Με την κάμερα φίλο και συνένοχο

Με την κάμερα φίλο και συνένοχοΑπό αριστερά: Φαίη Ξυλά, Λένα Κιτσοπούλου, Μανώλης Μαυροματάκης, Κωνσταντίνα Τάκαλου

Η παράσταση των εννέα σπονδυλωτών αποκαλυπτικών μονολόγων στην άδεια αίθουσα κινείται στον δρόμο του ψευδο-ντοκιμαντέρ, όπου ο συγγραφέας Ανδρέας Φλουράκης καταθέτει τα πρόσωπα και ο κινηματο­γραφιστής Διαμαντής Καραναστάσης εστιάζει στο βλέμμα, με τους ηθοποιούς να συνθέτουν σαν μόνο εμβόλιο απέναντι στην πανδημία της μοναξιάς την εκ βαθέων εξομολόγηση.

Η νέα χρονιά ας φέρει όσα τουλάχιστον μας στέρησε η περασμένη. Και πρώτη πρώτη, ανάμεσα στις παραστάσεις που φιλοδοξεί να σχολιάσει η στήλη κατά τη διάρκειά της, ας είναι μια πρόταση που ανοίγεται στο μέλλον, πατώντας σε ζητήματα και ανάγκες τού σήμερα. Μιλώ για τις «Πυραμίδες» του Ανδρέα Φλουράκη και του Θεάτρου Τέχνης, που ανήκει -κατά την ονοματοδοσία του ίδιου του θεάτρου- στο «web theatre» ή, αλλιώς, σε μια νέα φόρμα, που κινείται στο ενδιάμεσο της θεατρικής παράστασης και της κινηματογραφικής ή τηλεοπτικής, «βιντεοσκοπημένης» προβολής της.

Το πώς θα ονομάζουμε ό,τι κάνουμε θα το βρούμε τέλος πάντων στην πορεία… προς το παρόν μάς ενδιαφέρει κυρίως η απόπειρα να μετασχηματιστεί η βαριά και έκτακτη αυτή κατάσταση σε κάτι μονιμότερο και δημιουργικότερο, σε μια ριζική αναθεώρηση των σκηνικών δεδομένων για καλό σκοπό.

Πρόκειται λοιπόν για μια ιδέα του συγγραφέα Ανδρέα Φλουράκη που εξ αρχής αφορούσε το ίδιο τον αγωγό της διαδικτυακής και εξ αποστάσεως προβολής και που εξ αρχής συμπεριελάμβανε την «κάμερα» σαν φίλο και συμμέτοχο της όλης διαδικασίας και όχι σαν αναγκαίο συμπαίκτη.

Από την άλλη, όπως αποδεικνύεται, είναι μια απόπειρα που θέλει να διαχωρίσει τη θέση της από την απλή ή συνθετότερη «κινηματογράφηση» της σκηνικής συνθήκης, έστω και αν συμβιβάζεται με τη νέα, μακρινή και απονεκρωμένη συνθήκη της μαγνητοσκόπησης.

Σε αυτή την περίπτωση όμως θα πρέπει να θεωρήσουμε ισότιμους δημιουργούς του τελικού καλλιτεχνήματος τους δύο βασικούς συντελεστές της υβριδικής δημιουργίας. Από τη μια τον συγγραφέα κι από την άλλη τον κινηματογραφιστή της, Διαμαντή Καραναστάση – και αυτό χωρίς να υποβαθμίζει ή να καπελώνει ο ένας τον έτερο των δύο πόλων. Στο κέντρο βέβαια παραμένει όπως πάντα ο απόλυτος κυρίαρχος του παλιού και νέου «παιχνιδιού»: ο ηθοποιός, με το γυμνό του πρόσωπο, με την εικονική είσοδό του στο σπήλαιο της αληθινής ζωής.

Αλλά γιατί «πυραμίδες»;… Οι πυραμίδες έχουν το σχήμα της ιδεατής επίθεσής μας στον χρόνο και στη φθορά, του μνημείου μιας έστω και προσωρινής και μάταιης νίκης μας ενάντια στην εντροπία του Σύμπαντος. Και δεν αφορούν μόνο τις γνωστές διασωθείσες πυραμίδες της Ιστορίας, αλλά κι εκείνες, τις μικρές και αόρατες άλλες, τις προσωπικές πυραμίδες που ο καθένας χτίζει γύρω και μέσα του με την ανάγκη της αθανασίας σαν σιωπηρό μυστικό του. Στον προσωπικό μας χάρτη λοιπόν, σε αυτόν που κουβαλάμε, μας προσδιορίζει και μας καθησυχάζει, ανήκουν οι «πυραμίδες», ανάμεσα στα άλλα κρυμμένα αξιοθέατα της ψυχής μας.

