Μείωση ενοικίων: Ποιοι δικαιούνται έκπτωση και το καλοκαίρι – Πότε επιτρέπεται απόλυση ή διακοπή σύμβασης σε επιχειρήσεις; – Πώς… βλέπει η εστίαση τα νέα μέτρα στήριξης; – Ανύπαρκτοι οι έλεγχοι από το ΣΕΠΕ

Παρατείνεται μέχρι και τον Αύγουστο το καθεστώς μείωσης ενοικίων ορισμένων κατηγοριών επιχειρήσεων, όπως ανακοινώθηκε χθες κατά την παρουσίαση των μέτρων για τον τουρισμό και την εργασία.

Σύμφωνα με την Πανελλήνια Ομοσπονδία Ιδιοκτητών Ακινήτων, δικαίωμα μείωσης ενοικίου για την πρώτη τους κατοικία και τη φοιτητική κατοικία των εξαρτώμενων μελών τους διατηρούν και όλοι οι εργαζόμενοι των οποίων οι συμβάσεις εργασίας τελούν σε καθεστώς προσωρινής αναστολής.

Από τα στοιχεία που ανακοίνωσε ο υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας προκύπτει ότι έκπτωση ενοικίου δικαιούνται, κατά μήνα, οι εξής:

Μάιος: Όλες οι επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι που εδικαιούντο μείωση ενοικίου κατά το μήνα Απρίλιο 2020 (κλειστοί και πληττόμενοι). Ήδη κατατέθηκε σχετικό νομοσχέδιο στη Βουλή.

Ιούνιος: Όλες οι επιχειρήσεις που άνοιξαν εντός του Μαΐου, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται το λιανεμπόριο, και οι επιχειρήσεις των κλάδων εστίασης, τουρισμού, μεταφορών, πολιτισμού και αθλητισμού.

Ιούλιος & Αύγουστος: Οι επιχειρήσεις των κλάδων τουρισμού, μεταφορών, πολιτισμού και αθλητισμού.

Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τον οδηγό για τις φορολογικές δηλώσεις 2020 η κλίμακα φορολογίας ενοικίων (για τους ιδιοκτήτες) έχει ως εξής:

15% ενοίκια από 0,01 έως 12.000 ευρώ

35% ενοίκια από 12.001 έως 35.000 ευρώ

45% ενοίκια τα οποία ξεπερνούν τις 35.000 ευρώ

 

Πότε επιτρέπεται απόλυση ή διακοπή σύμβασης σε επιχειρήσεις;

απόλυση

Με νέα εγκύκλιο, το υπουργείο Εργασίας δίνει διευκρινίσεις για το πως επιχειρήσεις μπορούν να κάνουν απόλυση στο προσωπικό τους, παρότι έχουν κάνει χρήση των ευνοϊκών μέτρων.

Επέκταση των αναστολών συμβάσεων για το 100% των εργαζομένων, για όσες επιχειρήσεις παραμένουν κλειστές, αλλά και για επιχειρήσεις στους κλάδους  του  τουρισμού, της  εστίασης, των μεταφορών, του  πολιτισμού και του αθλητισμού που πλήττονται τον Ιούνιο και Ιούλιο, ανακοίνωσε ο υπουργός Εργασίας Γιάννης Βρούτσης.

Οι εργαζόμενοι θα λάβουν αναλογική ειδική αποζημίωση έως 534 ευρώ

Παράλληλα σε όσους εργαζόμενους πλήρους απασχόλησης μειωθεί ο χρόνος εργασίας τους έως και 50% άρα και ο μισθός τους, θα υπάρξει αναπλήρωση από το κράτος κατά 60% του εισοδήματος που αντιστοιχεί στον χρόνο που δεν θα εργάζεται, με κατώτατο όριο τα 650 ευρώ (κατώτατος μισθός).

Με νέα εγκύκλιο, το υπουργείο Εργασίας δίνει διευκρινίσεις επί της ΚΥΑ με αριθμ. οικ.17788/346/8-5-2020 (Β΄1779) και λοιπών μέτρων στήριξης για τη σταδιακή επαναλειτουργία της αγοράς εργασίας και ξεκαθαρίζει τις προϋποθέσεις με βάση τις οποίες οι επιχειρήσεις:

– μπορούν να απολύσουν το προσωπικό τους, παρότι έχουν κάνει χρήση των ευνοϊκών μέτρων που ανακοινώθηκαν τον Μάρτιο

– απαλλάσσονται από την υποχρέωση συνέχισης μιας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που διακόπηκε λόγω COVID

– μπορούν να κάνουν χρήση του μέτρου «προσωπικό ασφαλούς λειτουργίας» για το 50% τουλάχιστον του προσωπικού τους και μετά να προβούν σε απολύσεις.

Επιχειρήσεις που έχει ανασταλεί η λειτουργία τους και δεν θα επαναλειτουργήσουν τον Μάιο

1. Παρατείνεται η αναστολή των συμβάσεων εργασίας εργαζομένων σε επιχειρήσεις που συνεχίζεται η αναστολή λειτουργίας τους με εντολή δημόσιας αρχής κατά το μήνα Μάιο 2020. Συνεπώς, παρατείνεται και η αναστολή συμβάσεων εργασίας εργαζομένων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου.

