Μια παράσταση απολαυστική στη σάτιρα, καίρια στο μήνυμά της

Αν και νέος ακόμη, ο Κουτλής έχει αναπτύξει έναν τρόπο προσέγγισης που μετατρέπει κάθε έργο σε «μηχανή παραγωγής» θεάτρου.

Επισκέφτηκα πρόσφατα τη Νέα Σκηνή του Εθνικού (Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος»), για να παρακολουθήσω τον Ανθρωπο του Παλντόσκ, στη νέα παράταση των παραστάσεών του λόγω επιτυχίας –όπως πάντα η κοσμοσυρροή φτιάχνει λίστες με προτάσεις που όχι μόνο «πρέπει να δεις», αλλά, κυρίως, «δεν πρέπει να χάσεις».

Στην κατάμεστη αίθουσα, λοιπόν, της Αγίου Κωνσταντίνου -αν και η μέρα ήταν ανάποδη για μετακινήσεις- δεν μπορούσα παρά να διαπιστώσω ιδίοις όμμασι το κοινώς λεγόμενο: ότι στο θέατρο είναι πάντα η παράσταση που νομοθετεί…

Ο Γιώργος Κουτλής, που έχει τα τελευταία χρόνια εκδράμει στο θέατρό μας με μια σειρά επιτυχιών στο ρωσικό κυρίως θέατρο, κατάφερε και πάλι το απόλυτο: Να χαρίσει στο κοινό δύο ώρες απολαυστικής διασκέδασης, με νέο έργο από την άγνωστη σύγχρονη ρωσική λογοτεχνία, περιεχόμενο οξυμένα πολιτικό, τόνο αγαπημένης σάτιρας, ατμόσφαιρα παραλόγου αλλά και φάρσας, ρυθμό καλοκουρδισμένου θεάματος και, στο τέλος, επί σκηνής, ένα σύνολο ηθοποιών που αποδίδει τον ανάποδο κόσμο της εφιαλτικής πραγματικότητας, με την αυτοπεποίθηση θεάτρου που έχει συνειδητοποιήσει την αξία του…

Κι αυτά όλα, όταν το ίδιο το έργο, για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, του Ντμίτρι Ντανίλοφ, ακούγεται ως θέμα αλλά και ως φόρμα μάλλον κοινότοπο… Κάποιος κοινός ανθρωπάκος, ονόματι Νικολάι Στεπάνοβιτς Φρολόφ, οδηγείται στο αστυνομικό Τμήμα, λέει, για «προσωπική του υπόθεση», χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει την αιτία.

Εκεί, αντί να του απαγγελθούν κατηγορίες για κάποια συγκεκριμένη παράβαση, του καταλογίζεται ένα είδος υπαρξιακής παράβασης από τον κανόνα της κανονικότητας, που επιβάλλει σε όλους να κυνηγούν την ευτυχία, να εκπέμπουν την επιτυχία, αναγνωρίζοντας εκβιαστικά τα όποια καλά της ζωής και του περιγύρου τους. Ο Φρολόφ, όμως, δεν ανήκει σε αυτή την κατηγορία: είναι ο τυπικός γκρίζος εκπρόσωπος μιας γκρίζας ζωής, που ζει σε μια ομοίως γκρίζα συνοικία, έξω από τη Μόσχα, και έχει μόνο όνειρο τη φυγή σε κάποιο μακρινό Αμστερνταμ με την ερασιτεχνική μπάντα του, ηλεκτρονικής μουσικής.

Αυτό δεν μπορεί, βέβαια, να γίνει αποδεκτό από την περίεργη αστυνομία της «ευτυχίας», που απαιτεί από τον δύσμοιρο Φρολόφ, ούτε λίγο ούτε πολύ, να ζει και να σκέφτεται με τον τρόπο της Πολυάννας… Και, για να τον «πείσει» γι’ αυτό, τον υποβάλλει σε ένα είδος πλύσης εγκεφάλου, ξεκινώντας από δοκιμασμένους καλούς τρόπους της παλιάς «αστυνομίας» και φτάνοντας στα παιχνίδια του μυαλού που εφαρμόζουν τα καθεστώτα κάθε λογής.

