Ορισμό των ευπαθών ομάδων ζητά ο ΣΥΡΙΖΑ – «Kατώτερο των περιστάσεων» το σχέδιο για την αξιοποίηση της ΠΦΥ

Η αξιωματική αντιπολίτευση ζητά τον συντονισμό των αρμόδιων υπουργείων, ώστε οι εργαζόμενοι που ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες να μπορούν να κάνουν χρήση των προστατευτικών έκτακτων μέτρων.

Σε ερώτηση προχώρησαν οι τομεάρχες του ΣΥΡΙΖΑ Θεανώ Φωτίου, Ανδρέας Ξανθός, Έφη Αχτσιόγλου και Μερόπη Τζούφη προς τους υπουργούς Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων και Υγείας, με θέμα «Απροστάτευτοι απέναντι στον κίνδυνο του κορονοϊού οι εργαζόμενοι που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες».

Στην εν λόγω ερώτηση οι βουλευτές ζητούν τον συντονισμό των υπουργών για τον ορισμό των ευπαθών ομάδων έναντι του κορονοϊού, ώστε οι εργαζόμενοι που ανήκουν σε αυτές να μπορούν να κάνουν χρήση των προστατευτικών έκτακτων μέτρων.

Συγκεκριμένα, ζητούν να συντονισθούν άμεσα τα δύο υπουργεία για να εκδοθεί πλήρης κατάλογος των ευπαθών ομάδων που κινδυνεύουν από τον κορονοϊό ώστε να μπορέσουν οι εργαζόμενοι που ανήκουν σε αυτές να προστατευτούν κάνοντας χρήση των έκτακτων μέτρων. Συγχρόνως ζητείται να ελέγχεται, μέσω ΣΕΠΕ, η τήρηση, από τους εργοδότες, των νόμιμων προβλεπόμενων μέτρων προστασίας των εργαζομένων τους που ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες.

Οι ερωτώντες βουλευτές ζητούν από τους δύο υπουργούς να συνεργασθούν άμεσα ώστε να εκδοθεί από τον ΕΟΔΥ και να γίνει αποδεκτός από το Υπ. Εργασίας και Κοιν. Υποθέσεων ο πλήρης κατάλογος των ευπαθών ομάδων που δικαιούνται να κάνουν χρήση των έκτακτων μέτρων προστασίας τους. Παράλληλα, ζητούν να ελέγχεται μέσω του ΣΕΠΕ η συμμόρφωση των εργοδοτών στην παροχή των νόμιμων αυτών δυνατοτήτων προστασίας των εργαζομένων τους που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες.

Η ερώτηση των βουλευτών

Προς: 1. τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων
2. Τον Υπουργό Υγείας

Θέμα:  Απροστάτευτοι απέναντι στον κίνδυνο του κορονοϊού οι εργαζόμενοι που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες

Με την ΠΝΠ της 11ης-3-2020 (ΦΕΚ 55Α΄) ορίζονται έκτακτα προσωρινά προληπτικά μέτρα που υποχρεούνται να λάβουν οι εργοδότες στο πλαίσιο των οδηγιών του ΕΟΔΥ για την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων και την πρόληψη από τις επιπτώσεις της πανδημίας του κορονοϊού.

Στην  εγκύκλιο 12339/404/12-3-2020 της Γενικής Γραμματέως Εργασίας, όπου παρέχονται διευκρινίσεις σχετικά με την εφαρμογή της ΠΝΠ, στην παράγραφο 1 του κεφαλαίου Β με τίτλο: «Παραμονή εργαζομένων κατ’ οίκον μετά από οδηγίες του ΕΟΔΥ» αναφέρεται ότι: «ο εργοδότης που απασχολεί εργαζόμενους οι οποίοι  εμπίπτουν στην περιπτωσιολογία συμπτωμάτων οι ίδιοι οι οικείοι τους και πρέπει,  σύμφωνα με τον ΕΟΔΥ, να παραμείνουν κατ’ οίκον, υποχρεούται να αποδεχθεί την αποχή τους από τα εργασιακά τους καθήκοντα. …….Ομοίως συμβαίνει για τις έγκυες εργαζόμενες γυναίκες λόγω του κινδύνου για τις ίδιες και το κυοφορούμενο έμβρυο. Στο διάστημα της παραμονής κατ’ οίκον ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει το σύνολο των αποδοχών του εργαζόμενου».
Στην τελευταία παράγραφο της ίδιας εγκυκλίου, η οποία έχει τίτλο: «απομάκρυνση από την εργασία εργαζομένων που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες» αναφέρεται ότι: «για τους εργαζόμενους που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες όπως αυτές εξειδικεύονται κάθε φορά από τις οδηγίες του ΕΟΔΥ των οποίων η κατάσταση υγείας ενδέχεται να τεθεί σε κίνδυνο λόγω της πανδημίας του κορονοϊού εφαρμόζονται αναλογικά τα προβλεπόμενα για τους εργαζομένους σε κατ’ οίκον παραμονή για προληπτικούς λόγους».

