Μιανμάρ: Κατηγορίες σε δημοσιογράφους για διατάραξη της δημόσιας τάξης – Διευθυντής FBI: Εγχώριοι τρομοκράτες αυτοί που εισέβαλλαν στο Καπιτώλιο

Διώκονται για παραβίαση άρθρου του ποινικού κώδικα, το οποίο τροποποιήθηκε από την χούντα μερικές μέρες μετά το πραξικόπημα της 1ης Φεβρουαρίου με στόχο να δοθεί τέλος στην εκστρατεία πολιτικής ανυπακοής που ξεκίνησε κατά του στρατιωτικού πραξικοπήματος.

Κατηγορίες απαγγέλθηκαν σε 6 δημοσιογράφους της Μιανμάρ, μεταξύ των οποίων βρίσκεται φωτογράφος του αμερικανικού πρακτορείου ειδήσεων Associated Press (AP), για παραβίαση νόμου για τη δημόσια τάξη, τον οποίο τροποποίησε πρόσφατα η χούντα, έγινε σήμερα γνωστό από την δικηγόρο τους.

Ο Τέιν Ζάου, 32χρονος φωτογράφος του AP, συνελήφθη το Σάββατο στην Ρανγκούν ενώ κάλυπτε συγκέντρωση υπέρ της δημοκρατίας στην οικονομική πρωτεύουσα της Μιανμάρ.

Τέσσερις ακόμη δημοσιογράφοι, που εργάζονται για εκδόσεις στη χώρα, και άλλος ένας, που εργάζεται ως ανεξάρτητος, συνελήφθησαν επίσης.

Αυτοί τέθηκαν υπό κράτηση στην φυλακή Ινσέιν της Ρανγκούν, όπου πολλοί πολιτικοί κρατούμενοι έχουν εκτίσει βαριές ποινές υπό τις προηγούμενες δικτατορίες στη χώρα, διευκρίνισε η δικηγόρος τους Τιν Ζαρ Οο.

Αυτοί διώκονται για παραβίαση άρθρου του ποινικού κώδικα, το οποίο τροποποιήθηκε από την χούντα μερικές μέρες μετά το πραξικόπημα της 1ης Φεβρουαρίου με στόχο να δοθεί τέλος στην εκστρατεία πολιτικής ανυπακοής που ξεκίνησε κατά του στρατιωτικού πραξικοπήματος.

Το κείμενο αυτό βάζει πλέον στο στόχαστρο όποιον “προκάλεσε φόβο στον πληθυσμό, διέδωσε ψευδείς πληροφορίες (…) ή υποκίνησε ανυπακοή και απιστία μεταξύ των εργαζομένων της δημόσιας διοίκησης” έναντι των αρχών.

Οι προβλεπόμενες ποινές αυξήθηκαν σε έως και τρία χρόνια φυλάκισης, έναντι των έως δύο που ήταν προηγουμένως.

“Το Associated Press καταδικάζει με τους πιο έντονους όρους την αυθαίρετη κράτηση του Τέιν Ζάου”, σχολίασε ο Ίαν Φίλιπς των διεθνών ειδήσεων του AP.

“Θα πρέπει να επιτρέπεται στους ανεξάρτητους δημοσιογράφους να μεταδίδουν τις ειδήσεις ελεύθερα και με κάθε ασφάλεια χωρίς να υπάρχει φόβος αντιποίνων”, σημείωσε ο ίδιος.

Διακοπές της λειτουργίας του διαδικτύου, ενίσχυση του νομοθετικού οπλοστασίου, συλλήψεις, προσφυγή σε θανατηφόρα βία για τη διάλυση των διαδηλώσεων: η χούντα δεν έχει σταματήσει να εντείνει την καταστολή των διαμαρτυριών μετά το πραξικόπημα με το οποίο ανέτρεψε την πολιτική κυβέρνηση της Αούνγκ Σαν Σου Τσι.

