Πολιτικά παιχνίδια με το ΣΕΠΕ – Για την Αριστερά και την κανονικότητα

Πολιτικά παιχνίδια με το ΣΕΠΕ
Αναστάτωση στους επιθεωρητές από την πληροφορία ότι ο υπουργός Εργασίας επιχειρεί να αποποιηθεί την όποια πολιτική και κυβερνητική ευθύνη για τον έλεγχο των εργατικών διαφορών ● Βαρυσήμαντο άρθρο του προέδρου της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων για την αντιμεταρρύθμιση ● Σήμερα η συνέντευξη Τύπου για το νέο Εργασιακό.

Aναστάτωση και ανασφάλεια έχει προκαλέσει στους υπαλλήλους και τα στελέχη του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας η πληροφορία που έφτασε στα γραφεία τους για την πρόθεση του Κωστή Χατζηδάκη να μετατρέψει το ΣΕΠΕ σε ανεξάρτητη Αρχή, αποποιούμενος έτσι την όποια πολιτική και κυβερνητική ευθύνη για τον έλεγχο των εργατικών διαφορών. Οι επιθεωρητές είχαν ήδη πολλά προβλήματα με την υποκατάσταση του έργου τους από την Αρχή Διαφάνειας κατά τη φάση των ελέγχων εν μέσω πανδημίας και τώρα πρέπει να αντιμετωπίσουν και την έξοδό τους στο άγνωστο.

Πάντως ο κ. Χατζηδάκης, μετά τις κατηγορίες προς ΣΥΡΙΖΑ ότι επικροτεί τη συλλογική σύμβαση των εργαζομένων στον επισιτισμό που προβλέπει διευθέτηση του χρόνου εργασίας, θέση στην προπαγανδιστική φαρέτρα του πήρε χθες η αλλοίωση των όρων της Οδηγίας 2019/1158 «σχετικά με την ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και ιδιωτικής ζωής για τους γονείς και τους φροντιστές και την κατάργηση της Οδηγίας 2010/18/Ε.Ε. του Συμβουλίου».

Η νέα ανακοίνωση του κ. Χατζηδάκη εκδόθηκε λίγες ώρες πριν από την επίσημη παρουσίαση σήμερα του σχεδίου νόμου σε διαδικτυακή συνέντευξη, αλλά χωρίς να προηγηθεί το πλήρες κείμενο του σχεδίου νόμου που θα δοθεί προς διαβούλευση. Παρότι στην Οδηγία πουθενά δεν αναφέρεται ότι οι ευέλικτες μορφές εργασίας μπορούν να εφαρμόζονται με ατομικές συμβάσεις, ο υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων επέμεινε χθες για το αντίθετο.

«Η υποκρισία από πλευράς ΣΥΡΙΖΑ έχει και τα όριά της! Είναι οι ίδιοι που υπέγραψαν την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2019/1158, που προωθεί ευέλικτες μορφές απασχόλησης με ατομικές συμβάσεις εργασίας και κατηγορούμαστε από αυτούς επειδή εφαρμόζουμε την Οδηγία που εκείνοι υπέγραψαν!», επέμεινε ο υπουργός, μιλώντας χθες στον ραδιοφωνικό σταθμό Real ένα 24ωρο πριν από την παρουσίαση του σχεδίου νόμου για το Εργασιακό σήμερα κατά τη διάρκεια διαδικτυακής συνέντευξης.

«Μόνο με ΣΣΕ…»

«Τι σχέση μπορεί να έχει η Ευρωπαϊκή Οδηγία 2019/1158, που επιδιώκει την επίτευξη της ισότητας των φύλων, προωθώντας τη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας, την ίση κατανομή των ευθυνών φροντίδας μεταξύ ανδρών και γυναικών και τη γεφύρωση του χάσματος μεταξύ των φύλων ως προς τους μισθούς και τις αποδοχές, με: την απλήρωτη δουλειά, την εξοντωτική υπερεκμετάλλευση των εργαζομένων που θα προκαλέσουν οι φτηνές υπερωρίες, την οριζόντια επιβολή της ατομικής ρύθμισης στη διευθέτηση του χρόνου εργασίας, την κατάργηση της κυριακάτικης αργίας;» αναρωτήθηκε η αρμόδια τομεάρχης του ΣΥΡΙΖΑ/Π.Σ. Μαριλίζα Ξενογιαννακοπουλου.

