Πέγκυ Ζήνα: «Ο αναστεναγµός για τις καταστροφές που θα έρθουν δεν θα χωράει σε όλο τον ντουνιά»

Η δημοφιλής τραγουδίστρια μιλάει για όσα αγαπάει και φοβάται.

Μετά την εµφάνισή της στη συναυλία που έγινε στα Προπύλαια υπέρ της ειρήνης στην Ουκρανία έβλεπα αναρτήσεις στο Facebook που σχολίαζαν τη σοβαρότητα και τη δωρικότητα µε την οποία ερµήνευσε δύο τραγούδια-σταθµό, το «Ανθρωποι µονάχοι» και το «Βρέχει στη φτωχογειτονιά». Αυτή ήταν και η αφορµή για να ζητήσω συνέντευξη από την Πέγκυ Ζήνα, µια από τις τραγουδίστριες της γενιάς της που µε την πορεία τους απέδειξαν ότι δεν υπάρχει καλύτερος δρόµος για κάποιον από εκείνον που χαράζει ο ίδιος. Τη συνάντησα στη διάρκεια της προετοιµασίας των καλοκαιρινών συναυλιών της µε τον Νίκο Τουλιάτο και την Ηχόδραση, αλλά και της πρώτης της συνεργασίας µε τον Χρήστο Νικολόπουλο. Βρισκόµαστε στα νότια προάστια όπου ζει και όσο µιλάµε η αίσθηση που έχω από εκείνη είναι ενός ανθρώπου µε συµπαγή προσωπικότητα και σπάνια ευαισθησία.

Γράφτηκαν και ακούστηκαν πολλά γι’ αυτήν τη συναυλία στα Προπύλαια, όπως ότι οι συµµετέχοντες είναι υποστηρικτές του Πούτιν και της εισβολής στην Ουκρανία. Ποια είναι η δική σας θέση σε όλα αυτά;

Επειτα από όλα αυτά τα χρόνια στο τραγούδι σε ό,τι κάνω ακολουθώ το ένστικτό µου και την πρόθεσή µου. Και η πρόθεσή µου ήταν να πω ένα µεγάλο όχι στην εισβολή στην Ουκρανία και στον πόλεµο. Θα το θεωρούσα τιµή µου να συµµετάσχω σε οποιαδήποτε αντιπολεµική συναυλία µε καλούσαν. Πάντα για να ενώσω τη φωνή µου µε τους συναδέλφους µου· γιατί προσωπικά δέχτηκα την πρόσκληση από τους τρεις µεγάλους µαέστρους. Αυτό που πρεσβεύει ο καθένας µας όχι µόνο ως καλλιτέχνης αλλά και ως άνθρωπος είναι κάτι που ο κόσµος το γνωρίζει πάρα πολύ καλά, διότι αυτός είναι ο τελικός κριτής που έχει το ένστικτο να τοποθετεί κάπου κάποιους καλλιτέχνες και κάπου αλλού κάποιους άλλους. Η θέση µου λοιπόν είναι ότι ο καλλιτέχνης πρέπει να βρίσκεται πάνω από κλίκες, από κόµµατα, από χρώµατα, γιατί η µουσική είναι µόνο ένωση. Αυτό έµαθα από τους µεγάλους µε τους οποίους συνεργάστηκα τόσα χρόνια.

Εχουµε γίνει εδώ και καιρό αρκετά επικριτικοί στον δηµόσιο λόγο µας; Θεωρώ ότι αυτό συµβαίνει κυρίως από την αρχή της πανδηµίας και µετά που κλειστήκαµε στα σπίτια µας. Τότε δηλαδή που ο καθένας µας ήρθε αντιµέτωπος µε ό,τι έχει δηµιουργήσει µέχρι τώρα στη ζωή του – βγήκαν πολλά στην επιφάνεια. Οταν είσαι κλεισµένος στο σπίτι αναγκαστικά και κοιτάζεις προς τα πίσω κάνοντας απολογισµό έχεις δύο επιλογές αν δεν τα έχεις κάνει καλά. Ή µέσα από την αυτογνωσία να οδηγηθείς στο φως –γιατί ένα πρόβληµα µπορείς να το λύσεις µόνο αν το αναγνωρίσεις– ή να σου βγουν όλες οι κακίες που έχεις συσσωρευµένες µέσα σου για ό,τι έχεις δηµιουργήσει και να ξεσπάσεις σε άλλους ανθρώπους. Να κάτσεις σπίτι σου και να κρίνεις ό,τι κινείται γύρω σου, πάντα προστατευµένος και κρυµµένος πίσω από έναν υπολογιστή ή ένα κινητό. Εµένα αυτό δεν µου φαίνεται παλικαριά.

