Ο Ηλίας Γκότσης στα χνάρια του Μιχάλη Κατσαρού: Θα αντισταθούμε;

Η προτροπή του Μιχάλη Κατσαρού για αντίσταση και το ερώτημα που περιμένει τη ζωτική απάντηση από τους ενεργούς πολίτες.

Eνα κείμενο με αφορμή…

…τη βαθιά νύχτα που δεν φαίνεται να τελειώνει και όσα σκοτεινά συμβαίνουν γύρω μας και εντός μας

…τη διάψευση του καπιταλιστικού φαντασιακού, την κατάρρευση των μύθων για την ευδαιμονία και την κοινωνία της αφθονίας, την επανεμφάνιση ακόμη μιας τεράστιας οικολογικής και οικονομικής κρίσης

…τα φυσικά τοπία που καταστρέφονται, τις μορφές ζωής που εξαφανίζονται, τους ανθρώπους που πεθαίνουν από την πείνα και τον πόλεμο

…τη βουβή συνενοχή σε μια απολυταρχία και σε μια κατ’ επίφαση δημοκρατία που παρακολουθεί ξεδιάντροπα κάθε μας λέξη και κάθε μας βήμα

…το σώμα μιας πεντάχρονης προσφυγοπούλας που το άφησαν άταφο για μέρες, διαπράττοντας ακόμη μια ύβρη σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας

…τον σκοταδισμό και τα γεμάτα με μίσος λόγια ενάντια στα δικαιώματα που βγαίνουν όλο και πιο συχνά από το στόμα ιερέων και την επίσημη εκκλησία

…την πατριαρχία και τη συνακόλουθη εκτρωματική βία που ασκείται στα σώματα των γυναικών, των παιδιών και όσων ανθρώπων δεν εμπίπτουν στις κυρίαρχες νόρμες

…τους πολέμους που φουντώνουν σε κάθε γωνιά στον πλανήτη και τους ξεριζωμένους που αναζητούν ένα φιλόξενο τόπο

…τη φτωχοποίηση που απειλεί τη ζωή μας

…τις βιοπολιτικές και τις θανατοπολιτικές που ρυθμίζουν κανονιστικά και αυταρχικά τη ζωή των ανθρώπων

…την κυριαρχία της κοινωνίας του θεάματος και την αναγωγή του κέρδους σε υπέρτατο αγαθό.

Με αφορμή αυτά και χιλιάδες άλλα ακόμη είναι η ώρα να θυμηθούμε τον Μιχάλη Κατσαρό και εκείνη την ξεχασμένη λέξη που μας πέταξε κατάμουτρα το 1953 και που είναι πιο σημαντική από ποτέ:

Μια μικρή άγνωστη λύπη - Συνέντευξη του συγγραφέα Ηλία Γκότση - Ψυχο-γραφήματα

«Αντισταθείτε»

Έτσι φώναζε με όλη του δύναμη ο Μιχάλης Κατσαρός, ο λυρικός ανυπάκουος και επαναστάτης ποιητής, με στόχο να μας ταρακουνήσει από την παθητικότητα, τις καθημερινές μας βεβαιότητες και τη φυλακή των καναπέδων και των τεσσάρων τοίχων του σπιτιού μας.

Αντισταθείτε

σ’ αυτόν που χαιρετάει απ’ την εξέδρα ώρες

ατελείωτες τις παρελάσεις […]

σ’ αυτή την άγονη κυρία που μοιράζει

έντυπα αγίων λίβανον και σμύρναν

σε μένα ακόμα που σας ιστορώ

(απόσπασμα από το ποίημα του Μ. Κατσαρού).

Με αφορμή την ανάγνωση του ποιήματος του Μιχάλη Κατσαρού για ακόμη μια φορά σκέφτηκα πώς θα ήταν αν ξαναγραφόταν στις μέρες μας, τώρα που το κέρδος, το εμπόρευμα και το θέαμα είναι οι μοναδικοί ισχυροί θεοί.

Μόνο που η δική μου φωνή, η γλώσσα μου και η γραφή μου, καθώς επιχειρώ να το μεταγράψω στο σήμερα, είναι άτεχνες και λιγότερο θαρραλέες από εκείνες του ποιητή, που πλήρωσε πολλές φορές στη ζωή του την ανυποταξία του.

Με τούτη την επίγνωση έγραψα λίγα λόγια με παρόμοιο τίτλο, με ένα ερωτηματικό και μια απορία στο τέλος του.

«Θα αντισταθούμε;»

Θα έρθει άραγε ποτέ εκείνη η στιγμή που θα φωνάξουμε μέσα μας την ξεχασμένη λέξη «Αντίσταση»;

Θα έρθει ο καιρός να εμπιστευτούμε τη δύναμή μας.