Ωστόσο, ούτε στην ερμηνευτική εγκύκλιο περιλαμβάνεται, ούτε όμως και από τον ΕΟΔΥ έχει αναρτηθεί πλήρης κατάλογος των συγκεκριμένων ευπαθών ομάδων που εντάσσονται σε αυτή τη διάταξη. Ο ΕΟΔΥ στην ιστοσελίδα του αναφέρει: «άτομα οποιασδήποτε ηλικίας με χρόνια υποκείμενα νοσήματα (π.χ. χρόνια αναπνευστικά νοσήματα, κακοήθειες κτλ), ανήκουν στις ομάδες υψηλού κινδύνου για εμφάνιση σοβαρής νόσου και επιπλοκών» χωρίς να παραθέτει τα υποκείμενα νοσήματα στο σύνολό τους. Σε αντίστοιχη εγκύκλιο του Υπ. Εσωτερικών που αφορά μέτρα για τους εργαζόμενους σε δημόσιο, ΟΤΑ κλπ, αναφέρονται ως  ευπαθείς ομάδες οι πάσχοντες από  χρόνια σοβαρά προβλήματα (καρδιαγγειακά νοσήματα, νοσήματα του αναπνευστικού, σακχαρώδη διαβήτη και όσοι τελούν σε ανοσοκαταστολή). Κάτι ανάλογο στον ιδιωτικό τομέα δεν υφίσταται.

• Επειδή
αποτέλεσμα αυτής της ολιγωρίας και της έλλειψης συντονισμού κατά τη νομοθέτηση των μέτρων είναι να επαφίεται στην διάθεση του εργοδότη η αποδοχή  ενός εργαζόμενου ως ανήκοντος σε ευπαθή ομάδα και να παραμένει αυτός απροστάτευτος απέναντι στον κίνδυνο του κορονοϊού με πιθανές ολέθριες συνέπειες.

• Επειδή
έχουν περιέλθει στη γνώση μας πολλές περιπτώσεις όπου εργαζόμενοι προσκομίζουν στον εργοδότη τους ιατρικές βεβαιώσεις για τις παθήσεις τους πλην όμως εκείνος δεν αποδέχεται ότι ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες και τους αναθέτει καθήκοντα που τους φέρνουν σε επαφή με άλλα άτομα, αυξάνοντας τις πιθανότητες να προσβληθούν από τον ιό και να νοσήσουν.

Ερωτώνται οι κ. Υπουργοί:

1. Προτίθενται να εκδώσουν άμεσα, μέσω του ΕΟΔΥ, πλήρη κατάλογο των ευπαθών ομάδων έναντι του κορονοϊού;
2. Προτίθενται να εκδώσουν συμπληρωματική ερμηνευτική εγκύκλιο με την οποία να ορίζεται επακριβώς ποιοι εργαζόμενοι δικαιούνται να κάνουν χρήση των ευνοϊκών διατάξεων της ΠΝΠ για την κατ’ οίκον παραμονή προκειμένου να προστατευτούν από πιθανές ολέθριες συνέπειες του κορονοϊού;
3. Προτίθενται να χρησιμοποιήσουν το ΣΕΠΕ για να ελέγξουν περιπτώσεις όπου οι εργοδότες αναθέτουν σε ευπαθείς εργαζομένους τους καθήκοντα που τους εκθέτουν σε κίνδυνο για τη ζωή και την υγεία τους;

Οι ερωτώντες βουλευτές

  • Θεανώ Φωτίου
  • Ανδρέας Ξανθός
  • Ευτυχία Αχτσιόγλου
  • Μερόπη Τζούφη

 

«Kατώτερο των περιστάσεων» το σχέδιο για την αξιοποίηση της ΠΦΥ

Κριτική στο σχέδιο της κυβέρνησης για την αξιοποίηση της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (ΠΦΥ) στην αντιμετώπιση της πανδημίας ασκεί ο τομεάρχης Υγείας του ΣΥΡΙΖΑ, Ανδρέας Ξανθός, καθώς όπως τόνισε «επιμένει στη λογική της έκτακτης και ευκαιριακής χρήσης των δημόσιων δομών ΠΦΥ και των ανθρώπων τους και όχι στην αναβάθμιση του ρόλου της ΠΦΥ στο ΕΣΥ».

