«Οι δημιουργοί υπάρχουν, προσπαθούν και παλεύουν μέσα στο σύστημα»

Η μεγάλη ερμηνεύτρια, Μαρία Φαραντούρη, μίλησε στην «Εφ.Συν.» λίγο αφότου μάγεψε ένα διεθνές κοινό στη συναυλία της στο μεγάλο αμφιθέατρο του Πανεπιστημίου της «πόλης του Μότσαρτ», του Ζάλτσμπουργκ.

ΒΙΕΝΝΗ

Για ακόμη μία φορά η «παγκόσμια» Μαρία Φαραντούρη μάγεψε ένα διεθνές κοινό, το οποίο της επιφύλαξε θριαμβευτική υποδοχή επευφημώντας και τους άξιους συνεργάτες της, με τους οποίους ενθουσίασε ερμηνεύοντας μεγάλες δημιουργίες-«τραγούδια που έγραψαν Ιστορία», κατά τη σημαδιακή συναυλία στο μεγάλο αμφιθέατρο του Πανεπιστημίου της «πόλης του Μότσαρτ», του Ζάλτσμπουργκ, στο πλαίσιο του 1ου Διεθνούς Συνεδρίου «Ουτοπία και αντίσταση» για τον μεγάλο φιλόσοφο Ερνστ Μπλοχ.

«Νομίζω πως ήταν μια πολύ σημαντική και εμπνευσμένη στιγμή που έφερε την ελληνική ψυχή και το πνεύμα εδώ, συσχετίζοντάς τα και με τη φιλοσοφία την οποία γέννησε η Ελλάδα», τονίζει στην «Εφημερίδα των Συντακτών» μετά το πέρας της συναυλίας η κορυφαία ερμηνεύτρια.

«Ηταν ένα μουσικό ταξίδι από όλη την εποχή, κυρίως του Μίκη Θεοδωράκη αλλά και του Μάνου Χατζιδάκι, και είχαμε επιλέξει για αυτήν τραγούδια υπέροχα που υπονοούν κάτι, έχουν σφραγιστεί ιστορικά, έχουν μιλήσει με διάφορα, πολύ σημαντικά, βαθιά νοήματα -πολιτικά, ιστορικά, κοινωνικά- και είδαμε το ξένο κοινό μέσα και από τις προβαλλόμενες μεταφράσεις τους να καταλαβαίνει το νόημά τους», συνεχίζει η ίδια.

Για τη Μαρία Φαραντούρη είναι συγκινητικό οι άνθρωποι που είναι εμπνευσμένοι να δίνουν και στους ξένους ένα αληθινό νόημα, μια αληθινή εικόνα, «γιατί τώρα αντί για τη φυσική πραγματικότητα ζούμε με την εικονική».

«Ολα αυτά που έγραψαν Ιστορία και σημάδεψαν με βαθιά συγκίνηση τη γενιά μας, τους ανθρώπους, και ίσως να εμπνέουν και κάποιους από τους νέους που δεν έζησαν τις εποχές μας να βρουν κάποιο νόημα, μου προξενούν φοβερή συγκίνηση. Οι νέοι δεν μπορούν να νιώσουν το ίδιο, όμως οι άνθρωποι που θέλουν να κάνουν μια ιστορική αναδρομή, θα αναζητήσουν ένα ιστορικό βιβλίο, μια ταινία ή ένα τραγούδι μέσα από το οποίο θα καταλάβουν πολλά πράγματα. Γιατί δεν είναι μόνον η μουσική, είναι και η ποίηση και αυτά τα σημαντικά νοήματα που έχουν μεγάλη αξία».

Η ίδια είναι πεπεισμένη πως «δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όσοι έχουν αυτή τη βαθιά ανησυχία να γνωρίσουν την κουλτούρα τους, την ιστορία τους, να συναντήσουν τους μεγάλους δημιουργούς, μπορούν. Βέβαια αυτό δεν είναι και στην καθημερινότητά τους, γιατί το σύστημα δουλεύει με τέτοιο τρόπο ώστε να προβάλλει και να θέτει αυτά που θέλει τώρα, για να τα εμπορευματοποιήσει».

Ωστόσο, κατά την άποψή της, πάντα υπάρχουν και πιο ανήσυχοι νέοι που θέλουν να μάθουν. «Κι εγώ ανακαλύπτω συνέχεια νέα παιδιά που ψάχνουν να στηριχτούν σε αυτές τις πελώριες “κολόνες” του “σπιτιού” μας για να φτιάξουν τα δικά τους πράγματα. Παλεύουν».