«Η διευθέτηση του χρόνου εργασίας δεν αποτέλεσε ποτέ μέχρι σήμερα δικαίωμα του εργοδότη, ούτε αντικείμενο συμφωνίας με έναν ή περισσότερους εργαζομένους, δίχως τη σύναψη συλλογικής συμφωνίας» σημείωσε η βουλευτής.

Αποδεικνύοντας στη συνέχεια τη μείωση των αποδοχών που θα έχουν οι εργαζόμενοι από την αύξηση του πλαφόν και τις αλλαγές στην κοστολόγηση των υπερωριών, προσθέτει: «Ενας εργαζόμενος μέχρι σήμερα με ωρομίσθιο 5 ευρώ, για 120 ώρες υπερωρία θα λάμβανε προσαύξηση 240 ευρώ (120 x 5 = 600 ευρώ x 40% = 240 ευρώ). Για τις επιπλέον 30 ώρες θα λάμβανε προσαύξηση 80% δηλαδή 30 x 5 = 150 ευρώ χ 80% = 120 ευρώ επιπλέον, ήτοι συνολική προσαύξηση 360 ευρώ.

»Με το νομοσχέδιο Χατζηδάκη θα λάβει 150 x 5 = 750 ευρώ x 40% = 300 ευρώ, δηλαδή λιγότερη προσαύξηση κατά 60 ευρώ. Οσο φυσικά αυξάνεται ο αριθμός των υπερωριών, οι απώλειες για τους εργαζόμενους μεγαλώνουν. Ας μας απαντήσει ο κ. υπουργός εάν προκαλείται ή όχι μείωση αποδοχών;».

«Αντιμεταρρύθμιση η μεταρρύθμιση Χατζηδάκη»

Με άρθρο του για το Εργασιακό, ο Χριστόφορος Σεβαστίδης, Δ.Ν. – εφέτης, πρόεδρος της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων «εκτιμά ότι εντάσσεται στη λογική των αντιμεταρρυθμίσεων του ευρωπαϊκού εργατικού δικαίου». Αναφερόμενος στην επικείμενη αύξηση του επιτρεπόμενου ορίου των υπερωριών στις 150 ώρες τον χρόνο σε βιομηχανία και λοιπούς κλάδους, υποστηρίζει ότι η «η εξίσωση των υπερωριών στους δύο διαφορετικούς κλάδους όχι μόνο δεν οδηγεί στο αριθμητικό όριο της χαμηλότερης επιβάρυνσης για τον εργαζόμενο, αλλά ούτε καν στο υψηλότερο.

Δημιουργείται ένα νέο όριο, 25% πιο αυξημένο από τον ανώτατο αριθμό υπερωριών και 50% περίπου από τον κατώτατο, προκειμένου οι επιχειρήσεις να μην υποχρεώνονται σε πρόσληψη επιπλέον προσωπικού, που οδηγεί σε αύξηση του κόστους και μείωση των κερδών, αλλά να στηρίζονται στον μεγαλύτερο βαθμό έντασης της εργασίας των ήδη απασχολουμένων» σημειώνει ο πρόεδρος της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων τονίζοντας ότι «η σημαντικότερη αντιμεταρρύθμιση πραγματώνεται στις διατάξεις που προβλέπουν την αύξηση της ημερήσιας εργασίας στις 10 ώρες χωρίς επιπλέον αμοιβή για την υπερωριακή απασχόληση και χωρίς προηγούμενη συλλογική συμφωνία». Αναλυτικά το άρθρο του στην ηλεκτρονική σελίδα της Ενωσης https://ende.gr

Για την Αριστερά και την κανονικότηταΓια την Αριστερά και την κανονικότητα

Δεν πολυκατάλαβαν τα τζιμάνια της τηλεοπτικής δημοσιογραφίας τι εννοούσε η κ. Αχτσιόγλου [αλλά μήπως κατάλαβε και η ίδια;] λέγοντας κάτι σαν: η Αριστερά δεν συμπαθεί (;), δεν τα πάει καλά (;) με την κανονικότητα· παρόλα αυτά έπεσαν πάνω της να τη φάνε. Το ερμήνευσαν κάπως σαν: η Αριστερά αρέσκεται σε ανώμαλες κοινωνικές καταστάσεις και άλλες ασυναρτησίες περί των σχέσεων Αριστεράς και κανονικότητας.