Ο χώρος µας είναι όντως πολύ ανταγωνιστικός και τις περισσότερες φορές αθέµιτα ανταγωνιστικός. Γιατί σε αυτόν δεν κινούµαστε µόνο οι καλλιτέχνες αλλά και οι άνθρωποι που µας περιβάλλουν. Υπάρχουν πάρα πολλές περιπτώσεις που θέλω να τις δικαιολογώ γιατί σκέφτοµαι ότι δεν φταίει ο καλλιτέχνης αλλά η αυλή του.

∆εν σας γοήτευσε ποτέ η ιδέα να έχετε αυλή;

Ποτέ δεν είχα αυλή γιατί πάντα είχα συνοδοιπόρο τον άντρα µου στη δουλειά µου. Αυτό όµως ήρθε λίγα χρόνια µετά την αρχή της σχέσης µας. ∆εν ξεκινήσαµε δηλαδή µε γνώµονα τη δουλειά· και είναι σηµαντικό αυτό, γιατί όταν ξεκινάς έτσι στο πρώτο πρόβληµα της δουλειάς µπορεί να καταστρέψεις και την προσωπική σχέση. Ενώ όταν έχεις χτίσει τη σχέση σε ανθρώπινο επίπεδο έχεις αναπτύξει τους µηχανισµούς ώστε να αφήνεις τη δουλειά έξω από την πόρτα σου και να τη βάζεις µέσα όταν το επιτρέπεις. Είχα πάντα ωραίους συνεργάτες, όµως η γνώµη τους µετρούσε τόσο όσο. Πάντα το φιλτράρισµα γινόταν από εµένα και τον άντρα µου.

Πώς αφήνει κανείς τη δουλειά έξω από τη συντροφική σχέση;

Ο χώρος αυτός είναι ανταγωνιστικός αλλά εξαρτάται από τις προτεραιότητες κάθε καλλιτέχνη. Αν όλη του η ζωή κινείται µε άξονα τη δουλειά του, υπάρχει πρόβληµα. Γιατί όλες οι δουλειές που είναι λαµπερές, µε την έννοια ότι εµπεριέχουν διασηµότητα, σου φέρνουν δόξα. Αν όταν τελειώσει η δουλειά σου κάνεις το λάθος να πάρεις τους προβολείς στο σπίτι σου, είναι σχεδόν βέβαιο ότι κάποια στιγµή θα χάσεις τον εαυτό σου – τα φώτα θα σβήσουν γιατί η δόξα είναι εφήµερη. Στην αρχή λάµπεις όπως τα πυροτεχνήµατα και προτού σβήσει το πυροτέχνηµα πρέπει κάτι να κάνεις για να διατηρήσεις τη φωτιά. Αυτό όµως µπορείς να το κάνεις όταν έχεις σταθερότητα και ηρεµία πίσω από αυτά τα φώτα. Η δική µου ζωή δεν ήταν ποτέ η δουλειά µου. Είναι µέρος της ζωής µου αλλά όχι όλη µου η ζωή.

Κι αν αύριο τα φώτα σβήσουν;

∆εν θα πεθάνω αν αύριο δεν έχω επιτυχία, δεν θα πεθάνω αν δεν είµαι στην πρώτη γραµµή. Γιατί οι πρώτες γραµµές σε αυτήν τη δουλειά αλλάζουν. Είναι άλλο η γραµµή που κυνηγάς στα 20 σου, άλλο η γραµµή που κυνηγάς από τα 40 και µετά.