Οπως εκμυστηρεύεται η Μαρία Φαραντούρη, «οι δημιουργοί υπάρχουν, προσπαθούν κι εκείνοι και παλεύουν μέσα στο σύστημα, μέσα από αυτό που τους δίνεται, να βγάλουν το τραγούδι τους, το ποίημά τους, το θεατρικό τους. Κι άλλοι πετυχαίνουν, άλλοι όχι, είναι δύσκολο, πολύ δύσκολο».

«Εμείς είχαμε τότε τις ευκαιρίες, τις εταιρείες, εγώ δεν συγκρίνομαι με τους άλλους καλλιτέχνες που έδωσαν πολύ σκληρό αγώνα για να επιβληθούν, εγώ είχα και τον Μίκη, που με ανακάλυψε από πολύ νέα και έτσι μπήκα σε έναν δρόμο», επισημαίνει η σπουδαία ερμηνεύτρια στην κατάληξη της συνομιλίας μας.

Η ίδια η συναυλία στο Ζάλτσμπουργκ ήταν ένα απάνθισμα τραγουδιών για τις δημοκρατικές αξίες, την κοινωνία και τον άνθρωπο: θέματα διαχρονικά και απολύτως επίκαιρα όχι μόνο στο πλαίσιο της σύγχρονης μαζικής μετανάστευσης και της προσφυγιάς, που προκαλούν ξενοφοβία και εθνικιστική έξαρση, αλλά και, πιο πρόσφατα, θέματα για τη θανατηφόρο εξάπλωση των ιών που επιφέρουν νέα δεδομένα στην ανθρώπινη μετακίνηση, διαβίωση και συμβίωση.

Η συναυλία, με πρωτοβουλία του Βασίλη Μπάρου, του Ελληνα καθηγητή του Πανεπιστημίου της «πόλης του Μότσαρτ», ήταν προγραμματισμένη αρχικά για τον Οκτώβριο του 2020 και αναβλήθηκε δύο φορές λόγω της πανδημίας του κορονοϊού. Το πρόγραμμα περιελάμβανε πάνω από είκοσι σημαδιακές δημιουργίες του Μίκη Θεοδωράκη με συγκλονιστικές ερμηνείες της Μαρίας Φαραντούρη, ιδιαίτερα τη μνημειώδη «Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν» αλλά και, μεταξύ άλλων, «Το γελαστό παιδί», «Της ξενιτιάς», «Ποιος τη ζωή μου», «Δρόμοι παλιοί» κ.ά.

Δύο-τρία τραγούδια του κορυφαίου μας συνθέτη ακούστηκαν από τον καταξιωμένο Βασίλη Γισδάκη, ο οποίος ερμήνευσε και κάποια εμβληματικά τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι, ενώ το κοινό επευφήμησε τους μουσικούς της συναυλίας, τον Ηρακλή Ζάκκα στο μπουζούκι, τον Ντέιβιντ Λιντς στο σαξόφωνο και το φλάουτο και τον Αχιλλέα Γουάστορ στο πιάνο.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στις 6 Ιουνίου 2018 το Πανεπιστήμιο του Ζάλτσμπουργκ είχε αναγορεύσει «τον Ελληνα συνθέτη, συγγραφέα και πολιτικό Μίκη Θεοδωράκη σε επίτιμο διδάκτορα της Φιλοσοφίας, για τη διαχρονική μουσική του και για τον αγώνα του για τα ανθρώπινα δικαιώματα», όπως τονιζόταν στο σκεπτικό της σχετικής απόφασής του.

«Για τη μουσική του στον κινηματογράφο, για τις πολυάριθμες συνθέσεις και τα τραγούδια του, όπως και για την πολιτική του δραστηριότητα, ο Μίκης Θεοδωράκης τιμάται στην Ελλάδα ως λαϊκός ήρωας», τονιζόταν, μεταξύ άλλων, τότε στην ανακοίνωση του Πανεπιστημίου.

Επισημαινόταν επίσης ότι «στην Τριλογία του Μαουτχάουζεν και στην Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν, σε κείμενα του Ελληνα συγγραφέα Ιάκωβου Καμπανέλλη, ενός επιζώντος του ναζιστικού στρατοπέδου συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν, ο Θεοδωράκης χτίζει μια γέφυρα ανάμεσα στην τέχνη και την πολιτική, και αυτό το έργο του παρουσιάζεται συχνά στο πλαίσιο επίκαιρων εκδηλώσεων σε επετείους μνήμης στην Αυστρία, συμβάλλοντας στη διαχείριση του εθνικοσοσιαλισμού και στην καλλιέργεια πολιτικής συνείδησης».

Δημήτρης Δημητρακούδης