Οι δημοσιογράφοι βρίσκονται ιδιαίτερα στο στόχαστρο: 34 έχουν συλληφθεί από την 1η Φεβρουαρίου, εκ των οποίων 19 εξακολουθούν να κρατούνται, σύμφωνα με μη κυβερνητική οργάνωση αρωγής των πολιτικών κρατουμένων.

Τη Δευτέρα, ένας από αυτούς, ο Καούνγκ Μίατ Χλάινγκ, συνελήφθη στο σπίτι του στο νότιο τμήμα της χώρας σε επιχείρηση των δυνάμεων ασφαλείας, κατά την οποία ακούστηκαν πυροβολισμοί.

Άλλοι έχουν τραυματισθεί από σφαίρες καλυμμένες με καουτσούκ, κυρίως δύο εργαζόμενοι στο κινεζικό πρακτορείο ειδήσεων Xinhua (Νέα Κίνα).

“Καλούμε τις αρχές της Μιανμάρ να δώσουν εντολή για την άμεση και άνευ όρων απελευθέρωση όλων των δημοσιογράφων που κρατούνται τώρα και να αποσυρθούν οι κατηγορίες που τους έχουν απαγγελθεί”, υπογραμμίζει σε ανακοίνωσή του ο Ντανιέλ Μπαστάρ, επικεφαλής του γραφείου για την Ασία και τον Ειρηνικό των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα (RSF).

 

Διευθυντής FBI: Εγχώριοι τρομοκράτες αυτοί που εισέβαλλαν στο Καπιτώλιο

Ο διευθυντής του FBI, Κρίστοφερ Ρέι κατηγόρησε σήμερα τους υποστηρικτές του Ντόναλντ Τραμπ που εξαπέλυσαν την θανατηφόρα εισβολή στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου για εγχώρια τρομοκρατία και δεσμεύτηκε να τους καταστήσει υπόλογους.

«Συγκλονίστηκα ότι εσείς, οι εκλεγμένοι ηγέτες της χώρας μας, γίνατε στόχος επίθεσης εδώ ακριβώς, σε αυτές τις αίθουσες συνεδριάσεων», είπε ο Ρέι ενώπιων των μελών της Επιτροπής Δικαστικών Υποθέσεων της Γερουσίας.

«Εκείνη η πολιορκία ήταν μια εγκληματική συμπεριφορά, χωρίς περιστροφές. Αυτή είναι μια συμπεριφορά που εμείς, το FBI, θεωρούμε εγχώρια τρομοκρατία».

Ήταν η πρώτη κατάθεση του Ρέι στο Κογκρέσο μετά την εισβολή υποστηρικτών του τότε προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, μια αποτυχημένη απόπειρα να εμποδιστεί το Κογκρέσο να κυρώσει την νίκη του Τζο Μπάιντεν στις εκλογές του Νοεμβρίου.

Την ημέρα εκείνη, της 6ης Ιανουαρίου, σε ομιλία του κοντά στον Λευκό Οίκο, ο Τραμπ είχε καλέσει τους συγκεντρωμένους υποστηρικτές του να κάνουν πορεία προς το Καπιτώλιο.

Το υπουργείο Δικαιοσύνης έχει εκδώσει κατηγορητήριο εις βάρος περισσοτέρων από 300 ατόμων με ποινικές κατηγορίες, από συνωμοσία έως επίθεση κατά της αστυνομίας και παρακώλυση της ομαλής λειτουργίας του Κογκρέσου. Οι ταραχές οδήγησαν σε πέντε θανάτους.

Τουλάχιστον 18 άτομα που συνδέονται με την ακροδεξιά οργάνωση Proud Boys κατηγορούνται και εννέα άτομα που συνδέονται με την αντικυβερνητική, παραστρατιωτική οργάνωση Oath Keepers αντιμετωπίζουν κατηγορίες ότι συνωμοτούσαν ήδη από τον Νοέμβριο για να εισβάλουν στο Καπιτώλιο για να αποτρέψουν τον Μπάιντεν να γίνει πρόεδρος.