Σύμφωνα με τον πρώην υπουργό Υγείας, το σχέδιο της κυβέρνησης είναι «κατώτερο των περιστάσεων», παρά το γεγονός ότι «ενσωματώνει κάποιες ιδέες και προτάσεις που έχουν κατατεθεί δημόσια από πανεπιστημιακούς, επαγγελματίες υγείας της ΠΦΥ και από το “Παρατηρητήριο Υγείας” του ΣΥΡΙΖΑ».

Προσθέτει ότι είναι κατώτερο των περιστάσεων, καθώς «επιμένει στη λογική της έκτακτης και ευκαιριακής χρήσης των δημόσιων δομών ΠΦΥ και των ανθρώπων τους και όχι στην αναβάθμιση του ρόλου της ΠΦΥ στο ΕΣΥ, ειδικά σε μια περίοδο απειλής για τη Δημόσια Υγεία», σημειώνει ο κ. Κανθός, κάνοντας λόγο για «δύο πολύ προβληματικά σημεία στην πρόταση του υπουργείου Υγείας».

Πρώτον, σημειώνει, «συνεχίζονται οι χωρίς σχέδιο μετακινήσεις γενικών γιατρών κυρίως από Κέντρα Υγείας και Περιφερειακά Ιατρεία σε νοσοκομεία, ενώ για πρώτη φορά προβλέπεται ότι και προσωπικό των ΤΟΜΥ θα μετακινηθεί σε ΚΥ».

Δεύτερον, όπως προσθέτει, «οι αρκετά ικανοποιητικές αμοιβές ιδιωτών γιατρών για παροχή υπηρεσιών στα νοσοκομεία σ’ αυτή τη φάση, πρέπει για λόγους στοιχειώδους ισοτιμίας σε σχέση με τους γιατρούς του ΕΣΥ και τους επικουρικούς γιατρούς που δίνουν τη μάχη στην “πρώτη γραμμή”, να συνοδευτούν με σαφέστατη πολιτική δέσμευση της κυβέρνησης για αναβάθμιση του ειδικού ιατρικού μισθολογίου αλλά και των αμοιβών των νοσηλευτών – λοιπού προσωπικού, αμέσως μετά την εκτόνωση της υγειονομικής κρίσης».

«Θεωρούμε ότι η κυβέρνηση δεν αξιοποιεί πλήρως την ΠΦΥ για λόγους ιδεοληπτικούς. Γιατί ήταν η Ν.Δ. που επί κυβέρνησης Σαμαρά έδιωξε 2.500 ειδικευμένους γιατρούς από τα Πολυϊατρεία του ΙΚΑ και αποδιοργάνωσε την ΠΦΥ στα αστικά κέντρα. Και ήταν επίσης η ΝΔ που πολέμησε λυσσαλέα τη μεταρρύθμιση στην ΠΦΥ, το θεσμό του οικογενειακού γιατρού και τις 127 Τοπικές Μονάδες Υγείας (ΤΟΜΥ) που δρομολόγησε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Σύμφωνα με την αντίληψη της κυβέρνησης στο πεδίο της ΠΦΥ δεν πρέπει να έχουν τον κυρίαρχο ρόλο οι δημόσιες δομές αλλά ο ιδιωτικός τομέας» προσθέτει ο Ανδρέας Ξανθός.

Επίσης, υπογραμμίζει ότι οι δημόσιες δομές ΠΦΥ, στον βαθμό που στηριχθούν με προσωπικό, εξοπλισμό και μέσα ατομικής προστασίας, μπορούν αυτή την περίοδο να ανταποκριθούν στις ανάγκες της πανδημίας, να δώσουν έμφαση στην υπόλοιπη νοσηρότητα του πληθυσμού ευθύνης τους, να οργανώσουν, σε συνεργασία με γιατρούς του ιδιωτικού τομέα (συμβεβλημένους με τον ΕΟΠΥΥ ή μη), καθώς και με προγράμματα των Δήμων, όπως το «Βοήθεια στο Σπίτι», την κατ’ οίκον παρακολούθηση και φροντίδα χρόνιων ασθενών που σήμερα «μένουν σπίτι» χωρίς συστηματική κλινική εκτίμηση και εποπτεία.

«Τώρα είναι η ώρα να ενισχύσουμε την κουλτούρα της κοινοτικής και οικογενειακής φροντίδας, της εξωστρεφούς δράσης των δομών ΠΦΥ και της συνέργειας ΠΦΥ και Δημόσιας Υγείας», καταλήγει.