Πάμε κινηματογράφο;

Δυστυχώς απουσιάζατε» του Κεν Λόουτς

Τρία χρόνια μετά το «Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ», το «στρατευμένο» κοινωνικό δράμα που του χάρισε τον δεύτερο Χρυσό Φοίνικα της καριέρας του, ο 83χρονος Κεν Λόουτς επιστρέφει με μιας παρόμοιας κοπής ταινία πάνω στην απελπιστική καθημερινότητα της σύγχρονης εργατικής τάξης. Τυπικός εκπρόσωπός της ο Ρίκι, αλλάζει δουλειές και, κυνηγώντας το μεροκάματο, προσπαθεί να συντηρήσει την τετραμελή οικογένειά του. Η γυναίκα του Άμπι φροντίζει ηλικιωμένους, σαν ένα είδος κοινωνικής λειτουργού, αλλά όσο κι αν οι δυο τους δουλεύουν όλο και σκληρότερα, η σφιχτή οικονομική τους κατάσταση παραμένει απαράλλακτη.

Ώσπου ο Ρίκι αποφασίζει να πάρει ένα μεγάλο επαγγελματικό ρίσκο, καθώς βλέπει σαν χρυσή ευκαιρία το να αγοράσει φορτηγάκι και να γίνει αυτοαπασχολούμενος μεταφορέας. Η Άμπι αναγκάζεται να πουλήσει το αμάξι της, οι δυο τους χρεώνονται, όμως τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως τα έχουν υπολογίσει, μια και, σε αντίθεση με το χολιγουντιανό σινεμά, σε αυτό του Λόουτς το καλοκουρδισμένο σύστημα αποδεικνύεται σχεδόν πάντα ισχυρότερο από τις επιθυμίες των «γραναζιών» του.

Το «Δυστυχώς Απουσιάζατε» αποδίδει σωστά το «Sorry we missed you», που αφήνουν ως μήνυμα οι κούριερ όταν δεν βρουν τον παραλήπτη, δεν μπορεί όμως να αποδώσει και την έννοια του «συγγνώμη που σας (ξε)χάσαμε/αγνοήσαμε» την οποία διαθέτει ο πρωτότυπος τίτλος. Μια σαφής αναφορά στην αδιαφορία των κρατούντων απέναντι στους μη έχοντες, οι οποίοι δίνουν κι εδώ άνισο αγώνα επιβίωσης. Ο πολιτικά ευαίσθητος Βρετανός σκηνοθέτης, με τον σεναριογράφο Πολ Λάβερτι πάντα δίπλα του, τον αποτυπώνει σαν μια μοντέρνα τραγωδία (ο Ρίκι διαπράττει ύβρι φιλοδοξώντας να γίνει επιχειρηματίας), διαπλέκοντας εύστοχα, αν κι έντονα μελοδραματικά, τις κοινωνικές και τις ενδοοικογενειακές συνιστώσες του δράματος. Το πώς δηλαδή η οικονομική ανέχεια προκαλεί συναισθηματική ανασφάλεια, ανεξέλεγκτη οργή και ρήξη των ανθρωπίνων σχέσεων, εντοπισμένη εδώ, λίγο εύκολα, στην αδυναμία επικοινωνίας μεταξύ πατέρα και γιου. Η τελική αίσθηση είναι αυτή μιας ισοπεδωτικής αλλοτρίωσης, επιβεβλημένης με ένα ελαφρά διδακτικό, αλλά –όπως πάντα στον Λόουτς– ειλικρινά συναισθηματικό τρόπο.


Μ. Βρετανία, Γαλλία. 2019. Διάρκεια: 101΄. Διανομή: FEELGOOD ENT.

 

Κεν Λόουτς: «Τα πάντα ξεκινούν από τη σωστή πολιτική ανάλυση»

Ο πάντα πιστός σε ένα κοινωνικά ευαίσθητο και βαθιά ανθρώπινο σινεμά Βρετανός σκηνοθέτης μιλάει για το πολιτικοποιημένο δράμα του «Δυστυχώς Απουσιάζατε», την ευρωπαϊκή αριστερά και τις αρχαιοελληνικές τεχνικές αφήγησης.

Ο ήρωας της ταινίας δουλεύει ως κούριερ και αρχικά μοιάζει να χρησιμοποιεί την τεχνολογία προς όφελός του. Τελικά όμως αποδεικνύεται πως αυτή μπορεί να εξελιχτεί σε μέθοδο ελέγχου και καταπίεσής του…
Η τεχνολογία έχει γίνει όπλο στα χέρια των ισχυρών κι ένας τρόπος να μας ελέγχουν περισσότερο. Η εκμετάλλευση παραμένει η ίδια βέβαια, αλλά οι τρόποι της αλλάζουν. Όλο και περισσότεροι νόμοι ψηφίζονται υπέρ των τραπεζών, όλο και λιγότεροι φόροι πληρώνονται από τους έχοντες. Η γνώση χρησιμοποιείται υπέρ των οικονομικά ισχυρότερων, των οποίων οι εργασιακές ευθύνες μειώνονται διαρκώς.