Ο Μπάιντεν ανέλαβε πρόεδρος στις 20 Ιανουαρίου.

Υποστηρικτές του τέως προέδρου Τραμπ επανειλημμένα διατυπώνουν ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς ότι οι ταραχοποιοί ήταν στην πραγματικότητα ψευδο-υποστηρικτές του Τραμπ που ανήκουν στο αριστερό, αντιφασιστικό κίνημα antifa.

Ωστόσο, ο Ρέι δήλωσε σήμερα στους βουλευτές ότι αυτός ο ισχυρισμός είναι ψευδής, σημειώνοντας: «Μέχρι σήμερα δεν έχουμε δει κανένα αποδεικτικό στοιχείο οποιασδήποτε εξτρεμιστικής βίας αναρχικών ή ανθρώπων μέλη των antifa που να σχετίζονται με τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου».

«Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αναζητούμε και θα συνεχίσουμε να αναζητούμε, αλλά προς το παρόν δεν έχουμε δει κάτι τέτοιο», συμπλήρωσε ο ίδιος.

Το FBI δεν έχει ακόμη συλλάβει ύποπτους για το θάνατο του αστυνομικού του Καπιτώλιου Μπράιαν Σίκνικ ή για την τοποθέτηση αυτοσχέδιων βομβών που εντοπίστηκαν έξω από τα κεντρικά γραφεία των εθνικών επιτροπών του Ρεπουμπλικανικού και του Δημοκρατικού κόμματος.

Το Ομοσπονδιακό Γραφείο Ερευνών έχει στη διάθεσή του ένα βίντεο που εμφανίζει έναν ύποπτο να ρίχνει σπρέι πιπεριού σε αστυνομικούς, συμπεριλαμβανομένου του Σίκνικ, σύμφωνα με μια πηγή δυνάμεων επιβολής του νόμου, που είναι εξοικειωμένη με την έρευνα.

Ο ύποπτος δεν έχει ακόμη ταυτοποιηθεί και δεν είναι ακόμη σαφές εάν το σπρέι συνέβαλε στο θάνατο του αστυνομικού.

Σε ένα ένταλμα σύλληψης οι ερευνητές αναφέρουν ότι οι ταραχοποιοί έφεραν όπλα κατά την εισβολή τους στο Καπιτώλιο, όπως σιδηρολοστούς, βαριοπούλες, τέιζερ, σπρέι πιπεριού και, σε τουλάχιστον μία περίπτωση, περίστροφο με εξωτερικό γεμιστήρα.

«Όλοι οι εμπλεκόμενοι πρέπει να λογοδοτήσουν για τις ενέργειές τους εκείνη την ημέρα, συμπεριλαμβανομένου του πρώην προέδρου μας», δήλωσε το ανώτερο μέλος των Ρεπουμπλικάνων στην Επιτροπή, Τσαρλς Γκράσλεϊ. «Τώρα, μετά τις 6 Ιανουαρίου, πρέπει να εξετάσουμε σοβαρά τις απειλές του εγχώριου εξτρεμισμού», πρόσθεσε ο ίδιος.

Ο πρόεδρος της Επιτροπής Δικαστικών Υποθέσεων της Γερουσίας, Ντικ Ντάρμπιν τόνισε ότι η κυβέρνηση δεν έχει κάνει αρκετά για την προστασία από απειλές από ακροδεξιούς εξτρεμιστές και υπέρμαχους της λευκής κυριαρχίας, και κατηγόρησε την κυβέρνηση Τραμπ για υποβάθμιση αυτών των απειλών.

Σημείωσε ότι η κυβέρνηση Τραμπ «ποτέ δεν δημιούργησε μια ειδική ομάδα για την καταπολέμηση των πολυάριθμων περιστατικών» από την ακροδεξιά, και αντ’ αυτού εστίασε στους ακτιβιστές του κινήματος Black Lives Matter.