Μητσοτάκης για Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης: Είναι μία μοναδική ευκαιρία – Είναι διαφανείς οι δημόσιες συμβάσεις;

Κυριάκος Μητσοτάκης

Ως μία πρώτης τάξης ευκαιρία να αλλάξει το συνολικό υπόδειγμα της ελληνικής οικονομίας θεωρεί το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Στην παρουσίαση του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, η οποία θα γίνει στη Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, θα μιλήσει στις 10.30 ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης.

Το Σχέδιο θα παρουσιαστεί από τον αναπληρωτή υπουργό Οικονομικών Θεόδωρο Σκυλακάκη, τον υφυπουργό παρά τω πρωθυπουργώ αρμόδιο για το Συντονισμό του Κυβερνητικού Έργου ‘Ακη Σκέρτσο, τον γενικό γραμματέα Δημοσίων Επενδύσεων και ΕΣΠΑ Δημήτρη Σκάλκο, τον προϊστάμενο του Οικονομικού Γραφείου του πρωθυπουργού Αλέξη Πατέλη, τον πρόεδρο του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων Μιχάλη Αργυρού και τον διοικητή της Ειδικής Υπηρεσίας Συντονισμού του Ταμείου Ανάκαμψης, Νίκο Μαντζούφα.

Οπως αναφέρει το ΑΠΕ-ΜΠΕ, το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, εγκρίθηκε τη Δευτέρα από το Υπουργικό Συμβούλιο και παρουσιάζεται αναλυτικά σήμερα. Στη συνέχεια, θα συζητηθεί στη Βουλή και θα κατατεθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα μέσα Απριλίου.

Κατά την εισαγωγική τοποθέτησή του στο Υπουργικό Συμβούλιο, ο πρωθυπουργός ξεκίνησε με μια ξεχωριστή αναφορά στην «εθνική ανάταση που νιώσαμε όλοι την 25η Μαρτίου», την οποία όπως είπε «πλαισιώνει η εθνική ανάταξη με καθοριστικό βήμα το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης πού θα οδηγήσει την Ελλάδα μπροστά όλα τα επόμενα χρόνια. Είναι ένα πρόγραμμα το οποίο πραγματικά έχει τη δυνατότητα να αλλάξει τη χώρα γιατί το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης είναι η γέφυρα προς την μετά covid εποχή αλλά και προς την 3η δεκαετία του 21ου αιώνα».

Όπως είπε ο πρωθυπουργός «το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης -εφόσον υλοποιηθεί όπως το σχεδιάζουμε- έχει τη δυνατότητα να προσθέσει ακόμα 7 μονάδες στο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν σε ορίζοντα εξαετίας πέρα και πάνω από τη φυσιολογική ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, να δημιουργήσει πρόσθετες 200.000 θέσεις εργασίας. Οι δράσεις οι οποίες αποτυπώνονται στο σχέδιο αγγίζουν τις 160, είναι δράσεις που αφορούν έργα, αφορούν επενδύσεις, αφορούν μεταρρυθμίσεις, απλώνονται σε πολύ συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα, απλώνονται σε ολόκληρη την Ελλάδα, αφορούν όλους τους Έλληνες πολίτες.

Είναι ένα γιγαντιαίο πρόγραμμα το οποίο έχει τη δυνατότητα να κινητοποιήσει σχεδόν 60 δισεκατομμύρια ευρώ, 32 δισεκατομμύρια ευρώ είναι οι εξασφαλισμένοι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης, 19 δισεκατομμύρια σε επιχορηγήσεις και το υπόλοιπο ποσό σε δανεισμό, προσθέτοντας τη μόχλευση από τον ιδιωτικό τομέα σε ίδια κεφάλαια και σε δανεισμό, εκτιμούμε ότι μπορούν να κινητοποιηθούν συνολικοί πόροι ύψους 57 δισεκατομμυρίων ευρώ».