Το νόημα δεν είναι να παραδεχτεί ο ένοχος ότι έχει λάθος, αλλά ότι είναι ο ίδιος λάθος στον κανόνα για το πώς πρέπει να βλέπουμε τη ζωή και τον κόσμο. Το να αλλάξει την ίδια τη ζωή ούτε λόγος βέβαια -πολύ βολικότερο είναι να πειστεί ο καθένας ότι πρέπει να βλέπει την υπάρχουσα κατάσταση «με άλλα μάτια», με τα μάτια, δηλαδή, των «σωστών».

Το έργο της Νέας Σκηνής θα μπορούσε να αποτελεί θαυμάσια ένα από τα εκείνα τα καλυμμένα έργα αντίστασης που συναντάμε στα ρεπερτόρια των θιάσων της Δικτατορίας. Αποδίδει μια αφηρημένα εφιαλτική κατάσταση πάνω σε αναγνωρίσιμα μοτίβα της σύγχρονης (ρωσικής κατ’ αρχάς, αλλά όχι μόνο) επικαιρότητας.

Η κριτική έχει γι’ αυτό ήδη συντάξει τις αναφορές της: Υπάρχει ασφαλώς μπόλικος Κάφκα εδώ, στην απόδοση του εφιάλτη, Μπουνιουέλ ίσως, στο σαρδόνιο σουρεαλιστικό χιούμορ, κάποιος Τσέχωφ πιθανόν, στη διαγραφή των προσώπων, αρκετός Ιονέσκο, τελικά, στον κλαυσίγελο του παραλόγου. Θα πρόσθετα ακόμη, από την άποψη του πολιτικού σχολιασμού, τον Ντάριο Φο… Μα, για είμαστε ειλικρινείς, τίποτα από όλα αυτά δεν θα απέδιδε την αληθινή ρίζα του Ανθρώπου από το Πολντόσκ, που ασφαλώς δεν είναι άλλη από το κλασικό εκείνο Παλτό του Γκόγκολ.

Ετσι καταλήγουμε στον σκηνοθέτη της παράστασης, τον Γιώργο Κουτλή, που πρόσφατα έδρεψε δάφνες με ένα άλλο έργο, τους «Παίκτες», του Γκογκόλ. Θα επαναλάβω επομένως κι εδώ τα ίδια. Πιστεύω πως ο, αν και νέος ακόμη, ο Κουτλής έχει αναπτύξει έναν τρόπο προσέγγισης που μετατρέπει κάθε έργο σε «μηχανή παραγωγής» θεάτρου. Η μέθοδος εργασίας του μας πηγαίνει πίσω, στον Μέγιερχολντ. Στη Νέα Σκηνή έχουμε από αυτόν και πάλι ένα δοκίμιο σκηνικής πύκνωσης, ένα μάθημα για το πώς τεντώνεις τη σκηνή σαν τόξο, για να την οπλίσεις μετά με τα βέλη σου.

Ετσι φτάνουμε και πάλι σε μια παράσταση απολαυστική στη σάτιρα, καίρια στο μήνυμά της. Τι λέει πάνω κάτω; Πως η εκβιασμένη «ευτυχία» είναι σκέτος εφιάλτης και η επιβολή της παράγωγο φασισμού. Πως ο δημοκρατικός πολίτης μπορεί να είναι και γκρινιάρης και σκεπτικός, πως έχει το δικαίωμα της μελαγχολίας και, στο τέλος τέλος, πως ένα βιασμένο χαμόγελο παραπέμπει σε γκριμάτσα πόνου.

Είναι, όμως, μόνο αυτό ο Ανθρωπος του Πολντόσκ; Αν ναι, τότε επανέρχομαι στο αρχικό σχόλιό μου: ότι το έργο του Ντανίλοφ δεν έχει πολλά εφόδια για να μας εντυπωσιάσει με την πρωτοτυπία του. Εχω όμως την εντύπωση πως εδώ βρίσκεται και ένα από τα μυστικά του.

