Νέα Υόρκη: Η ακραία φτώχεια κρατά ανοιχτά τα σχολεία παρά τον κορονοϊό – Πικρό ποτήρι για τον Ερντογάν η συμφωνία με Πούτιν. Tου Πέτρου Παπακωνσταντίνου

Στις αρχές αυτής της εβδομάδας, η Νέα Υόρκη ήταν η πολιτεία με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση κρουσμάτων του κορονοϊού στις ΗΠΑ (πλέον είναι η δεύτερη, πίσω από την πολιτεία της Ουάσινγκτον). Ένα από τα πρώτα μέτρα που έχουν ληφθεί για τη μείωση της εξάπλωσης του κορονοϊού, όπου κι αν εμφανίστηκε μέχρι στιγμής, είναι το κλείσιμο σχολείων και λοιπών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.

Όμως οι αρχές της πόλης της Νέας Υόρκης όχι μόνο δεν έχουν κλείσει κανένα από τα δημόσια σχολεία, αλλά το θεωρούν και ως ένα από τα τελευταία μέτρα που πρόκειται να πάρουν. Δεν είναι πιο χαζοί από τους κυβερνώντες σε άλλες περιοχές του κόσμου, αλλά έχουν ένα πολύ ιδιαίτερο πρόβλημα.
Δεν ξέρουν τι να κάνουν με τα περίπου 114.000 παιδιά που φοιτούν στα δημόσια σχολεία της πόλης και είναι άστεγα.

Όπως αναφέρουν σε ρεπορτάζ τους οι New York Times, η πόλη της Νέας Υόρκης έχει το μεγαλύτερο σύστημα δημόσιων σχολείων στη χώρα. Περίπου 750.000 εκ των μαθητών είναι φτωχοί, με 114.000 από αυτούς να είναι άστεγοι. Αυτό σημαίνει ότι το σχολείο, για έναν πολύ μεγάλο αριθμό μαθητών, είναι το μοναδικό μέρος όπου μπορούν να έχουν σωστή διατροφή, να τους παρέχεται βασική ιατρική μέριμνα, ακόμα και να πλύνουν τα βρώμικα ρούχα τους.

Αν και πολλά σχολεία εκτός της μητροπολιτικής Νέας Υόρκης, στα σαφώς λιγότερο φτωχά προάστια, έχουν κλείσει, όπως και αρκετά πανεπιστημιακά ιδρύματα, τα δημόσια σχολεία της πόλης παραμένουν ανοιχτά, διακινδυνεύοντας μία εκρηκτική έξαρση κρουσμάτων του κορονοϊού.

Αν το ανθρώπινο είδος καταφέρει να επιβιώσει από τις πολλές καταστροφές που το περιμένουν στο εγγύς μέλλον του, σε κάποια στιγμή θα υπάρξει αυτός ο περίφημος «ιστορικός του μέλλοντος».

Θα διαβάζει για τα πεπραγμένα μας και θα κουνά το κεφάλι λυπηρά κι απορημένα. Θα αναρωτιέται πώς ζούσαμε με τους εαυτούς μας. Πώς διάολο μας πήρε ο καπιταλισμός τα μυαλά και ενώ ξέραμε τι συμβαίνει γύρω μας, ζούσαμε δεχόμενοι το παράλογο ως μόνη λύση, το απάνθρωπο ως νόρμα και την ανθρωπιά ως ακρότητα.

Θα ντρέπεται για λόγου μας, κυρίως επειδή δεν ντρεπόμαστε εμείς.

Ανδρέας Κοσιάρης

 

Πικρό ποτήρι για τον Ερντογάν η συμφωνία με Πούτιν — του Πέτρου Παπακωνσταντίνου

Στο επίπεδο των εντυπώσεων, ο Βλαντιμίρ Πούτιν επέτρεψε στον Ταγίπ Ερντογάν να παίξει για άλλη μία φορά τον προσφιλή του ρόλο, εκείνον του ηγέτη μιας ισχυρής περιφερειακής δύναμης. Έπειτα από έξι ώρες εντατικών διαβουλεύσεων στο Κρεμλίνο, οι δύο άνδρες εμφανίστηκαν το βράδυ της περασμένης Πέμπτης ενώπιον των δημοσιογράφων για να ανακοινώσουν μια νέα συμφωνία εκεχειρίας στη συριακή επαρχία Ιντλίμπ. Για κάμποση ώρα, τα μάτια αν όχι ολόκληρου του κόσμου, τουλάχιστον των περιδεών, λόγω προσφυγικού, Ευρωπαίων ηγετών ήταν καρφωμένα πάνω τους.