Πώς έχει προκύψει αυτή η ισορροπία που έχετε;

Μέσα από πόνο. Για µένα το χειρότερο που µπορεί να αντιµετωπίσει ένας άνθρωπος είναι η απώλεια αγαπηµένων. Αν χάσεις όλα σου τα χρήµατα, µπορείς να ξαναδηµιουργηθείς· αν χωρίσεις, µπορείς να το ξεπεράσεις· αν προδοθείς από φίλους σου, µπορείς να βρεις καινούργιους. ∆εν µπορείς όµως εύκολα να αντιµετωπίσεις την απώλεια σηµαντικών για σένα ανθρώπων που χάνονται για πάντα από τη ζωή σου. Θεωρώ ότι ο άνθρωπος έχει µια δύναµη που ούτε ο ίδιος γνωρίζει και πως ο πόνος είναι µες στη ζωή µας. Αυτά δεν τα ανακάλυψα µόνη µου. Για να διαχειριστώ τον πόνο –όταν πλέον έγινα µαµά και ήθελα να καθαριστώ– απευθύνθηκα σε ψυχολόγο και σε φωτισµένους ανθρώπους που µε βοήθησαν πάρα πολύ να βρω τον δρόµο µου και να καταλάβω πως ό,τι µας συµβαίνει είναι µες στη ζωή, όλα είναι για τον άνθρωπο.

Η απώλεια για την οποία µιλάτε αφορά τον πατέρα σας;

Ηταν η πρώτη σοβαρή απώλεια της ζωής µου, που δεν ξεπερνιέται γιατί συνέβη σε πολύ περίεργη ηλικία για ένα κορίτσι, όταν ήµουν 15 χρόνων. Οµως ο φόβος του θανάτου ξεκίνησε από τα 12 γιατί έπασχε από καρκίνο. Οταν το ζήσεις αυτό σε πολύ µικρή ηλικία σε πονάει πάρα πολύ από τη µια, από την άλλη όµως µε την ενηλικίωση νιώθεις και λίγο ατρόµητος. Σκέφτεσαι ότι αν έζησες κάτι τέτοιο τόσο νωρίς, τι θα µπορούσε να σε ρίξει; Νιώθεις ότι ήδη έχεις ζήσει το χειρότερο, οπότε όλα τα άλλα θα σε πειράξουν λιγότερο. Μέσα από αυτή την απώλεια έγινα λίγο ο µπαµπάς του εαυτού µου. ∆ηλαδή προσπάθησα να αυτοπροστατευτώ µπαίνοντας στη ζωή και σε αυτήν τη δουλειά που άργησα να αγαπήσω.

Παρότι η µητέρα σας η Στέλλα Χρυσικοπούλου ήταν επίσης τραγουδίστρια;

Αυτός ήταν ο λόγος που δεν ήθελα το τραγούδι.

Επειδή γνωρίζατε τον χώρο από µέσα;

Ακριβώς. Γιατί ήξερα όλο αυτό τον ανταγωνισµό, αυτές τις κλίκες που δηµιουργούνται και άλλους καλλιτέχνες τους φτάνουν στην κορυφή ενώ άλλους τους πετάνε έξω από το σύστηµα. Σαφώς υπάρχουν και οι περιπτώσεις που πάρα πολύ δίκαια βρέθηκαν στην κορυφή και αυτό το έδειξε η πορεία τους – γιατί µόνο ο χρόνος σε δικαιώνει. Οµως για να σε δικαιώσει πρέπει να καταφέρεις να µπεις στο µουσικό στερέωµα. Αν δεν βρεθούν κάποιοι άνθρωποι στον δρόµο σου να σε βοηθήσουν, αυτό είναι δύσκολο. Εγώ έκανα οκτώ χρόνια να µπω.

Τι συµβαίνει σε έναν καλό τραγουδιστή που δεν έχει την τύχη να συνεργαστεί µε σηµαντικούς συνθέτες και στιχουργούς;

Υπάρχει πιθανότητα να βρει ένα συνθέτη ή µια δισκογραφική εταιρεία που να µην τον συστήσει µε σωστό τρόπο. Μπορεί άλλο να θέλει να πρεσβεύει και αλλού να τον πάνε. Μπορεί να πέσει λοιπόν σε αυτή την παγίδα. Από την άλλη, ξέρω και πάρα πολύ τυχερούς τραγουδιστές που έτυχε στον δρόµο τους ο Μίκης Θεοδωράκης. Και τους επέβαλε σε αυτό τον χώρο σαφώς, γιατί κάτι είδε και άκουσε σε εκείνους και έτσι απέκτησαν για όλη τους τη ζωή το εισιτήριο για το µουσικό στερέωµα.

