειακών τιμών, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν έριξε ευθέως την ευθύνη στη λανθασμένη πολιτική της Κομισιόν, «η οποία αρνήθηκε τα μακροπρόθεσμα συμβόλαια για την προμήθεια φυσικού αερίου με τη Ρωσία και στράφηκε στο χρηματιστηριακό εμπόριο φυσικού αερίου».

Ως γνωστόν, η τιμή του φυσικού αερίου στην Ε.Ε. καθορίζεται σε χρηματιστήριο με έδρα την Ολλανδία, με τον δείκτη TTF, ο οποίος μετά το άνοιγμα-ρεκόρ στην τιμή των 132 ευρώ ανά μεγαβατώρα, έπεσε στα 105 ευρώ (-9%) μετά τη διαβεβαίωση του Ρώσου προέδρου ότι η Gazprom θα αυξήσει τις ροές αερίου προς την Ευρώπη.

«Η τιμή του φυσικού αερίου έχει πλέον σπάσει όλα τα ιστορικά ρεκόρ: σήμερα πλησιάζει τα 2.000 δολάρια ανά χίλια κυβικά μέτρα, δηλαδή είναι πάνω από δέκα φορές υψηλότερη από τη μέση τιμή του περασμένου έτους», είπε ο Ρώσος πρόεδρος διαβεβαιώνοντας ότι η χώρα του μπορεί και πάλι να προμηθεύσει την Ευρώπη με ποσότητες-ρεκόρ αερίου και πετρελαίου. «Η Ρωσία ήταν και είναι αξιόπιστος προμηθευτής… Στην ιστορία δεν υπήρξε ούτε ένα περιστατικό που η Gazprom να αρνήθηκε να αυξήσει τις προμήθειες στους καταναλωτές της, όταν υποβάλλουν τέτοια αιτήματα», είπε με θριαμβευτικό ύφος ο Πούτιν.

Η αντίδραση των αγορών ήταν σχεδόν ακαριαία. Εκτός από το «ολλανδικό» φυσικό αέριο, και η διεθνής τιμή του αερίου, που σε ετήσια βάση έχει αυξηθεί πάνω από 130%, έπεσε 9%. Πτώση περί το 2% κατέγραψαν και οι τιμές του πετρελαίου –το Brent έπεσε στα 80 δολάρια– ενώ τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια –όσα πρόλαβαν την εξέλιξη ανοιχτά– μετρίασαν τις απώλειές τους (βλέπε σχετικό ρεπορτάζ).

Το πολιτικά ενδιαφέρον, πάντως, είναι ότι και η απερχόμενη Γερμανίδα καγκελάριος Ανγκελα Μέρκελ συντάχτηκε με τον Πούτιν, απορρίπτοντας τις κατηγορίες ότι η Ρωσία ευθύνεται για την κούρσα στις τιμές αερίου. «Εξ όσων γνωρίζω, δεν υπάρχουν παραγγελίες που η Ρωσία αρνήθηκε να εκτελέσει, ειδικά όχι όσον αφορά τον αγωγό στην Ουκρανία», είπε η Μέρκελ απαντώντας σε ερώτηση, στο περιθώριο της άτυπης συνόδου στη Σλοβενία.

Η Γερμανίδα καγκελάριος –όπως και η γερμανική ηγεσία στο σύνολό της– μένει πιστή στη συμφωνία με τη Ρωσία για τον Nord Stream 2, τον υποθαλάσσιο αγωγό που θα φέρνει αέριο στη Γερμανία μέσω της Βαλτικής θάλασσας, ο οποίος έχει προκαλέσει την αντίδραση των Αμερικανών. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Μέρκελ επεφύλασσε μια σπόντα και για τις ΗΠΑ, αναφέροντας ότι όσο οι διεθνείς τιμές αερίου ήταν χαμηλές δεν ενδιαφέρονταν για εξαγωγές του σχιστολιθικού αερίου που παρήγαν, ενώ τώρα που η ζήτηση αυξάνεται υπάρχει έντονη πίεση. «Αυτό πρέπει να το δούμε προσεκτικά», είπε η Μέρκελ.

Εκτός από την ιδιότυπη «συμμαχία» Πούτιν – Μέρκελ, το ρωσικό αέριο κέρδισε ακόμη μία νίκη στα σημεία χθες. Ο γενικός εισαγγελέας του Δικαστηρίου της Ε.Ε. γνωμοδότησε ότι η ελβετική θυγατρική της ρωσικής Gazprom, η Nord Stream 2 AG. η οποία θα κατασκευάζει και θα διαχειριστεί τον νέο υποθαλάσσιο αγωγό αερίου, νομιμοποιείται να αμφισβητήσει δικαστικά την Οδηγία (Ε.Ε.) 2019/692 για την εσωτερική αγορά αερίου, η οποία επέβαλε διάσπαση σε δυο εταιρείες, δηλαδή διαχωρισμό της παραγωγής αερίου από τη διαχείριση του αγωγού.