Επί της ουσίας, όμως, η πικρή για τον Τούρκο πρόεδρο αλήθεια είναι ότι προσήλθε στη Μόσχα όχι ως ισότιμος εταίρος, αλλά ως ικέτης. Προελαύνοντας στο Ιντλίμπ ο στρατός του Σύρου προέδρου Άσαντ είχε περικυκλώσει τα 12 τουρκικά φυλάκια. Οι βαριές απώλειες του τουρκικού στρατού προκάλεσαν εθνικό σοκ και εκρηκτικό διχασμό στη χώρα: ο ακροδεξιός Ντεβλέτ Μπαχτσελί, κυβερνητικός εταίρος του Ερντογάν, κάλεσε τον στρατό «να καταλάβει τη Δαμασκό», ενώ οι ηγέτες του κεμαλικού CHP αποκαλούσαν τον πρόεδρο της χώρας «προδότη» και το Κοινοβούλιο έδινε εικόνα πυγμαχικού ριγκ. Ενώ στις προηγούμενες εκστρατείες του εναντίον των Κούρδων ο Ερντογάν συσπείρωνε τη μεγάλη πλειονότητα του λαού του σε πατριωτική βάση, αυτή τη φορά τα δεκάδες φέρετρα Τούρκων στρατιωτών που πολεμούσαν στο πλευρό ακραίων τζιχαντιστών, σε μια χώρα που δεν τους έκανε τίποτα, απειλούσαν την ίδια την πολιτική του επιβίωση.

Ο πρόεδρος Πούτιν δεν ήθελε να διακινδυνεύσει τις ιδιαίτερα προσοδοφόρες, οικονομικά και γεωπολιτικά, σχέσεις της χώρας του με την Τουρκία (TurkStream, S-400, πυρηνικό εργοστάσιο κ.ά.), που λειτουργούν ως ισχυρή σφήνα στους κόλπους του ΝΑΤΟ. Γι’ αυτό και επέτρεψε στον Ερντογάν να φύγει από τη Μόσχα με κάποια χειροπιαστά κέρδη: ο συριακός στρατός αναστέλλει τα σχέδιά του για κατάληψη ολόκληρου του Ιντλίμπ, ενώ τα τουρκικά φυλάκια και στρατεύματα, που ενισχύθηκαν τελευταία με μια ολόκληρη τεθωρακισμένη μεραρχία, παραμένουν στις θέσεις τους. Εν ολίγοις, η Τουρκία παραμένει στο συριακό παιχνίδι.

Ωστόσο, αυτά που έχασε ο Ερντογάν ήταν πολύ περισσότερα. Ο στρατός του Άσαντ κατοχυρώνει ό,τι είχε ήδη κερδίσει στο πεδίο της μάχης, συμπεριλαμβανομένου του στρατηγικής σημασίας αυτοκινητοδρόμου Μ5, που συνδέει τη Δαμασκό με το Χαλέπι, ενώ τα τουρκικά φυλάκια μένουν περικυκλωμένα. Ο διάδρομος – ουδέτερη ζώνη, πλάτους 12 χλμ. κατά μήκος μέρους του αυτοκινητοδρόμου Μ4, ο οποίος θα ελέγχεται από κοινές περιπολίες Ρώσων και Τούρκων, απέχει έτη φωτός από τη «ζώνη ασφαλείας» βάθους 30 χλμ. κατά μήκος των τουρκικών συνόρων, που διακαώς επιθυμούσε ο Ερντογάν. Η υπερφίαλη αξίωσή του για ζώνη απαγόρευσης πτήσεων (της ρωσικής και συριακής αεροπορίας) φυσικά δεν μπήκε καν στο τραπέζι – άλλωστε την είχαν εκ των προτέρων απορρίψει ακόμη και οι Αμερικανοί.