Ειδικότερα, μετά το πέρας του διαστήματος της παράτασης αναστολής, η σύμβαση εργασίας συνεχίζεται για τον συμφωνηθέντα χρόνο που υπολείπεται, όταν η επιχείρηση – εργοδότης επαναλειτουργήσει.

Για παράδειγμα, σε περίπτωση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με συμφωνημένο χρόνο λήξης την 15η Μαΐου, που ετέθη σε αναστολή την 15η Μαρτίου, ο υπολειπόμενος χρόνος κατά τον οποίο συνεχίζεται η σύμβαση εργασίας όταν η επιχείρηση-εργοδότης επαναλειτουργήσει και ολοκληρωθεί ο χρόνος παράτασης της αναστολής τής εν λόγω σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, είναι δύο μήνες.

Η υποχρέωση

Η υποχρέωση συνέχισης της σύμβασης εργασίας για τον συμφωνηθέντα χρόνο που υπολείπεται, όταν η επιχείρηση – εργοδότης επαναλειτουργήσει, δεν υφίσταται όταν συντρέχει αντικειμενική αδυναμία εκπλήρωσής της, όπως σε περίπτωση επιχειρήσεων – εργοδοτών που από τη φύση λειτουργίας τους είναι εποχικές (π.χ. θέατρα χειμερινής περιόδου, χιονοδρομικά κέντρα, φροντιστήρια ή κέντρα ξένων γλωσσών που η λειτουργία τους διαρκεί όσο και το σχολικό έτος κ.α.) ή σε περίπτωση κατά την οποία η απασχόληση του εργαζόμενου δεν είναι δυνατή, διότι η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είχε συναφθεί για την εξυπηρέτηση αναγκών που δεν υφίστανται πλέον μετά τη λήξη της αναστολής ή της παράτασης της αναστολής τής σύμβασης εργασίας του εργαζόμενου (π.χ. οδηγοί σχολικών λεωφορείων, η διάθεση ταξιθετριών/ταξιθετών από εταιρεία παροχής υπηρεσιών ενώ έχει απαγορευτεί η πραγματοποίηση παραστάσεων, προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού κ.α.).

2. Κατά τη διάρκεια της παράτασης της αναστολής λειτουργίας επιχειρήσεων-εργοδοτών με εντολή δημόσιας αρχής, αυτές οι επιχειρήσεις δεν επιτρέπεται να προβούν σε μείωση του προσωπικού τους με καταγγελία σύμβασης εργασίας και σε περίπτωση πραγματοποίησης καταγγελιών, αυτές είναι άκυρες.

Επιχειρήσεις οι οποίες επαναλειτουργούν μετά την άρση της αναστολής λειτουργίας τους με εντολή δημόσιας αρχής

Επιχειρήσεις – εργοδότες, που επαναλειτουργούν κατά το μήνα Μάιο μετά την άρση της αναστολής λειτουργίας τους με εντολή δημόσιας αρχής, δύνανται να παρατείνουν την αναστολή των συμβάσεων εργασίας εργαζομένων τους που έχουν ήδη τεθεί σε αναστολή μέχρι του ποσοστού 60% αυτών και να προβούν σε οριστική ανάκληση τουλάχιστον για το 40% αυτών.

Η παράταση της αναστολής των συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων αυτών δύναται να είναι κατ’ ανώτατο όριο τριάντα (30) ημέρες και μέχρι την 31η Μαΐου 2020. Εάν υπερβούν το ανωτέρω ποσοστό, οι επιχειρήσεις-εργοδότες υποχρεούνται να καταβάλουν οι ίδιοι τις αποδοχές των εργαζομένων που υπερβαίνουν το ποσοστό αυτό.

Σε κάθε περίπτωση από 1ης Μαΐου 2020, ημερομηνία δημοσίευσης της από 1.5.2020 Π.Ν.Π. (Α΄90) και εφεξής, οι επιχειρήσεις που επαναλειτουργούν, μετά την άρση αναστολής λειτουργίας τους με εντολή δημόσιας αρχής, θεωρούνται πλέον πληττόμενες επιχειρήσεις.

Περαιτέρω:

1. Σε περίπτωση που οι ανωτέρω επαναλειτουργούσες επιχειρήσεις-εργοδότες κάνουν χρήση του μέτρου της παράτασης αναστολής συμβάσεων εργασίας εργαζομένων τους, εμπίπτουν στις διατάξεις της με αριθμ. οικ.17788/346/8-5-2020 που αφορούν τόσο την απαγόρευση καταγγελίας σύμβασης εργασίας για το σύνολο του προσωπικού τους κατά το χρονικό διάστημα παράτασης αναστολής συμβάσεων εργασίας εργαζομένων τους και πάντως μέχρι την 31η Μάιου 2020, όσο και την υποχρέωση να διατηρήσουν τον ίδιο αριθμό θέσεων εργασίας και με το ίδιο είδος σύμβασης εργασίας για σαράντα πέντε ημέρες από το χρόνο λήξης της παράτασης αναστολής συμβάσεων εργασίας.