Η γνωμοδότηση του γενικού εισαγγελέα Michal Bobek, εφόσον υιοθετηθεί από την απόφαση του Δικαστηρίου της Ε.Ε., ίσως βοηθήσει την Gazprom στον μακροχρόνιο νομικό αγώνα να αποφύγει τη διάσπαση. Και αυτή η εξέλιξη φαίνεται ότι είχε την επίδρασή της στην αποκλιμάκωση του ράλι των τιμών.

Τιμές-ηλεκτροσόκ σε όλη την Ευρώπη

Η έννοια του «ρεκόρ» χάνει το νόημά της μπροστά στην εικόνα που παρουσιάζει η ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας στον χάρτη με τις τιμές χονδρικής που ισχύουν σήμερα 7 Οκτωβρίου. Το κοντέρ έσπασε για Γερμανία, Αυστρία, Ιταλία, Ολλανδία, Σλοβενία, Κροατία και Σερβία, όπου οι τιμές ξεπέρασαν τα 300 ευρώ ανά μεγαβατώρα, με ποσοστιαίες ημερήσιες αυξήσεις που αρχίζουν από το 10% έως και το 70%.

Στην Ελλάδα η χονδρική τιμή διαμορφώνεται σήμερα στα 204,38 ευρώ η μεγαβατώρα. Καθώς η «απελευθερωμένη» αγορά ενέργειας σε όλη την Ε.Ε. ρυθμίζεται πλέον χρηματιστηριακά, οι Ευρωπαίοι καταναλωτές είναι εκτεθειμένοι σε τεράστιες αυξήσεις στους λογαριασμούς. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις 18/8, όταν η Ελλάδα έκανε το πρώτο της πανευρωπαϊκό ρεκόρ στη χονδρική τιμή (με 113 ευρώ/ MWh), στη Γερμανία η τιμή ήταν 78 ευρώ, και ανάλογη ήταν η τιμή στις περισσότερες χώρες. Μιλάμε λοιπόν σχεδόν για τετραπλασιασμό τιμής και για διπλασιασμό στην περίπτωση της Ελλάδας. Κι επειδή η χονδρική τιμή είναι η βάση διαμόρφωσης των λογαριασμών ρεύματος, η παρακολούθησή της πλέον ακόμη και από τους καταναλωτές δεν είναι υπόθεση… χόμπι.

Για τα τιμολόγια της ΔΕΗ και των ιδιωτών παρόχων που διαμορφώνονται με ρήτρα χονδρικής, και εφόσον οι ίδιοι αποφεύγουν πεισματικά να δώσουν στοιχεία για τις πραγματικές αυξήσεις, έχουν ενδιαφέρον τα στοιχεία του Χρηματιστηρίου Ενέργειας για τον Σεπτέμβριο: η μέση τιμή ήταν 134,73 ευρώ ανά μεγαβατώρα από 121,72 ευρώ τον Αύγουστο και μόλις 46,6 ευρώ τον Σεπτέμβριο του 2020. Που σημαίνει αύξηση σχεδόν 190% σε ένα χρόνο, κυρίως λόγω ανόδου τιμών του φυσικού αερίου και των δικαιωμάτων εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα.

Στη διάρκεια του περασμένου μήνα οι μονάδες φυσικού αερίου κάλυψαν το 46% της ζήτησης, οι ανανεώσιμες πηγές το 28%, οι εισαγωγές το 15%, οι λιγνιτικές μονάδες το 8% και τα υδροηλεκτρικά το 3%.

Γιάννης Κιμπουρόπουλος

Αθήνα: Η έλλειψη πρασίνου αφαιρεί χρόνια ζωής από τους κατοίκουςΠολίτες στο κέντρο της Αθήνας, εν μέσω πανδημίαςΠολίτες στο κέντρο της Αθήνας, εν μέσω πανδημίας

Στις πρωτεύουσες της Ευρώπης με τη μεγαλύτερη θνησιμότητα λόγω ανεπαρκών χώρων πρασίνου, η Αθήνα. Τι δείχνει νέα έρευνα.

