Πέντε ερωτήματα περιμένοντας τον «χρησμό» της ΕΚΤ για επιτόκια και νέο QE – Αύξηση ληξιπρόθεσμων στο Δημόσιο τον Ιούλιο

Στο Εκτελεστικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που συνεδριάζει σήμερα στη Φρανκφούρτη, θα κριθεί η κατεύθυνση και το τελικό μείγμα των μέτρων που θα ανακοινώσει την Πέμπτη ο απερχόμενος πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι, στην προτελευταία συνεδρίαση υπό την μπαγκέτα του.

Σύμφωνα με τους αναλυτές, ο Ντράγκι θα σταθμίσει τις ισορροπίες που διαμορφώνονται σε επίπεδο κατ’ αρχάς Εκτελεστικού Συμβουλίου, όπου ο συσχετισμός είναι ευνοϊκός για μια νέα χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής, και σε δεύτερο χρόνο σε επίπεδο διοικητικού συμβουλίου και κεντρικών τραπεζιτών, όπου υπάρχει πάντα η ισχυρή αντίδραση της γερμανικής πλευράς και του επικεφαλής της Bundesbank.

Εν αναμονή της κρίσιμης συνεδρίασης, το Reuters κωδικοποιεί σε πέντε βασικά ερωτήματα τις προσδοκίες των αγορών –με τις αντίστοιχες απαντήσεις– για τα μέτρα που θα εξετάσει την Πέμπτη η ΕΚΤ προκειμένου να αποτρέψει νέα διολίσθηση της ευρωζώνης σε ύφεση:

1. Πόσο θα υποχωρήσουν τα επιτόκια;

Η ΕΚΤ τείνει στην ανακοίνωση ενός πακέτου που θα περιλαμβάνει μείωση των επιτοκίων, ενισχυμένη δέσμευσή της για διατήρηση των χαμηλών επιτοκίων για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και αποζημίωση των τραπεζών για τις παρενέργειες των αρνητικών επιτοκίων. Το ελάχιστο που περιμένουν οι αγορές είναι μια μείωση κατά 10 μονάδες βάσης του επιτοκίου αποδοχής καταθέσεων, στο –0,50%, που θα είναι η πρώτη από το 2016. Η ΕΚΤ θα μπορούσε επίσης να χρησιμοποιήσει την κατεύθυνση που δίνει για τη μελλοντική πολιτική της για να προαναγγείλει επιπλέον μείωση τους επόμενους μήνες. Οι αγορές αναμένουν συνολική μείωση κατά 35 μονάδες βάσης έως το τέλος του 2020.

2. Θα αρχίσει και πάλι το QE (τις αγορές ομολόγων) η ΕΚΤ;

Το 90% των οικονομολόγων που ρωτήθηκαν από το Reuters αναμένουν ότι η ΕΚΤ θα ανακοινώσει την επιστροφή στην ποσοτική χαλάρωση, αρχής γενομένης με μηνιαίες αγορές στοιχείων ενεργητικού ύψους 30 δισ. ευρώ από τον Οκτώβριο. Αναλυτές σημειώνουν ότι αυτό θα συνοδευτεί από αλλαγές στους κανόνες της ΕΚΤ για την αγορά ομολόγων, δεδομένης της ανεπάρκειας επιλέξιμων τίτλων.

Για παράδειγμα, η ΕΚΤ θα μπορούσε να αυξήσει το όριο του 33% που έχει θέσει για το ποσοστό των ομολόγων μιας χώρας που μπορεί να αγοράσει. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι χρειάζεται ένα νέο QE, ύψους τουλάχιστον 600 δισ. ευρώ, για να αυξηθούν σημαντικά οι πληθωριστικές προσδοκίες. Η αντίθεση από την πλευρά της Βόρειας Ευρώπης περιπλέκει το ζήτημα.

3. Πόσο αποτελεσματικά θα είναι τα μέτρα;

Μετά τη μείωση των επιτοκίων σε χαμηλά επίπεδα-ρεκόρ και τη διοχέτευση 2,6 τρισ. ευρώ φτηνού χρήματος στην οικονομία από το 2015, ο πληθωρισμός παραμένει κάτω από τον στόχο της ΕΚΤ, που είναι κοντά στο 2%, και η ανάπτυξη υποτονική. Οι πληθωριστικές προσδοκίες υποδηλώνουν ότι ο στόχος της ΕΚΤ για τον πληθωρισμό δεν θα επιτυγχάνεται επί χρόνια.