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είπε ακόμη πως το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης «έχει 4 κύριους πυλώνες, την ψηφιακή μετάβαση κράτους και επιχειρήσεων, την αύξηση της απασχόλησης, την ενίσχυση της υγείας, της παιδείας, της κοινωνικής συνοχής, την πράσινη οικονομία και την εκτίναξη των επενδύσεων. Θέλω να θυμίσω ότι έχει προηγηθεί η κατάθεση του προσχεδίου του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης τον περασμένο Νοέμβριο.

Η δημόσια διαβούλευση των στρατηγικών του κατευθύνσεων και έχουν γίνει σχεδόν 80 συσκέψεις με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το προσχέδιο έχει ήδη αποσπάσει εξαιρετικά κολακευτικά σχόλια από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και η χώρα μας θα είναι μία από τις πρώτες που θα υποβάλει το τελικό της σχέδιο πριν τη λήξη της προθεσμίας στο τέλος Απριλίου, ώστε να μπορούμε να επιταχύνουμε και την έλευση των σχετικών πόρων».

Τόνισε επίσης πως «στόχος είναι να έχουμε τις πρώτες εκταμιεύσεις πριν το τέλος του καλοκαιριού, μετά από την έγκριση από το Υπουργικό Συμβούλιο το πρόγραμμα θα συζητηθεί στη Βουλή και στη συνέχεια θα υποβληθεί στην τελική του μορφή στις Βρυξέλλες. Είναι μία μοναδική ευκαιρία να αλλάξουμε ριζικά το ίδιο το υπόδειγμα της ελληνικής οικονομίας. Να το οδηγήσουμε προς ένα πιο εξωστρεφές, πιο ανταγωνιστικό μοντέλο, με ένα αποτελεσματικότερο και ψηφοποιημένο κράτος, με ένα φορολογικό σύστημα το οποίο θα είναι φιλικό προς την ανάπτυξη, με πολλά μεγάλα έργα, αλλά και ένα ευρύ πλέγμα κοινωνικής προστασίας.

Κεντρικός κορμός του σχεδίου μας είναι η δημιουργία μόνιμων και ποιοτικών θέσεων απασχόλησης μέσα από πάρα πολύ σημαντικές δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις. Με δύο προϋποθέσεις όποιος ιδιώτης αξιοποιεί πόρους του Ταμείου θα πρέπει να επενδύει ταυτόχρονα και δικά του χρήματα και όλα τα σχέδια θα πρέπει να είναι ώριμα προς εκτέλεση».

Εξηγώντας αναλυτικά τις παραμέτρους του Σχεδίου ο πρωθυπουργός ανέφερε πως «όπως δηλώνει και το όνομά του, το σχέδιο αυτό υπηρετεί την ανάκαμψη της οικονομίας αλλά και την ανθεκτικότητα της κοινωνίας με επενδύσεις στην Υγεία, στην Παιδεία, στην απασχόληση, στην Πολιτική Προστασία, αλλά όπως έχουμε ξαναπεί και στην ψηφιακή εξυπηρέτηση. Και βέβαια η ανθεκτικότητα έχει να κάνει και με την προσαρμογή στη μεγάλη πρόκληση της κλιματικής αλλαγής, εξού και παραπάνω από το 1/3 των πόρων του σχεδίου θα διοχετευτούν σε δράσεις που αφορούν τον πράσινο μετασχηματισμό της οικονομίας.

Τι σημαίνει αυτό; Ενδεικτικά αναφέρω προγράμματα όπως το εξοικονομώ-αυτονομώ, εμβληματικα προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης των κτιρίων, μία σημαντικότατη χωροταξική μεταρρύθμιση σε όλη την Επικράτεια, στροφή στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ηλεκτροκίνητες συγκοινωνίες, αποτελεσματική προστασία της βιοποικιλότητας. Με άλλα λόγια όλα αυτά αφορούν μία νέα καθημερινότητα για όλους τους πολίτες, γιατί ακριβώς οι πολίτες βρίσκονται στο επίκεντρο αυτής της γιγαντιαίας προσπάθειας. Και θέλω να τονίσω πως ο σχεδιασμός αυτού του άλματος είναι μόνο η αρχή, είναι το πρώτο χιλιόμετρο ενός Μαραθωνίου, το νήμα του οποίου θα κοπεί μόνο όταν έχουν απορροφηθεί όλοι οι πόροι, το αργότερο μέχρι το 2026. Είναι ένα στοίχημα που θα κάνει καλύτερη τη ζωή της κάθε Ελληνίδας, του κάθε Έλληνα και γι’ αυτό και θα το κερδίσουμε».