Οι πόλεις της Ευρώπης θα μπορούσαν να αποτρέψουν έως 43.000 πρόωρους θανάτους ετησίως, αν ικανοποιούσαν τις συστάσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) αναφορικά με την ύπαρξη επαρκών χώρων πρασίνου κοντά στους κατοίκους τους, σύμφωνα με μια νέα διεθνή επιστημονική μελέτη.

Η Αθήνα θεωρείται μια από τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες με τη μεγαλύτερη αναλογία θανάτων σχετιζόμενων με την έλλειψη προσβάσιμου πράσινου, σύμφωνα με τα συμπεράσματα της έρευνας. Αλλά και άλλες ελληνικές πόλεις (Θεσσαλονίκη, Σέρρες, Καβάλα, Βόλος κ.α.) θεωρούνται ανάμεσα σε αυτές με σημαντικό πρόβλημα.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, ανάμεσα στις πόλεις με τη μεγαλύτερη θνησιμότητα λόγω ανεπαρκούς πρόσβασης στο πράσινο είναι αρκετές πόλεις της Ελλάδας, της Ιταλίας, της ανατολικής Ευρώπης και της Βαλτικής, καθώς και πολλές πρωτεύουσες της Ευρώπης. Ειδικότερα, οι πρωτεύουσες με το μεγαλύτερο πρόβλημα θεωρούνται η Αθήνα, οι Βρυξέλλες, η Βουδαπέστη, η Κοπεγχάγη και η Ρίγα.

Σχεδόν το 88% του πληθυσμού της Αθήνας (της μητροπολιτικής περιοχής) και της Θεσσαλονίκης εκτιμάται ότι δεν πληροί τον ελάχιστο στόχο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για την πρόσβαση των κατοίκων σε κοντινό πράσινο, ούτως ώστε να αποφεύγονταν 1.431 θάνατοι το χρόνο στην πρωτεύουσα και 245 στη συμπρωτεύουσα. Από την άλλη, σε συγκριτικά καλύτερη θέση από τις ελληνικές πόλεις εκτιμάται ότι βρίσκονται η Λάρισα, τα Ιωάννινα, τα Χανιά, η Πάτρα, τα Τρίκαλα και η Καλαμάτα.

Οι ερευνητές του Ινστιτούτου Παγκόσμιας Υγείας (ISGlobal) της Βαρκελώνης, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο ιατρικό περιοδικό «The Lancet Planetary Health», ανέλυσαν στοιχεία του 2015 για περισσότερες από 1.000 πόλεις σε 31 ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες αξιολογήθηκαν και ταξινομήθηκαν με βασικό κριτήριο έναν δείκτη πρασίνου και τη συσχέτισή του με τον δείκτη θνησιμότητας σε κάθε πόλη. Όσο χαμηλότερα βρίσκεται μια πόλη στη διεθνή κατάταξη, τόσο πιο μειωμένη θνησιμότητα θεωρείται ότι έχει, λόγω ανεπαρκούς πρόσβασης όλων των κατοίκων της σε κοντινό πράσινο.

Έτσι, εκτιμήθηκε ότι οι πέντε πόλεις με την αναλογικά μεγαλύτερη θνησιμότητα λόγω ανεπαρκών χώρων πρασίνου είναι κατά σειρά η Τεργέστη και το Τορίνο στην Ιταλία (με το 74% και 92% του πληθυσμού τους αντίστοιχα να έχουν ανεπαρκή πρόσβαση σε πράσινο με βάση τις συστάσεις του ΠΟΥ), το Μπλάκπουλ στη Βρετανία, η Χιχόν στην Ισπανία και οι Βρυξέλλες στο Βέλγιο. Από την άλλη, οι πέντε πόλεις με την μικρότερη θνησιμότητα λόγω ανεπαρκούς πρασίνου είναι οι πόλεις Έλτσε και Τέλντε στην Ισπανία (με το 20% και 33% του πληθυσμού τους κάτω από τα συνιστώμενα όρια του ΠΟΥ), η Γκιμαράες στην Πορτογαλία, η Περούτζια στην Ιταλία και η Καρθαγένη στην Ισπανία.

Οι ερευνητές τόνισαν ότι οι χώροι πρασίνου σχετίζονται με πολλαπλά οφέλη για την σωματική, ψυχική και νοητική υγεία και, κατ’ επέκταση, με μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής. Το πράσινο επίσης αντισταθμίζει σε ένα βαθμό τη ρύπανση του αέρα, τη ζέστη και την ηχορύπανση, απορροφά διοξείδιο του άνθρακα μετριάζοντας την κλιματική αλλαγή και διευκολύνει τη σωματική άσκηση, την ψυχαγωγία και τις κοινωνικές συναναστροφές.