Νιώθετε πιο απαισιόδοξος με το πέρασμα του χρόνου; Σε σχέση με τα όσα πιστεύατε την εποχή του «Riff-Raff» και του «Βροχή Από Πέτρες» ας πούμε.
Το μέλλον βρίσκεται στα χέρια της νέας γενιάς, όμως οι καιροί κάνουν τη σκέψη των ανθρώπων πιο εγωκεντρική και τη ζωή τους πιο απομονωμένη, πιο μοναχική. Αυτό προσπαθήσαμε να δείξουμε στην ταινία, παρουσιάζοντας την αδυναμία της οικογένειας να συναντηθεί γύρω από το ίδιο τραπέζι, να μιλήσει ο ένας στον άλλον και να μοιραστούν τα προβλήματά τους. Ο πατέρας δεν μπορεί, δεν προλαβαίνει να καταλάβει τον γιο του και το αντίστροφο, καθώς η προσοχή και των δυο τους είναι αναγκαστικά στραμμένη στον εαυτό τους.

Το πρόβλημα αναδεικνύεται κατά βάση πολιτικό.
Και είναι 100%. Όλα, άλλωστε, ξεκινούν από τη σωστή πολιτική ανάλυση. Από το πού ξεκινούν τα προβλήματα.

Πιστεύετε πως η ευρωπαϊκή αριστερά έχει πειστικές απαντήσεις σε αυτό;
Είναι σαφές πως τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα έχουν αποτύχει, κι εκλογικά, και ουσιαστικά. Στην κοινωνική παρεμβολή τους, στα θέματα της οικολογίας, της εργασιακής ισότητας των δύο φύλων… Την ίδια στιγμή η ακροδεξιά γιγαντώνεται. Χρειαζόμαστε μια σοβαρή αριστερά, η οποία θα μιλήσει πειστικά πάνω στο πώς τα προβλήματα προέρχονται από τις ταξικές ανισότητες και τα κέρδη των πολυεθνικών, πού οφείλεται η υψηλή ανεργία, ποιον ωφελεί και γιατί. Ποιος και γιατί απαξιώνει τα πανεπιστημιακά πτυχία και θεωρεί ωφέλιμη τη γνώση μόνον όταν εκείνη συνεπάγεται δουλειά με πολλά λεφτά. Χρειαζόμαστε ένα διαφορετικό κοινωνικό και οικονομικό μοντέλο και ο Τζέρεμι Κόρμπιν, αν μιλάμε για τη Βρετανία, έχει πολλές ιδέες πάνω σε αυτό. Οι υποστηρικτές του Μπλερ όμως του επιτίθενται.

Μπορούν άραγε αυτές οι ιδέες να μετατραπούν σε συναρπαστικό και όχι διδακτικό, στρατευμένο σινεμά;
Θα σας πω το εξής: όταν πηγαίνω στον κινηματογράφο, θέλω να μην αναγνωρίζω ηθοποιούς, χώρους ή καταστάσεις. Θέλω οι ταινίες να με εκπλήσσουν με τη φρεσκάδα τους, με το ρίσκο που παίρνουν. Η απάντηση λοιπόν είναι πως τα θέματα μπορεί να αλλάζουν, αλλά ο πυρήνας του δράματος και οι τεχνικές της αφήγησης βρίσκονται στην αρχαιοελληνική τραγωδία και σε αυτές πρέπει να επιστρέψουμε. Αυτές μας οδηγούν και σήμερα κι αν τις υπηρετήσουμε σωστά, τότε και αυτά που θέλουμε να πούμε θα φανούν στην οθόνη αληθινά. Θα γίνουν πειστικά χωρίς να είναι διδακτικά ή βαρετά.

Εσείς τι σκηνοθετική μέθοδο υιοθετείτε για να το πετύχετε αυτό;
Προσπαθώ να πετύχω έναν όσο το δυνατόν ειλικρινέστερο ρεαλισμό. Γυρίζω με χρονολογική σειρά και δίνω σταδιακά το σενάριο στους ηθοποιούς. Όχι ολόκληρο εξαρχής, ώστε και οι ίδιοι να είναι απροετοίμαστοι για τις εξελίξεις. Η επιθυμητή τεχνική είναι «να εξαφανίζομαι». Άμα αρχίζεις και σκέφτεσαι «α, τι ωραίο πλάνο!» αποσπάσαι από την αφήγηση, τόσο ως σκηνοθέτης όσο και ως θεατής. Το ίδιο συμβαίνει και με τους διαλόγους. Τους θέλω όσο πιο φυσικούς, όσο πιο καθημερινούς γίνεται, μια και μιλάμε για καθημερινούς ανθρώπους.

Πόσο μπορεί το σινεμά να αλλάξει τη δική τους ζωή;

Το «Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ» δημιούργησε πολλές συζητήσεις, αλλά δεν άλλαξε τίποτα στην κυβερνητική πολιτική απέναντι στην ανεργία ή την κρατική περίθαλψη. Σήμερα το 18% των Σκοτσέζων προμηθεύεται φαγητό από τις Τράπεζες Τροφίμων για Απόρους, ενώ όταν γυρίζαμε τα «Γλυκά 16» εκεί, πριν από περίπου 15 χρόνια, δεν υπήρχε ούτε μία τέτοια τράπεζα στη χώρα.

 

Χρήστο Μήτση

Χρήστος Μήτσης