Οι Ζαν-Πιέρ και Λικ Νταρντέν μιλούν για το φανατισμό που κρύβεται «Ανάμεσά μας»

©Christne Plenus

Είναι Ιανουάριος του 2020. Ο νέος κορονοϊός είναι ακόμα μια επιδημία σε ένα μακρινό μέρος του κόσμου και εγώ βρίσκομαι σε ένα κεντρικό ξενοδοχείο στο Παρίσι για να συναντήσω τον Ζαν-Πιέρ και το Λικ Νταρντέν. Το σκηνοθετικό δίδυμο που άλλαξε τα δεδομένα του μοντέρνου κινηματογραφικού κοινωνικού ρεαλισμού, σήμερα στα 70 και 67 έτη τους αντίστοιχα, θίγουν με το «Ανάμεσά μας» ένα ζήτημα που ελάχιστοι θα τολμούσαν να αναλάβουν.

Οι Νταρντέν μέσα από την ιστορία ενός έφηβου Βέλγου μουσουλμάνου, του Αχμέντ, θέτουν επί τάπητος το ζήτημα του θρησκευτικού φανατισμού και των βίαιων προεκτάσεων που μπορεί να έχει. Στην ταινία, το νεαρό αγόρι επηρεασμένο από τον ιμάμη του ο οποίους του παραδίδει μια εξτρεμιστική ανάγνωση του Κορανίου, αποφασίζει να δολοφονήσει την καθηγήτρια αραβικών του. Η απόπειρά του, ωστόσο, θα τον οδηγήσει σε απρόβλεπτα μονοπάτια και ένα οδυνηρά επώδυνο φινάλε.

Ύστερα, λοιπόν, από τις πρώτες συστάσεις με τους Νταρντέν και τους διθυράμβους που μου εκμυστηρεύτηκαν για το ελληνικό εστιατόριο Νότος στις Βρυξέλλες, είχε έρθει η ώρα να ανάψει το καταγραφικό.

Το ότι επιλέξατε ως θέμα της ταινίας σας κάτι τόσο περίπλοκο και ευαίσθητο δεν εκπλήσσει όσους γνωρίζουν το σινεμά σας. Ωστόσο, πώς προετοιμάζεται κανείς για να γυρίσει ένα τέτοιο σενάριο;
Λικ Νταρντέν: Πριν από λίγα χρόνια με το Ζαν-Πιερ εργαζόμασταν ως δάσκαλοι σε ένα σχολείο ενισχυτικής διδασκαλίας. Εκεί, γνωρίσαμε αρκετά παιδιά μουσουλμάνων τα οποία περνούσαν το χρόνο τους απομονωμένα από τους συμμαθητές τους και συχνά είχαν αναπτύξει ισχυρούς δεσμούς με τη θρησκεία τους. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τις τρομοκρατικές επιθέσεις που είχαν συμβεί εκείνη την περίοδο τόσο στο Βέλγιο όσο και στη Γαλλία, μας έκανε να αναρωτηθούμε πώς μπορεί ένα μικρό παιδί να αποκτήσει τέτοια προσήλωση στη θρησκεία, ενδεχομένως και να φανατιστεί. Τότε ξεκινήσαμε με ενδελεχή έρευνα, συζητώντας με γονείς, δασκάλους, ιμάμηδες κάθε λογής ειδικούς, αλλά και την αστυνομία, έτσι ώστε να καταγράψουμε ακριβώς πώς έχει η κατάσταση. Η διαδικασία μας οδήγησε και σε διαφορετικές φυλακές ανηλίκων, όπου συναντήσαμε νεαρά άτομα τα οποία είχαν ριζοσπαστικοποιηθεί και μοιράζονται κοινά με τον κεντρικό ήρωα της ταινίας. Σε κάθε περίπτωση θέλαμε να αφουγκραστούμε την ιδιοσυγκρασία των παιδιών και να είμαστε ειλικρινείς στην προσέγγισή μας. Για παράδειγμα, ήταν εξαιρετικά σημαντικό να γνωρίζουμε από πρώτο χέρι πώς συνομιλούν με τους ιμάμηδές τους, τι σχέσεις σφυρηλατούνται μεταξύ τους. Όπως επίσης, να μάθουμε από εκείνους τι πιστεύουν σε μια σειρά από ζητήματα όπως ο γάμος, η σεξουαλικότητα, η κοινωνική θέση των γυναικών.

