Μια αιώνια τέχνη πίσω από τις οθόνες και πέρα από τα χάσματα των γενεών

Η γερή δραματουργία του Ηλία Αδάμ οδηγεί τα πρόσωπα στην έξοδό τους, αφού πρώτα τα στριφογυρίσει και τα αδειάσει από κάθε τραύμα.

Ψέματα δεν θα πω. Ενιωθα μια κάποια αμηχανία καθώς ανέβαινα στον 5ο όροφο της Στέγης, που ευτυχώς κράτησε μόνο για τα πρώτα λεπτά της παράστασης του «We are in the army now»… Αλλά να, που σαν να επιστρέφει τώρα, στις πρώτες γραμμές των εντυπώσεών μου από αυτή την «ultrapop» πρόταση της Στέγης και του Ηλία Αδάμ, σε ένα «υβριδικό social medium», κάτι μεταξύ «dance video στο Tiktok και αρχικής οθόνης στο Twitter», με τέσσερις θλιμμένους «millennials, internet, video games, smartphones και νέες πραγματικότητες» να συντάσσουν έναν «campy» στρατό από «Power Rangers, Pokemon και την Cardi B» (όλα σύμφωνα με το δελτίο Τύπου της Στέγης). Σαν να ακούω να πλησιάζει και για τη γενιά μου εκείνος ο αόρατος θίασος…

Φαντάζομαι πως για να περιγράψει κανείς ό,τι είδαμε στη Στέγη θα απαιτείται εκτός από καλή γνώση των αγγλικών νεολογισμών και σχετική ενημέρωση στο σύμπαν της «γενιάς Ζ», που η ακμή της τοποθετείται στις πρώτες δεκαετίες του αιώνα και η οποία λογικό είναι, τώρα που άρχισε να κατακτά ζωτικό χώρο, να θέλει να εκτοπίσει τους προγενέστερους αυτής στο αλφάβητο, όπως έκαναν κι άλλοι πριν από αυτούς.

Ας είναι. Ευτυχώς για εμάς, τους παλιούς λευκούς άντρες -Χ- κριτικούς, πέρα από τα ρεύματα και τις τεχνολογίες υπάρχουν πάντα οι κοινές βάσεις μιας τέχνης που όπως κι αν επιλέγει να εκφραστεί, αποκτά αξία όταν αγγίζει το κέντρο της ανθρώπινης κατάστασης. Γιατί όσο μπορώ να κρίνω, και μετά τα πρώτα λεπτά αμηχανίας μπροστά στο θέαμα -που ξεκίνησε θεωρώντας δεδομένο ότι θα σοκάρει τον κόσμο εκτός Στέγης (γιατί όσο διέκρινα εντός αυτής οι περισσότεροι ήταν φίλοι και υποστηρικτές)-, αυτό που κατάλαβα ήταν πως μπροστά μου είχα τα παλιά μηνύματα της τέχνης μου, σταλμένα με σύγχρονο τρόπο. Η αισθητική «camp», στην οποία στηρίχτηκε, θέλει να φτιάξει έναν κόσμο γεμάτο με στιλ, φρου φρου και αρώματα, για να καταγγείλει ειρωνικά τον άδειο -εκτός αυτής- κόσμο… Το queer, που μας τρίβει «στα μούτρα», θέλει να διακηρύξει τη σεξουαλική ταυτότητα σαν πύλη ελευθερίας και αξιοπρέπειας… Και το pop ψηφιοποιημένο περιβάλλον της, τόσο ανάλαφρο αλλά και αιχμηρό, έρχεται μαζί με τις παραλλάξεις του να διαλύσει το κέλυφος της εκατέρωθεν σοβαροφάνειας και να μας κάνει να διασκεδάσουμε την κοινή μοναξιά μας…

Ευτυχώς θα υπάρχει πάντα η βάση για να συνεννοούμαστε, πίσω από τις οθόνες και εκατέρωθεν των γενεαλογικών χασμάτων. Οταν πέφτουν οι σκαλωσιές της καλλιτεχνικής ιδιαιτερότητας, θα απομένει το σκαρί μιας αιώνιας τέχνης που φτιάχτηκε για να μας δείχνει τον ίδιο άνθρωπο.

Παρόμοια στην παράσταση (λέγεται ακόμα «παράσταση», όχι;) του Αδάμ χρησιμοποιούνται η ειρωνική γλώσσα, το κραυγαλέο, το αλλόκοτο και το περιθωριακό, με όλη την αλαζονική αυταρέσκεια ενός νέου αηδιασμένου από την κοινωνική και πολιτική υποκρισία, για να φτάσουμε πρώτα στο σημείο εκείνο που θα συνηθίσουμε την εικόνα του διαφορετικού, και μετά να δούμε πίσω από την εικόνα του. Ναι, δηλώνεται σαν «πολεμικό» το θέαμα του «We are in the army now», όμως εδώ που τα λέμε ο πόλεμός του είναι αμυντικός. Τι άλλο υπάρχει εδώ παρά η κραυγή της μοναξιάς, το άδικο και η οργή, η ανάγκη του ανθρώπινου, φερμένα από την άλλη άκρη του πολιτικού θεάτρου;

Κι όλα αυτά οδηγούν στο εξής: στο σύγχρονο (όχι μόνο τεχνολογικό) περιβάλλον, στο οποίο ζούμε όλοι, όπου η μεταξύ μας απόσταση δημιουργεί πολιτικά τέρατα και η κατ’ οίκον μοναξιά μας αντανακλά στις φωτεινές μας οθόνες. Οι τέσσερις περσόνες του «We are in the army now» αγωνίζονται να φτάσουν το σημείο όπου θα μας κάνουν να τις ακούσουμε. Κι αφού τις ακούσουμε, να τις αισθανθούμε. Πέρα από την ορατότητα, τη συμπάθεια ή τη συμπαράσταση, ζητούν την εγγύτητα.