 

Είναι διαφανείς οι δημόσιες συμβάσεις;Είναι διαφανείς οι δημόσιες συμβάσεις;

Ο Καθηγητής της Νομικής Σχολής Αθηνών, πρώην Πρύτανης του ΕΚΠΑ, Θεόδωρος Φορτσάκης, γράφει για την ανάγκη διαφάνειας στις συμβάσεις και τους κινδύνους της αποδοχής “δωρεών”, από το Δημόσιο.

Η συγκυρία των πολιτικών αντιπαραθέσεων έχει επαναφέρει στο προσκήνιο ένα ζήτημα κρίσιμο, αυτό της διαφάνειας των δημοσίων συμβάσεων. Η σημασία του ζητήματος είναι τεράστια. Αρκεί να θυμηθούμε ότι το συνολικό οικονομικό ύψος των δημοσίων συμβάσεων πιθανώς υπερβαίνει το 10% ΑΕΠ και τείνει μάλιστα να αυξηθεί σημαντικά, αν λάβουμε υπόψη την ολοένα μεγαλύτερη κρατική παρέμβαση, στην οποία αναπόφευκτα οδηγούμαστε από την πανδημία και αν αναλογιστούμε ότι σε άλλα δυτικά κράτη το ύψος ήδη εγγίζει ακόμη και το 20%.

Η αρχή της διαφάνειας αποτελεί τη βάση του ενωσιακού και εθνικού δικαίου που διέπει τις δημόσιες συμβάσεις. Η αρχή αυτή συναρτάται κατ’ αρχάς με εκείνη της ισότητας, που κατοχυρώνει τη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης των προσφερόντων. Έπειτα συνδέεται άρρηκτα με τη διασφάλιση του υγιούς ανταγωνισμού, που αξιώνει την εξάλειψη των διακρίσεων. Η εφαρμογή της καθιστά εφικτό τον αποτελεσματικό έλεγχο της συμβατικής δράσης της δημόσιας διοίκησης, πολιτικό και δικαστικό. Συμβάλλει ουσιαστικά στην πάταξη της διαφθοράς. Αλλά, πάνω απ’ όλα, η αρχή της διαφάνειας των δημοσίων συμβάσεων, ως έκφανση και ως πραγμάτωση της θεμελιώδους αρχής της φανερής διοίκησης, αφορά τη δημοκρατική λειτουργία της Πολιτείας, δηλαδή την ίδια τη δημοκρατία. Πόσο αποτελεσματικά κατοχυρώνεται και, ιδίως, εφαρμόζεται πράγματι η αρχή αυτή στη χώρα μας; Οι λίγες σκέψεις που ακολουθούν επιχειρούν να εντοπίσουν ορισμένα κενά, που οφείλονται λιγότερο σε ανεπάρκεια του θεσμικού πλαισίου και περισσότερο στον τρόπο λειτουργίας της διοίκησης.