Και ο δικός σας δρόµος πάντως διασταυρώθηκε µε του Μίκη Θεοδωράκη.

Μπήκε στη ζωή µου το 2016 – η πορεία µου ξεκίνησε το 1995. Μέχρι να φτάσω σε αυτή την καταξίωση µέτρησα πολλές ώρες δουλειάς και πολλά όνειρα τα οποία δεν σταµάτησα ποτέ να κυνηγώ. ∆εν ήµουν ποτέ ευχαριστηµένη, πάντα ήθελα να κάνω κάτι ανώτερο από αυτό που µπορούσα. Κι επειδή δεν σταµάτησα ποτέ να ονειρεύοµαι ήρθε η στιγµή που τα κατάφερα όλα. Ο άνθρωπος όµως που έπειτα από 15 χρόνια προσωπικής µου επιτυχίας ήρθε στη ζωή µου και άλλαξε την κοσµοθεώρησή µου ήταν ο ∆ηµήτρης Μητροπάνος.

Πώς άλλαξε την κοσµοθεώρησή σας;

Ο ∆ηµήτρης Μητροπάνος ήταν το καλό που µου συνέβη και η περίπτωση του «ενός καλού µύρια έπονται». Μετά ακολούθησαν άνθρωποι στη ζωή µου που ούτε στα πιο τρελά µου όνειρα δεν είχα φανταστεί ότι θα βρεθώ µαζί τους στην ίδια σκηνή, στο ίδιο στούντιο.

Ο ∆ηµήτρης Μητροπάνος σας έδωσε το εισιτήριο και για ένα άλλο είδος τραγουδιού;

Είναι αυτός ο διαχωρισµός που αναλύει ο Μάνος Ελευθερίου, ο µεγάλος µας ποιητής, στο εισαγωγικό του σηµείωµα στον δίσκο µου «Ευαίσθητη ή λογική» που κυκλοφόρησε το 2009. Το εισαγωγικό σηµείωµα σε αυτό τον δίσκο είναι ένα κείµενό του σχετικά µε τον πόλεµο µεταξύ έντεχνου και λαϊκού τραγουδιού. Τότε ήρθε στη ζωή µου, δίνοντάς µου το «Οταν σωπαίνει ένα κορµί» για δώρο· ήταν ο πρώτος σπουδαίος άνθρωπος από τους µεγάλους της τέχνης µας που µε στήριξε. Την ίδια σεζόν ήρθε και η πρόταση του ∆ηµήτρη Μητροπάνου, χωρίς να συνδέεται όµως το ένα µε το άλλο. Η συνεργασία µε τον ∆ηµήτρη µε επέβαλε σε έναν άλλο χώρο που άλλοι έχουν ορίσει έτσι και σίγουρα όχι οι καλλιτέχνες. Μπόρεσα λοιπόν και µεταπήδησα και στον άλλο χώρο – αν θεωρείται ότι υπάρχουν δύο, παρότι το µήνυµα που µου έδωσε ο ∆ηµήτρης δεν είναι αυτό. Εκείνος πίστευε ότι ο καλλιτέχνης και µόνο αυτός είναι που ορίζει πού ανήκει και τι µπορεί να κάνει και το ιδανικό είναι να δίνει ο ίδιος ποιότητα σε αυτό που κάνει. Με τη συνεργασία µας ήταν σαν να φώναξε σε όλους ότι αξίζω παραπάνω πράγµατα από αυτά που είχα καταφέρει µέχρι εκείνη τη στιγµή. ∆εν βγήκε να το πει κάπου. Το έκανε µε την πράξη του, µε τα δύο χρόνια που ήµασταν µαζί και µε τον τρόπο που µου συµπεριφέρθηκε σε εκείνο το πρόγραµµα. Ο ∆ηµήτρης σεβόταν τους καλλιτέχνες που είχαν εµπορικότητα, που είχαν επιτυχία. ∆εν είναι αναγκαίο η εµπορικότητα να συνδυάζεται πάντα µε την ευτέλεια, δεν είναι όλοι έτσι. Αυτή η συνεργασία πιστεύω ότι έφερε στη ζωή µου τον Γιάννη Σπανό, τον Μίµη Πλέσσα που πάντα είχα την αγάπη και τη στήριξή του, τον Κώστα Χατζή και τον Μίκη Θεοδωράκη.