Στην ταινία απεικονίζετε τους κρατικούς θεσμούς οι οποίοι αναλαμβάνουν το παιδί από ένα σημείο και μετά με θετική χροιά, ωστόσο δε φαίνεται να καταφέρνουν και πολλά εν τέλει. Είναι, άραγε, δική τους ευθύνη; Υπάρχει κάτι άλλο που μπορεί να γίνει;
Ζαν-Πιέρ Νταρντέν: Αυτή είναι η ερώτηση που κάνουν καθημερινά στον εαυτό τους και οι ίδιοι οι άνθρωποι που ασχολούνται με τα συγκεκριμένα άτομα. Κατά τη γνώμη μου δε φταίνε εκείνοι, αλλά από την άλλη, κανείς δε γνωρίζει τι μπορεί να αλλάξει. Βέβαια, αυτό που λένε συνήθως είναι πως τουλάχιστον στις περισσότερες περιπτώσεις καταφέρνουν να αποτρέψουν παιδιά που έχουν φανατιστεί από το να διαπράξουν κάποια επίθεση. Το μείζον ζήτημα είναι ότι, όπως ο Αχμέντ στην ταινία, είναι τρομερά δύσκολο να αλλάξουν τα μυαλά κάποιου ο οποίος έχει συνδυάσει την υπεράσπιση της αγνότητας με την ένοπλη πάλη. Γιατί πιστεύει ακράδαντα πως όλες του οι πράξεις γίνονται για καλό σκοπό. Εκεί είναι το μεγάλο στοίχημα.
Λικ: Πάντως, αυτήν την αδυναμία ή απουσία δυνατοτήτων αν θέλετε, επιδιώξαμε και εμείς να υπογραμμίσουμε στην ταινία. Ακριβώς γιατί δε γνωρίζουν τι ακριβώς πρέπει να γίνει ώστε να εξαλειφθεί ο φανατισμός μέσα τους.

©Christine Plenus

Κάνετε μια απόπειρα ερμηνείας των προθέσεων του Αχμέντ, δεν τον κρίνετε. Διότι, για παράδειγμα, είναι πασιφανής η απουσία επικοινωνίας με την οικογένειά του προτού συμβεί το οτιδήποτε. Φαντάζομαι πως ήταν εξαρχής πρόθεσή σας να απεικονίσετε το παιδί πριν και μετά το πέρασμά του στην «άλλη μεριά».
Λικ: Φυσικά, γιατί η ιστορία μας δεν είναι απλώς μια ιστορία ενός φανατικού, αλλά ενός ανθρώπου ο οποίους φανατίζεται και στη συνέχεια γίνεται μια απόπειρα να σταματήσει. Για να οδηγηθούμε, όμως, σε αυτήν την κατεύθυνση γράψαμε πολλές και διαφορετικές εκδοχές του σεναρίου. Ας πούμε, ο λόγος που επιλέξαμε το τέλος που είδατε είναι γιατί βρήκαμε οποιοδήποτε άλλο εναλλακτικό φινάλε μυθιστορηματικό, εκτός πραγματικότητας. Θεωρήσαμε πως ήταν ταιριαστό για τον εν λόγω χαρακτήρα και για την τεταμένη σχέση  που είχε με τη μητέρα του. Δεν υπαινισσόμαστε πως -spoiler alert- κάθε φανατικός πέφτει από το δεύτερο όροφο!
Θα μπορούσαμε όμως να συγχωρέσουμε αυτό το παιδί; Γιατί χωρίς να παύει να είναι αθώο δε σταματά να επιδιώκει να βάλει σε εφαρμογή τα βλαπτικά σχέδιά του.
Ζαν-Πιέρ: Στην πραγματικότητα η υπόθεση δεν αφορά συγκεκριμένα αυτό το αγόρι, αλλά όλα όσα των ωθούν να καταλήξει έτσι όπως βλέπουμε στην ταινία. Θέλαμε να φανεί πώς αλλάζει μέσα από την κάθε του κίνηση, από το φέρσιμό του. Έτσι να στρέψουμε την προσοχή σε όσα τον γοητεύουν, του προσελκύουν το ενδιαφέρον όσο κακά κι αν είναι. Δεν είμαστε σε θέση να κρίνουμε. Αλλά έχει ξεχωριστή σημασία ότι η τελευταία του λέξη είναι: «μαμά». Δεν παύει σε καμία στιγμή της αφήγησης να είναι ένα παιδί.