Ο Ρώσος συγγραφέας εκφράζει τη νέα συνείδηση της πατρίδας του, στην οποία το μαχαίρι του κυνισμού έχει πια φτάσει στο κόκαλο. Κι έτσι, όταν στη μια μεριά βάζει τον παραλογισμό του σύγχρονου αυταρχισμού, στην άλλη δεν έχει παρά την «αληθινά» μέτρια, γκρίζα, ανόρεχτη και ανέμπνευστη γενιά του. Πενήντα χρόνια πριν, ένα τέτοιο έργο θα έκρυβε αγώνες για ανεξαρτησία, ελευθερία, αυτοδιάθεση. Τώρα, φτάνει να σκεφτεί κανείς μήπως όλα αυτά δεν είναι παρά ένας εφιάλτης στον ύπνο του δύστυχου Φρολόφ, ήδη καταδικασμένου στην απαξίωση από τον ίδιο του τον εαυτό.

«Ο άνθρωπος από το Παλντόσκ» του Ντμίτρι Ντανίλοφ, σε σκηνοθεσία Γιώργου Κουτλή

Μπορούμε -πιστεύω- να εντοπίσουμε πτυχές στο έργο που μας οδηγούν σε άλλα, πιο υπαρξιακά μονοπάτια. Αρκεί να δει κανείς την κινηματογραφική μεταφορά του ίδιου έργου από τον σκηνοθέτη Semyon Serzin και τον συγγραφέα, μόλις δύο μόλις χρόνια πριν, για να καταλάβει τη διαφορά. Εκεί έχουμε έναν δυστοπικό εφιάλτη, όπου οι όποιες κωμικές νότες υπάρχουν μόνο για να υπερτονίσουν τον τρόμο του αγνώστου.

Δεν σημαίνει βέβαια τίποτα αυτό για την ίδια την απόδοση της Νέας Σκηνής. Αντιθέτως, πιστεύω πως θα έλθει η στιγμή όπου ο Ελληνας σκηνοθέτης θα απλώσει την εργασία του, για να συμπεριλάβει και άλλες νότες, πέρα από τις καθαρά πολιτικές και σατιρικές. Αν μάλιστα το επιτύχει αυτό, να τροφοδοτήσει ένα δράμα ημιτονίων με το πηνίο του Μέγιερχολντ, θα μιλούμε για επίτευγμα διεθνών διαστάσεων. Προσδοκούμε.

Μίλησα και παραπάνω για το σύνολο των ηθοποιών της παράστασης. Από τον αταξινόμητο και απρόβλεπτο αστυνομικό του Δημήτρη Ημελλου και τον εξίσου απειλητικό βοηθό του, τον Αλέξανδρο Σιάτρα, μέχρι την εξαιρετική Ελένη Κουτσιούμπα, που χειρίζεται τη θηλυκή γοητεία σαν όπλο, το Τμήμα του Παλντόσκ έχει γίνει κέντρο μιας νέας τάξης πραγμάτων, πολύ πιο μελετημένης, εκσυγχρονισμένης και πονηρής από την παλιά. Στην άλλη μεριά, βρίσκεται ο Γιλμάζ Χουσμέν, -δείγμα του Ανθρώπου «μετά»-, και ο ίδιος ο Φρολόφ, από τον Αρη Μπαλή, -δείγμα του Ανθρώπου «πριν». Ο πρώτος έχει πάνω του το σημάδι της πρέσας, ο δεύτερος την απειλή της.

Το θαυμάσιο είναι ότι κανείς εδώ δεν παίζει τον «ήρωα» ή τον «αντιστασιακό. Στη διαδικασία της σημερινής «ρινοκεροποίησης», ο αληθινός Μπερανζέ δεν υπάρχει -κι από αυτήν την άποψη η υπόγεια μελαγχολία μάς οδηγεί πιο πίσω ακόμα, στον «Δράκο» των Κούνδουρου.

Το σκηνικό περιβάλλον είναι επίτευγμα νατουραλιστικής τομής. Τα σκηνικά και κοστούμια του Πάρι Μέξη μάς μεταφέρουν στο αποξενωτικό κλίμα ενός αστυνομικού τμήματος, όπως και οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου. Ακόμα κι όταν, εντός αυτού, η κίνηση του Αλέξανδρου Βαρδαξόγλου και η μουσική του Παναγιώτη Μανουηλίδη δημιουργούν τομές παραλόγου, σημεία διαφυγής προς τον χώρο του αοράτου.