Κι εγώ πάντως αναρωτιέµαι για ποιο λόγο η εµπορικότητα συχνά ταυτίζεται µε την ευτελεια.

∆εν ξέρω, δεν το κατάλαβα ποτέ. Οµως υπάρχουν πολλοί καλλιτέχνες που το πιστεύουν, ίσως γιατί οι ίδιοι δεν έχουν εµπορικότητα. Για ποιο λόγο ο Μίκης Θεοδωράκης να είχε πρόβληµα µε το ότι είναι γνωστός σε όλο τον κόσµο και όχι µόνο στην Ελλάδα; Ολα αυτά λοιπόν τα µελέτησα µε πολλή προσοχή µετά τη συνεργασία µου µε τον ∆ηµήτρη, ο οποίος πιο πολύ µου έκανε καλό στις συζητήσεις µας στο σπίτι του που µαζευόµασταν παρά εκεί που τραγουδούσαµε. Γιατί κι εκείνος ανήκε σε αυτό τον χώρο που ήµουν εγώ πριν και κατάφερε να φτάσει µέχρι το Ηρώδειο µε δικό του σηµαντικό ρεπερτόριο και όχι τραγουδώντας κάποιο συνθέτη. Αυτό λοιπόν που έζησα εγώ µε τον Μητροπάνο µε βροχή στο κατάµεστο Ηρώδειο και ο κόσµος να µη φεύγει επί δύο ώρες κρατώντας οµπρέλες ήταν σαν σκηνικό ταινίας.

Γιατί είναι τόσο σηµαντικό να τραγουδήσει κανείς στο Ηρώδειο; Υπάρχουν πολλοί αξιόλογοι καλλιτέχνες οι οποίοι δεν εµφανίστηκαν ποτέ εκεί.

∆εν ξέρω αν είναι τόσο σηµαντικό πια. Κάθε χώρος χαρακτηρίζεται ανάλογα µε το τι παρουσιάζει. Εχω δει και παραστάσεις που κατά γενική οµολογία δεν ήταν άξιες του Ηρωδείου. Εγώ όµως θέλω να το έχω µες στην ψυχή µου ως τον µαγικό χώρο στον οποίο λατρεύω να παρακολουθώ συναυλίες και θεατρικές παραστάσεις. Και επειδή είναι τόσο σηµαντικός χώρος θα ήθελα όσοι τον αγαπούν και νιώθουν γι’ αυτόν σεβασµό και αγάπη να µπορούν κάποια στιγµή να φιλοξενούνται εκεί. ∆εν µπορώ να φανταστώ ότι δεν είδαµε τη Βίκυ Μοσχολιού στο Ηρώδειο. Ηταν η σηµαντικότερη Ελληνίδα τραγουδίστρια σε λαϊκό και έντεχνο ρεπερτόριο.

Τι είναι αυτό που κάνει έναν τραγουδιστή σπουδαίο;

Το ένα είναι η φωνή που µπορεί να του έχει δώσει ο θεός, η φύση ή να την έχει κληρονοµήσει από την οικογένειά του. Το άλλο είναι ο σεβασµός απέναντι στον συνθέτη και τον στιχουργό τους οποίους τραγουδάει. Κάθε στίχος, ποίηµα και µελωδία που τραγουδάς αξίζουν την ανάλογη ψυχή και αξιοπρέπεια. Κάθε συνθέτης έχει τη δική του σχολή. Γι’ αυτό είναι σηµαντικό να σε διδάξει ο ίδιος ή να διδαχτείς αυτό που πρεσβεύει. ∆εν γίνεται να τραγουδάς µε τον ίδιο τρόπο όλους τους συνθέτες. Αλλος είναι πιο µελωδικός, άλλος είναι χατζιδακικής, άλλος πλεσαίικης και άλλος θεοδωρακικής σχολής. ∆εν γίνεται να µην τραγουδήσει κάποιος δωρικά τον Μίκη Θεοδωράκη· αυτό διδάχτηκα από τον ίδιο στις πρόβες που έκανα µαζί του. Ηθελε τα λαϊκά του τραγούδια να κόβονται, τα γυρίσµατά του ήταν συγκεκριµένα, η ψυχή του, η έντασή του ήταν συγκεκριµένες. Είχε έναν δεδοµένο τρόπο που ήθελε να τραγουδιέται.