Οταν αυτοί οι δημοσιογράφοι μιλάνε για κανονικότητα εννοούν βεβαίως το βόλεμά τους και τίποτε άλλο πέραν αυτού [του βολέματος]. Μέσα από αυτό το βόλεμα έχουν καταγράψει την πραγματικότητα, ελληνική, ευρωπαϊκή, παγκόσμια. Αφού γι’ αυτούς όλα πάνε καλά, πάνε καλά και για την ελληνική κοινωνία αλλά για την ανθρωπότητα -μιλάμε για βαθιές αναλύσεις, κοινωνιολογικές, πολιτιστικές, ακόμη και υπαρξιακές. Καθρεφτίζονται αυτοί οι άνθρωποι στα σπίτια τους και βλέπουν στον καθρέφτη την κανονικότητα [πόσο ωραίοι είναι και λοιπά -τέτοια οξυδέρκεια και πολιτική κριτική].

Αλλά κι αυτή η Αριστερά. Δεν μπορούν οι άνθρωποί της να αρθρώσουν μια πρόταση χωρίς να αναγκάζεται ο ακροατής να στύψει την γκλάβα που για να κατανοήσει τι άκουσε ή τι διάβασε. Καλή η ελλειπτικότητα, οι υπαινιγμοί, οι μεταφορές και οι συμβολισμοί, ας τα αφήσει όμως καλύτερα αυτά για τους λογοτέχνες [της], για τους ποιητές της, για τους διανοούμενους που την «υπηρετούν». Υπάρχει το πρόβλημα βέβαια εάν κυκλοφορούν στους κόλπους της όλοι οι προαναφερθέντες λογιώτατοι. Οταν έχεις να αντιμετωπίσεις τέτοιου βεληνεκούς δημοσιογράφους, πιστούς του φιλελευθερισμού και -κυρίως- της Δεξιάς, οφείλεις να στρογγυλέψεις λίγο τον λόγο σου, να λειάνεις τον «κυβισμό» σου ή όπως θες να αποκαλείς τον έντεχνο λόγο σου.

Οπως είναι γνωστό εδώ και χιλιετίες ουδέποτε επικράτησε κάποια κανονικότητα σε οποιαδήποτε κοινωνία, εκτός, είπαμε, εάν εννοούν κανονικότητα τις κοινωνίες της βάναυσης οικονομικής και εν γένει κοινωνικής ανισότητας. Ποια ήταν λοιπόν η «κανονικότητα» πριν από τον κοβίντιο;

Η ανεργία, προφανώς, η απώλεια θέσεων εργασίας, οι αυθαίρετες απολύσεις εκ μέρους των εργοδοτών, η αλόγιστη χρήση βίας των αστυνομικών οργάνων εναντίον ανυπεράσπιστων πολιτών ή όσων διεκδικούσαν τα δικαιώματά τους, ο εξευτελισμός των συνδικάτων, τα φορολογικά προνόμια που έδινε η κυβέρνηση στους κατέχοντες, η ακηδία της κυβέρνησης ου μην και η περιφρόνησή της προς τον αγροτοκτηνοτροφικό τομέα παραγωγής, η χύδην συμπεριφορά του ελληνικού κράτους προς τους πρόσφυγες και βεβαίως η προσκόλληση της θρησκείας στα της Πολιτείας. Αυτή ήταν η κανονικότητα για την οποία κάνει λόγο και η ίδια η κοινωνία, εννοώντας τουλάχιστον την απώλεια της παρέας [και του συμποσιασμού ίσως].

Δεν είναι νόμος ότι σε δύσκολες, εθνικές, καταστάσεις η κοινωνία συστρατεύεται με την εκείνη τη στιγμή κυβέρνησή της -θέλει να ακούσει έναν σοβαρό λόγο από την αντιπολίτευση· αλλά στην κυριολεξία σοβαρό και όχι ανέξοδες κατηγορίες και καταγγελίες για την ανικανότητα ή ανεπάρκεια της κυβέρνησης που χειρίζεται αυτές τις καταστάσεις. Οφείλει να καταθέσει τις προτάσεις της και αυτό: απλά, κατανοητά, με σαφήνεια, με καθαρότητα και όχι με σοφιστείες δήθεν μετανεωτερικά ληρήματα.