Θα αντισταθούμε;

στους λύκους που φόρεσαν προβιά προβάτου

σε αυτούς που αποικίζουν το μυαλό μας και μας παγώνουν την καρδιά

σε όσους βαφτίζουν το θάνατο ζωή και το ψέμα αλήθεια

σε ό,τι μέσα μας μας προσκαλεί να αναθέσουμε τη ζωή μας σε άλλους

στη φωνή που θέλει να μας πείσει πως όλα είναι μάταια

σε κάθε σκέψη που μας λέει «δεν αξίζεις να ζεις, δεν θα αγαπηθείς ποτέ»

σε κάθε συναίσθημα που μας παραλύει και μας νεκρώνει το κορμί.

Θα αντισταθούμε;

σε εκείνους που μας κλέβουν τη γλώσσα και μας τυφλώνουν τα μάτια

στο φόβο μας να βγάλουμε τα μαύρα μας γυαλιά

στη φωνή που μας λέει «δεν χρειάζεται να ξέρεις, μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι»

σε αυτούς που κηρύττουν το σωστό και το λάθος

σε εκείνους που μισούν τον έρωτα και θέλουν να ορίζουν τα σώματα και τις επιθυμίες μας

σε μας τους ίδιους όταν λέμε: «δεν ξέρω το σωστό και το λάθος» και αναζητάμε σωτήρες-θεούς.

Θα αντισταθούμε;

σε όσους κρύβουν τον ανθρώπινο πόνο και γεμίζουν με λάμψη τις οθόνες

στο μυαλό μας όταν αρνείται να αναγνωρίσει ότι το κόκκινο νερό δεν είναι παρά μονάχα αίμα ανθρώπων και ζώων

στη συνήθεια να βλέπουμε καμένα ζώα, σκοτωμένα κορμιά, ανθρώπους να επιπλέουν πνιγμένοι στις θάλασσες.

Θα αντισταθούμε;

στην απατηλή ευτυχία και την εφήμερη απόλαυση

στο θάνατο της επιθυμίας

στη συνήθεια να ζούμε με το ελάχιστο

στην απώλεια της μνήμης, την εξουσία της λήθης

στο φόβο να μεγαλώσουμε, στην αδυναμία να δεχτούμε το αναπόφευκτο της απώλειας

σε όλες τις φωνές που μας εκπαιδεύουν στη σιωπή και μας προσκαλούν στο φόβο

σε όλους εκείνους που μας μαθαίνουν την ντροπή όταν φοβόμαστε το σκοτάδι

στην οργή, στο τυφλό μίσος, στην ανθρώπινη βλακεία, στην ανθρώπινη κακία.

Θα αντισταθούμε;

στη συνήθεια της έλλειψης

στη βία της απουσίας του ονείρου

στην υπεράσπιση της οικειότητας σε μια καθημερινότητα που μας σκοτώνει

σε όσους βαφτίζουν τη νάρκωση, την υποταγή και την απάθεια ελευθερία και επιλογή την αυτοκαταστροφή

σε εκείνους που φυλάκισαν τη φαντασία

στη νοσταλγία μιας χώρας που δεν υπήρξε ποτέ

στην απουσία της νοσταλγίας για ό,τι υπήρξε κάποτε αθώο.

Θα αντισταθούμε;

στους εαυτούς που γοητεύονται από την επιφάνεια των πραγμάτων

σε όσους τοξικά μας χειραγωγούν

στους εαυτούς όταν χαιρέκακα επιθυμούν να βασανίσουν

στην απώλεια της συγχώρεσης

στο ανύπαρκτο της συμφιλίωσης.

Θα αντισταθούμε;

στους ηγέτες και σε εκείνους που ορίζουν την κάθε μας στιγμή

στους θεούς και τους προφήτες, στους πατέρες και τους υπερανθρώπους

σε εκείνους που δημιουργούν ανθρώπους-μηχανές και παράγουν μηχανές-ανθρώπους

στις οθόνες που μας κατακλύζουν, στους εικονικούς μας εαυτούς

στις ηλεκτρονικές σχέσεις, τις εικονικές αγάπες.

Θα αντισταθούμε;

σε εκείνους που μας εθίζουν στη βία

σε εμάς τους ίδιους κάθε φορά που λαχταράμε τη βία

σε όλους εκείνους που κηρύττουν πως θα αλλάξουν τον κόσμο δίχως να αλλάξουν οι ίδιοι.

Θα αντισταθούμε στην αποδοχή της ιδέας ότι δεν έχουμε ελπίδα, ότι είμαστε ήδη νεκροί;

gotsis ilias | Ηλίας Γκότσης | Εκδόσεις Αρμός | Συγγραφείς

Ο Ηλίας Γκότσης είναι κοινωνιολόγος – ψυχοθεραπευτής & συγγραφέας