Δεν υπάρχει, συνεπώς, απορία για το ότι πολλοί στην αγορά αμφισβητούν αν η επιπλέον στήριξη θα είχε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Πάνω από το 80% των οικονομολόγων που ρωτήθηκαν από το Reuters, πρόσφατα, ήταν επιφυλακτικοί για τη δυνατότητα της ΕΚΤ να επηρεάσει τον πληθωρισμό.

4. Τι θα γίνει με τον στόχο της ΕΚΤ για τον πληθωρισμό;

Τον Ιούλιο ο Ντράγκι άφησε να εννοηθεί ότι θα υπάρξει μια νέα ερμηνεία του στόχου για τον πληθωρισμό, ο οποίος αποτελεί το θεμέλιο της πολιτικής της ΕΚΤ. Οι αξιωματούχοι της ΕΚΤ έχουν στόχο έναν πληθωρισμό «κοντά αλλά κάτω» από το 2% επί 16 χρόνια.

Τον περασμένο Ιούνιο και Ιούλιο, ο Ντράγκι έκανε λόγο για συμμετρία – μια αναφορά στο ότι ο πληθωρισμός θα μπορούσε να αυξηθεί πάνω από το 2% και στη συνέχεια να παραμείνει εκεί.

5. Είναι πιθανή η λήψη μέτρων από την ΕΚΤ που θα βοηθήσουν τις τράπεζες;

Ναι. Ενας τρόπος για να γίνει αυτό είναι να υπάρξει κλιμακωτό επιτόκιο καταθέσεων για να μειωθεί το πλήγμα από τα πολύ αρνητικά επιτόκια. Η ΕΚΤ έχει δηλώσει ότι εξετάζει αυτό το ενδεχόμενο. Η κλιμάκωση του επιτοκίου σημαίνει ότι η ΕΚΤ περιορίζει το ποσοστό της υπερβάλλουσας ρευστότητας που υπόκειται στο επιτόκιο καταθέσεων, το οποίο σήμερα είναι –0,40%.

Η υπερβάλλουσα ρευστότητα –δηλαδή τα διαθέσιμα των τραπεζών εκτός των υποχρεωτικών– ανέρχεται σε περίπου 1,2 τρισ. ευρώ ή το 10% του ΑΕΠ της ευρωζώνης. Αυτό σημαίνει ότι τα αρνητικά επιτόκια έχουν σημαντικό κόστος για τις τράπεζες.

Αύξηση ληξιπρόθεσμων στο Δημόσιο τον Ιούλιο

Στα 104,428 δισ. ευρώ ανήλθε τον Ιούλιο το σύνολο των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το δημόσιο (παλαιών και νέων) έναντι του ποσού των 104,111 δισ. ευρώ στο οποίο ανέρχονταν τον προηγούμενο μήνα Ιούνιο.

Παράλληλα, τον Ιούλιο σημειώθηκε αύξηση των οφειλετών του δημοσίου με ληξιπρόθεσμα χρέη κατά 269.115 άτομα, με αποτέλεσμα ο συνολικός αριθμός τους να ανέλθει στους 4.019.350 έναντι 3.750.195 τον Ιούνιο, σύμφωνα με τα στοιχεία της φορολογικής διοίκησης που έδωσε στη δημοσιότητα η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ).

Ειδικότερα, οι νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το δημόσιο (δημιουργήθηκαν από την αρχή του έτους) αυξήθηκαν τον Ιούλιο κατά 320 εκατ. ευρώ και ανήλθαν στα 3,929 δισ. ευρώ έναντι 3,609 δισ. ευρώ τον Ιούνιο. Οι νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές που προέρχονται μόνο από φορολογικές οφειλές ανήλθαν στον Ιούλιο στα 3,642 δισ. ευρώ έναντι 3,358 δισ. ευρώ τον Ιούνιο.

Αποτέλεσμα της αύξησης των οφειλετών του δημοσίου τον Ιούλιο ήταν και η αύξηση του αριθμού όσων δύναται να τους επιβληθούν αναγκαστικά μέτρα είσπραξης. Αυτοί ανήλθαν στον Ιούλιο στους 1.819.142 έναντι 1.764.551 τον Ιούνιο. Σημειώνεται ότι το 67,19 των οφειλών βρίσκονται ήδη σε καθεστώς αναγκαστικών μέτρων είσπραξης.

‘ >‘ >‘ >‘ >