Ηταν αυστηρός στις πρόβες;

Ηταν ωραία αυστηρός. ∆ηλαδή ήταν δάσκαλος. Με κάθε του παρατήρηση ήταν σαν να σου έδινε και ένα δωρεάν µάθηµα. Και µάλιστα όταν έφτανες στο σηµείο να βγάλεις όλη την ψυχή σου στην πρόβα έκανε ένα διάλειµµα και σου έλεγε δυο τρεις αστείες ιστορίες που έχει µοιραστεί µε τους µεγάλους συνθέτες και τραγουδιστές.

Γιατί µέχρι σήµερα µας συγκινεί το «Βρέχει στη φτωχογειτονιά» ενώ η ζωή µας έχει αλλάξει τόσο από την εποχή που γράφτηκε;

Την τελευταία φορά που το είπα, στη συναυλία υπέρ της ειρήνης στην Ουκρανία, δεν σας κρύβω ότι µε πονούσε το στοµάχι µου, ένιωθα έναν κόµπο στον λαιµό. Εβλεπα όλον αυτό τον κόσµο από κάτω και για τον λόγο που βρισκόµουν εκεί ένιωσα ξαφνικά ένα βάρος παραπάνω από όταν τραγουδούσα µε τη Λαϊκή Ορχήστρα Μίκης Θεοδωράκης τα τελευταία πέντε χρόνια. Ενιωσα ότι κάτι έπρεπε να µεταδώσω, το µήνυµα που το συγκεκριµένο τραγούδι έχει στο κουπλέ του. Απορώ πώς δεν κόπηκε η φωνή µου από τη συγκίνηση όταν έλεγα «οι συµφορές αµέτρητες/ δεν έχει ο κόσµος άλλες/ φεύγουν οι µέρες µου βαριά/ σαν της βροχής τις στάλες». Ηταν βαρύ για µένα να το πω εκείνη τη στιγµή. Για όλα αυτά που µας συµβαίνουν είναι τόσο επίκαιρο. Ο στίχος του Λειβαδίτη «Αχ ψεύτη και άδικε ντουνιά/ που άναψες τον καηµό µου/ Είσαι µικρός και δεν χωράς/ τον αναστεναγµό µου» φεύγει πια από τη φτωχογειτονιά και περιγράφει κάθε καταστροφή που ζούµε. Εκφράζει τη θλίψη µας για την πανδηµία, για τους ανθρώπους που χάσαµε, για το ότι το 2022 βλέπουµε φόβο στα µάτια των παιδιών και ανθρώπους να ξεριζώνονται. ∆εν µπορεί να µην έχεις βαριά καρδιά και µεγάλο αναστεναγµό γι’ αυτό το πράγµα. Γι’ αυτό πιστεύω ότι ζει µέχρι σήµερα και θα ζει αυτό το τραγούδι. Θα ζει για όλες τις καταστροφές που έρχονται. Ο αναστεναγµός που θα µας προκαλούν οι καταστροφές που θα έρθουν δεν θα χωράει σε όλο τον ντουνιά.

Τι φοβάστε περισσότερο;

Φοβάµαι ότι χάνεται η ανθρώπινη επαφή µε την εξέλιξη της τεχνολογίας. Ενώ έχει και την καλή της πλευρά και ενώνει πάρα πολύ τον κόσµο, µε στενοχωρεί να βλέπω ανθρώπους να κάθονται γύρω από ένα τραπέζι και ο καθένας να είναι χαµένος στο κινητό του. Με τροµάζουν επίσης οι άνθρωποι-τέρατα που εισβάλλουν στη χώρα κάποιου και προκαλούν πόλεµο, ξεριζωµό και θάνατο. Και περισσότερο µε τροµάζουν γιατί είµαι µαµά. Τις επιλογές του καθένας τις πληρώνει µόνος του. Οταν όµως έχεις παιδιά τις πληρώνουν και τα παιδιά σου. Οπότε αυτό µε κάνει να νιώθω µια επιπλέον ευθύνη για τα επόµενα βήµατά µου.

INF0

H πρόσφατη δισκογραφική δουλειά της «Η Πέγκυ Ζήνα ερμηνεύει Μάριο Τόκα» κυκλοφορεί από τη Heaven Music

Έμυ Ντούρου