Αν κρατάει λοιπόν κάτι από το θέατρο η απόπειρα της ψηφιακής τέχνης είναι ο δρόμος της προσωπικής και ανοιχτής συνάντησής μας με τον Αλλο, με οδοδείκτη τα δικά του αόρατα από την οχλοβοή «αξιοθέατα». Είναι το θέατρο του αποκαλυπτικού μονολόγου που ρέει συχνά εκτός κοίτης λόγω υπερχείλισης του μέσα φορτίου και με την ανάγκη να παραδοθούν κάποτε τα στοιβαγμένα φερτά υλικά. Εδώ, στις συνθήκες εγκλεισμού που επιβάλλει η καραντίνα, σε ένα συμβολικά άδειο θέατρο, κάθε πρόσωπο μπορεί να μιλήσει έτσι: αδειάζοντας το φορτίο του, ρίχνοντας τις ασπίδες, απενοχοποιώντας τη διαφορετικότητα ή την «ασημαντότητά» του. Μέσα σε ένα κλειστό θέατρο μπορεί κάποιος να μιλήσει εκτός ρόλου.

Γι’ αυτό αν ο Φλουράκης καταθέτει τα πρόσωπα, ο Καραναστάσης εστιάζει στο βλέμμα. Κινούμενος στον δρόμο του ψευδο-ντοκιμαντέρ αλλά και στην κάμερα του Δόγματος, επιλέγει τον αιφνιδιασμό και την ανεπεξέργαστη μετάδοση της εσωτερικής ενέργειας. Ταυτόχρονα, η κάμερα δείχνει τους ηθοποιούς τού Τέχνης να αντιπαρέρχονται τον κλειστό χώρο του αδρανούς θεάτρου. Παράδοξο, αλήθεια. Ενας ηθοποιός στον άδειο χώρο επαναπροσδιορίζεται εκ νέου, αναζητεί θέση απέναντι σε άδεια καθίσματα.

Οι «Πυραμίδες» αποτελούνται από μια σειρά εννέα σπονδυλωτών μονολόγων, με χαλαρή συνάφεια μεταξύ τους, αλλά με κοινή συμμετοχή στην εννοιολογική κατάθεση του συνόλου. Υποψιάζεται κανείς πως όπως συμβαίνει στο θέατρο της επινόησης, μεγάλο μέρος του υλικού θα παρέδωσαν οι ίδιοι οι ηθοποιοί στον συγγραφέα/δραματουργό και πως οι ίδιοι θα μετασχημάτισαν τη δραματουργία, ώστε το κομμάτι καθενός να είναι αυθεντικό και σύμφωνο με το δικό του ταμπεραμέντο.

Το «Μέσα» από τον Δημήτρη Πασσά μεταφέρει την περίπτωση του αγοραφοβικού ιδρυματισμού μας, η «Διαφορά ύψους» από την Ντάνη Γιαννακοπούλου την κλιμάκωση των αξιών μας. Η «Ευτυχία» από τον Νίκο Χατζόπουλο μιλάει πιθανόν για τα απωθημένα μιας γενιάς, ενώ η «Αλήθεια» της Κωνσταντίνας Τάκαλου για την αλλεργία μας απέναντι σε κάθε τι ειλικρινές.

Το «Μπράιαντ Παρκ» της Φαίης Ξυλά επεκτείνει τα όρια της ταυτότητας, ενώ οι «Γάτες» από τον Μιχάλη Σαράντη θα μπορούσαν να είναι μια ελεγεία στη χαμένη κοινή αθωότητα. Η «Κλαίρη» της Ιωάννας Μαυρέα δίνει την κατάθεση της επώδυνης ενηλικίωσης, η «Μόνικα» του Μανώλη Μαυροματάκη τα πρόσωπα που κουβαλούμε μέσα μας και η «Δεύτερη ταινία» της Λένας Κιτσοπούλου την ακυρωμένη έξοδο στην περίοδο της μοναξιάς.

Ολα μαζί όμως συνθέτουν το εξής ένα: το πρόσωπο ενός όλο και περισσότερο απομακρυσμένου, σκοτεινού και φοβισμένου Αλλου, προτείνοντας σαν μόνο εμβόλιο απέναντι στην πανδημία της μοναξιάς την εκ βαθέων εξομολόγηση, αρχίζοντας από τους πλέον τολμηρούς, τους πλέον απελπισμένους ή, απλώς, τους πλέον μόνους: τους ηθοποιούς ενός κλειστού θεάτρου.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η προσπάθεια ανοίγει έναν νέο δρόμο τον οποίο αξίζει να προεκτείνουμε. Προς το παρόν παραμένει αρκετά αυτοαναφορικό, μελετώντας ουσιαστικά τις συνθήκες που το εξέθρεψαν. Είναι μαζί βαρύ και περίεργα επιθετικό, πιθανόν γιατί οι ηθοποιοί δεν έχουν βρει ακόμα κατάλληλα στηρίγματα για την προσέγγιση της σχεδόν απτικής αποτύπωσης του προσώπου τους στα κοντινά πλάνα.

Μα αυτά είναι πράγματα που με τον καιρό θα βρουν λύσεις και θα δώσουν δημιουργικές προοπτικές. Οταν κάποτε οι δημιουργοί νιώσουν άνετα με το μέσον, θα δούμε να αναπτύσσονται νέες οπτικές του κόσμου, με σύγχρονη ευαισθησία και νόημα.

Χαρούμενη χρονιά σε όλους.