Το ερώτημα που τίθεται είναι αν η εύθραυστη εκεχειρία με τα πολλαπλά τυφλά σημεία θα έχει καλύτερη τύχη από τις προηγούμενες ή αν αποδειχθεί άλλη μια σύντομη ανάπαυση των πολεμιστών για τον επόμενο γύρο των συγκρούσεων, στις οποίες ο Άσαντ και οι σύμμαχοί του (Ρωσία, Ιράν) θα ξεκινήσουν από ακόμη πιο προωθημένες θέσεις.

Είναι πολύ πιθανό ότι ο Τούρκος πρόεδρος απέτυχε να διαβάσει σωστά τα μηνύματα της Ρωσίας για το Ιντλίμπ, αλλά γι’ αυτό δεν έχει να κατηγορήσει κανέναν άλλον παρά τον εαυτό του. Το 2016, οι Ρώσοι επέτρεψαν στον τουρκικό στρατό να μπει σφήνα στις κουρδικές περιοχές της βόρειας Συρίας καταλαμβάνοντας την Τζαραμπλούς και το Αζάζ, με αντάλλαγμα την ανεμπόδιστη ανακατάληψη του ανατολικού Χαλεπίου από τον στρατό του Άσαντ. Κάτι ανάλογο συνέβη το 2018, όταν ο Ερντογάν κατέλαβε τον συριακό θύλακο του Αφρίν, και πάλι δυτικά του Ευφράτη, ενώ ο Άσαντ καταλάμβανε την ανατολική Γούτα, στα περίχωρα της Δαμασκού, τη Χομς και την Ντέρα.

Στην τρίτη τους εκστρατεία, τον περασμένο Οκτώβριο, οι δυνάμεις του Ερντογάν κατέλαβαν κουρδικές περιοχές ανατολικά του Ευφράτη, καθώς οι Αμερικανοί τις είχαν αφήσει στο έλεος της Τουρκίας. Οι Ρώσοι έβαλαν κόκκινες γραμμές στην Τουρκία και περιόρισαν αλλά δεν απέτρεψαν την εισβολή. Δύο μήνες αργότερα, ο Άσαντ ξεκινούσε εκστρατεία στο Ιντλίμπ, το οποίο ελέγχεται κατά κύριο λόγο από τους τζιχαντιστές της Ταχρίρ αλ Σαμ (πρόσκειται στην Αλ Κάιντα), που αναγνωρίζεται ως τρομοκρατική οργάνωση και νόμιμος στρατιωτικός στόχος από τον ΟΗΕ. Αναρωτιέται κανείς από πού κι ως πού δικαιούνταν να περιμένει ο Ερντογάν ότι οι Ρώσοι θα εμπόδιζαν τον συριακό στρατό σε αυτές τις επιχειρήσεις του.

Παραλειπόμενο: την περασμένη εβδομάδα η συριακή κυβέρνηση υποδέχθηκε στη Δαμασκό το άνοιγμα πρεσβείας από την κυβέρνηση της ανατολικής Λιβύης, που ελέγχεται από τον στρατάρχη Χαφτάρ. Πέραν των άλλων, η κίνηση αυτή είχε την υπόρρητη υποστήριξη ή έστω ανοχή της Σαουδικής Αραβίας και των Εμιράτων, που είχαν υποστηρίξει τη συριακή αντιπολίτευση στην αρχή της κρίσης, αλλά τώρα στρέφονται προς τον Άσαντ ως ανάχωμα στους Αδελφούς Μουσουλμάνους. Εν ολίγοις, Συρία και Λιβύη είναι οι μεγάλες οθόνες όπου φαίνεται ότι θα πέσουν οι τίτλοι τέλους στη νεοοθωμανική στρατηγική που χάραξε ο Ερντογάν στην αυγή της Αραβικής Άνοιξης για μια μεγάλη τουρκική σφαίρα επιρροής, από την Τύνιδα μέχρι τη Δαμασκό.

 

Πέτρος Παπακωνσταντίνου