Τόση εικόνα γύρω μας για να φτάσουμε στο σημείο της εξομολόγησης, του πρώτου προσώπου ενός παλιάτσου και τρελού, στο σημείο του ωκεάνιου αισθήματος που ανοίγεται μέσα μας και της συγχώρεσης που ο ένας οφείλει στον διπλανό του.

Πρόκειται για θέατρο που ασφαλώς ανανεώνει τα μέσα και τα εργαλεία για να μεταφέρει τον ορό της αυθεντικής επικοινωνίας. Το ξεχωριστό είναι πόση σοβαρότητα κρύβεται πίσω από την επιφάνεια της δήθεν «ελαφρότητάς» του. Πόσος πόνος πίσω από τον θυμό. Και πόσες απαντήσεις πίσω από τις αλλεπάλληλες, μισο-αστείες και μισο-σοβαρές ερωτήσεις του.

Με εντυπωσίασε, για παράδειγμα, η γερή δραματουργία (του Ηλία Αδάμ) που οδηγεί τα πρόσωπα στην έξοδό τους αφού πρώτα τα στριφογυρίσει και τα αδειάσει από κάθε τραύμα (συνεργάτες στη δραματουργία ο Χρήστος Βρεττός και η Χριστίνα Μαυρομμάτη, ενώ υπήρξαν παρακαλώ «δραματουργικά εργαστήρια» για την παράσταση, οργανωμένα από τον Χρήστο Βρεττό). Ο Gary Salomon έγραψε και παίζει ζωντανά για εμάς την εύθραυστη μουσική του. Ο Πάνος Μαλακτός έχει αναλάβει την ποπ χορογραφία, εκδήλωση ψυχικής ενέργειας και γιορτή της ιδιαιτερότητας. Το ίδιο δημιουργικοί οι φωτισμοί του Παναγιώτη Λάμπη, αλλά και τα video και τα animation της Ιριας Βρεττού. Ενώ τα γεμάτα στιλ και ποπ αισθητισμό σκηνικά, κοστούμια ήταν της Sita Messer (υπεύθυνη και του ψηφιακού χώρου της εκδήλωσης) και της Ηλέκτρας Σταμπούλου. Οπως γίνεται φανερό, ένα ολόκληρο συνεργείο εργάστηκε για να εντάξει στη σκηνή της Στέγης ένα σύμπαν από εικόνες, bites και διεπαφές…

Η παράσταση είχε πρώτα παρουσιαστεί με τους όρους της video online μετάδοσης, στην εποχή της καραντίνας. Ομως, ας μη γελιόμαστε, χωρίς τη ζωντανή, σάρκινη και κοντινή, παρουσία των τεσσάρων υπέροχων περφόρμερ της, του Τζέο Πακίτσα, της Στυλιάνας Ιωάννου, της Σοφίας Πριόβολου και του Gary Salomon, η ουσία της χαράς και της ευαισθησίας της θα είχε χαθεί. Ολα τα υπόλοιπα είναι άδειο κέλυφος που πρέπει να γεμίσει με το σώμα και την πληγή του αληθινού-ηθοποιού και αληθινού-ανθρώπου.

Θα καταλάβουμε τότε πως η μάσκα εδώ, από το άβαταρ του παιχνιδιού μέχρι το γυμνό του drag show, είναι ένας προστατευτικός μηχανισμός που θα πέσει για να φανερώσει το γυμνό και αθώο πρόσωπο του/της ερμηνευτή/τριας. Τόσο γυμνό, ώστε να μπορεί να αυτοσαρκάζεται, τόσο γενναίο ώστε να μπορεί να αυτο-παρωδείται, τόσο τίμιο ώστε η κάθε στάση μας απέναντί του να μας εκθέτει. Το «We are in the army now» οδηγεί τελικά σε μια πράξη ειρήνευσης με τον εαυτό μας.

Το «We are in the army now» είναι επιτυχημένο, όχι όσο λαμβάνει καλές κριτικές από τους «-ήντα και…» θεατές της Στέγης (κάποιοι εύκολα μεταβολίζουν τη διαφαινόμενη απειλή σε θερμό καλωσόρισμα, ώστε να μη θεωρηθούν από τώρα ξεπερασμένοι…), αλλά όταν προαναγγέλλει -επιτέλους!- κίνηση στην εκφραστική περιπέτεια των γενεών, ικανή να λάβει την τιμητική θέση των πάλαι ποτέ «πρωτοποριών». Ή με όποιο όνομα χαρακτηρίσει κάποτε η Ιστορία τη σημερινή μας αμηχανία.

Γρηγόρης Ιωαννίδης