Αλήθεια, μιας και ο νεαρός ηθοποιός Ιντίρ Μπεν Άντι εφερε εις πέρας έναν πάρα πολύ ψυχοφθόρο ρόλο, πώς τον διαχειριστήκατε στο γύρισμα; Είχατε, μήπως κάποιο ψυχολόγο στο σετ;
Λικ: Όχι, δε χρειάστηκε κάτι τέτοιο. Είχε διαβάσει το σενάριο, όπως και οι γονείς του εννοείται, και ακολουθήσαμε το σχέδιο που είχαμε καταστρώσει επακριβώς. Προχωρήσαμε πλάνο το πλάνο. Δε συζητήσαμε ποτέ για το χαρακτήρα κι η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν το κάνουμε αυτό. Περνάμε απευθείας στη δράση με τους ηθοποιούς και τηρούμε το ντεκουπάζ.
Ζαν-Πιέρ: Μην ξεχνάς πως η εμπειρία του γυρίσματος για τα παιδιά είναι εντελώς διαφορετική από αυτή των ενηλίκων. Για εκείνα μοιάζει με παιχνίδι, μόλις πούμε «δράση» γνωρίζουν μέσα τους πως όλα είναι ψέματα και το διασκεδάζουν κιόλας.

Για το τέλος θα ήθελα να σας ρωτήσω εάν σας προβλημάτισε καθόλου το γεγονός ότι η ταινία απεικονίζει ένα φαινόμενο πολύ οικείο και ίσως επίπονο για τους συμπατριώτες σας. Είχατε καθόλου ενδοιασμούς;
Λικ: Δεν πρέπει ποτέ να φοβάσαι τίποτα. Έπειτα, το σενάριό μας δεν υπαινίσσεται πως όλοι οι μουσουλμάνοι είναι εν δυνάμει τρομοκράτες ή θέλουν να εισβάλουν στη χώρα μας ή οτιδήποτε αντίστοιχο. Άρα, εξαρχής είχαμε εξασφαλίσει πως η ταινία μας δε θα παρεξηγηθεί δίνοντας αφορμή για άσχημες ερμηνείες. Από την άλλη, είχαμε μια ανησυχία στις πρώτες προβολές με κοινό, όπου μεταξύ των θεατών υπήρχαν και μουσουλμάνοι. Γιατί, απλούστατα, η ταινία έμμεσα συνδέει την προσοχή με την απόπειρα δολοφονίας. Αυτό, ναι, ίσως άφηνε κάποια αρνητική χροιά η οποία μπορεί να οδηγούσε σε παρεξήγηση. Ευτυχώς εν τέλει κάτι τέτοιο δε συνέβη, και μπορώ να πω ότι κάναμε μερικές πάρα πολύ ωραίες συζητήσεις με πολλούς μουσουλμάνος αμέσως μετά τις προβολές.

 Γιάννη Καντέα-Παπαδόπουλο