Έλλειψη διαφάνειας υπάρχει αναμφισβήτητα στις «απ’ ευθείας» αναθέσεις. Αυτές είναι πρώτα-πρώτα οι συμβάσεις που δεν υπερβαίνουν τα 30.000 ευρώ. Παρότι η πρόσφατη αύξηση του ορίου αυτού κατά 10.000 ευρώ μπορεί να θεωρηθεί υπερβολική και παρότι συχνά δεν αποφεύγεται o καταχρηστικός τεμαχισμός ενός έργου, ώστε το κάθε μέρος του να βρίσκεται εντός του ορίου, η απαίτηση ταχείας «αντιγραφειοκρατικής» σύναψης μικρών συμβάσεων αντισταθμίζει για την κατηγορία αυτή την έλλειψη διαφάνειας. Διαφορετική είναι η περίπτωση, δυστυχώς συχνή, της κατ’ ουσίαν απ’ ευθείας ανάθεσης, με τη διαδικασία της κλειστής πρόσκλησης σε διαπραγμάτευση, απ’ όπου απουσιάζει εντελώς η προκήρυξη. Εδώ η δυνατότητα ελέγχου είναι εγγενώς περιορισμένη και ελλοχεύει ο κίνδυνος παρεκτροπής και παρανομίας. Η διοίκηση, για να δικαιολογήσει τη διαδικασία αυτή, επικαλείται συνήθως την κάλυψη «επειγουσών» αναγκών. Όμως, για να δρομολογηθεί η διαδικασία αυτή απαιτείται όχι μόνο οι ανάγκες να είναι επείγουσες, αλλά και απρόβλεπτες. Στη δεύτερη αυτή προϋπόθεση πρέπει να εστιάσουμε. Γιατί δύσκολα θα ανεύρουμε στο δημόσιο ανάγκες που η κάλυψή τους να μην επείγει. Ωστόσο σπάνια αυτές είναι και απρόβλεπτες. Απρόβλεπτη είναι η ανάγκη που δεν συλλαμβάνει ο πράγματι επιμελής (κοινός) νους και οφείλεται σε έκτακτα, μη προβλέψιμα περιστατικά. Το δημόσιο, για παράδειγμα τα σχολεία, τα πανεπιστήμια, τα νοσοκομεία, όλοι γενικά οι δημόσιοι οργανισμοί πρέπει να διοικείται με την επιβαλλόμενη επιμέλεια που συνεπάγεται και την έγκαιρη πρόβλεψη των αναγκών του. Αδιαφορία συνδυασμένη με ελλιπή κατάρτιση ματαιώνουν πολλές φορές αυτή την προσδοκία. Όμως η αναζήτηση της θεραπείας της αδιαφορίας και ανικανότητας της διοίκησης δεν πρέπει να ανοίγει το δρόμο στη διαφθορά.

Ακόμη, πολλές φορές η διοίκηση αδυνατεί να συντάξει ορθά τη σχετική προκήρυξη. Καταφεύγει γι’ αυτό σε φορείς ιδιωτικούς, με αποτέλεσμα τα κείμενα που οι τελευταίοι ετοιμάζουν και που υιοθετεί η διοίκηση χωρίς να είναι σε θέση να ελέγξει κατ’ ουσίαν η διοίκηση προδιαγράφουν και το αποτέλεσμα της σχετικής αναζήτησης, εξαλείφοντας έτσι το παραπέτασμα μιας κατ’ επίφαση διαφάνειας. Μπορούμε να αναρωτηθούμε πόσο συχνά το είδαμε αυτό στις «ιδιωτικοποιήσεις», όπου ο τελικός παραχωρησιούχος συνέταξε στην πραγματικότητα την προκήρυξη. Βρίσκει και εδώ πέρασμα η διαφθορά.

Τέλος, κίνδυνος ελλοχεύει και στις περιπτώσεις αποδοχής «δωρεών» που καλύπτουν ανάγκες που δεν έχουν προκηρυχθεί. Διότι έτσι επιτρέπεται στο «δωρητή» να δεσμεύσει κατ’ ουσία το μέλλον επιβάλλοντας δικές του προδιαγραφές από τις οποίες η διοίκηση δεν θα μπορέσει να διαφύγει, νοθεύοντας  και τον ανταγωνισμό. Η δωρεάν προσφορά οδηγεί ενδεχομένως τη διοίκηση σε τετελεσμένα, αφήνοντας υπόνοια αδιαφάνειας και διαφθοράς.

Επείγει η ανάληψη πρωτοβουλίας διόρθωσης των κενών που εντοπίστηκαν.

Θεόδωρος Φορτσάκης