2. Σε περίπτωση που οι επαναλειτουργούσες επιχειρήσεις-εργοδότες δεν κάνουν χρήση του μέτρου της παράτασης αναστολής συμβάσεων εργασίας εργαζομένων τους και συνεπώς προβούν σε οριστική ανάκληση της αναστολής των συμβάσεων εργασίας του συνόλου των εργαζομένων τους, δεν εμπίπτουν στις διατάξεις της με αριθμ. οικ.17788/346/8-5-2020 ΚΥΑ που αφορούν τόσο την απαγόρευση καταγγελίας σύμβασης εργασίας για το σύνολο του προσωπικού τους κατά το χρονικό διάστημα παράτασης αναστολής συμβάσεων εργασίας και πάντως μέχρι την 31η Μαΐου 2020, όσο και την υποχρέωση να διατηρήσουν τον ίδιο αριθμό θέσεων εργασίας και με το ίδιο είδος σύμβασης εργασίας για σαράντα πέντε ημέρες από το χρόνο λήξης της παράτασης αναστολής συμβάσεων εργασίας. Συνεπώς αυτές οι επιχειρήσεις-εργοδότες εμπίπτουν στις κοινές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.

Επιχειρήσεις οι οποίες πλήττονται και έχουν θέσει σε αναστολή τις συμβάσεις εργασίας μέρους ή του συνόλου των εργαζομένων τους

Επιχειρήσεις-εργοδότες που πλήττονται σημαντικά και έχουν θέσει σε αναστολή τις συμβάσεις εργασίας μέρους ή του συνόλου των εργαζομένων τους, δύνανται να παρατείνουν την αναστολή των συμβάσεων εργασίας εργαζομένων τους που έχουν ήδη τεθεί σε αναστολή μέχρι του ποσοστού 60% αυτών και να προβούν σε οριστική ανάκληση τουλάχιστον για το 40% αυτών.

Η παράταση της αναστολής των συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων αυτών δύναται να είναι κατ’ ανώτατο όριο τριάντα (30) ημέρες και μέχρι την 31η Μαΐου 2020. Εάν υπερβούν το ανωτέρω ποσοστό, οι επιχειρήσεις-εργοδότες υποχρεούνται να καταβάλουν οι ίδιοι τις αποδοχές των εργαζομένων που υπερβαίνουν το ποσοστό αυτό.

Τα ανωτέρω εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων του άρθρου 3 του υποκεφαλαίου Α.2 της με αριθμ. οικ.17788/346/8-5-2020 ΚΥΑ.

Περαιτέρω:

1. Σε περίπτωση που οι ανωτέρω επιχειρήσεις-εργοδότες κάνουν χρήση του μέτρου της παράτασης αναστολής συμβάσεων εργασίας εργαζομένων τους εμπίπτουν στις διατάξεις της με αριθμ. οικ.17788/346/8-5-2020 ΚΥΑ που αφορούν τόσο την απαγόρευση καταγγελίας σύμβασης εργασίας για το σύνολο του προσωπικού τους για το χρονικό διάστημα παράτασης αναστολής συμβάσεων εργασίας και πάντως μέχρι 31η Μάιου 2020, όσο και την υποχρέωση να διατηρήσουν τον ίδιο αριθμό θέσεων εργασίας και με το ίδιο είδος σύμβασης εργασίας για σαράντα πέντε ημέρες από το χρόνο λήξης της παράτασης αναστολής συμβάσεων εργασίας.

2. Σε περίπτωση που οι ανωτέρω επιχειρήσεις-εργοδότες δεν κάνουν χρήση του μέτρου της παράτασης αναστολής συμβάσεων εργασίας εργαζομένων τους δεν εμπίπτουν στις διατάξεις της με αριθμ. οικ.17788/346/8-5-2020 ΚΥΑ όπως περιγράφονται ανωτέρω. Συνεπώς, αυτές οι επιχειρήσεις-εργοδότες εμπίπτουν στις διατάξεις της αριθμ. 12998/232/2020 ΚΥΑ (Β΄1078), δηλαδή έχουν υποχρέωση να διατηρήσουν τους ίδιους εργαζόμενους και με τους ίδιους όρους εργασίας που είχαν κατά την 21η Μαρτίου 2020 για σαράντα πέντε ημέρες μετά τη λήξη του χρόνου αναστολής των συμβάσεων εργασίας εργαζομένων τους.

Τόσο για τις επαναλειτουργούσες επιχειρήσεις όσο και για τις πληττόμενες, είναι δυνατόν να παραταθεί η αναστολή συμβάσεων εργασίας εργαζομένων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που είχαν τεθεί σε αναστολή.

Ειδικότερα:

Μετά το πέρας του διαστήματος παράτασης της αναστολής, η σύμβαση εργασίας συνεχίζεται για τον συμφωνηθέντα χρόνο που υπολείπεται.

Η υποχρέωση συνέχισης της σύμβασης εργασίας για τον συμφωνηθέντα χρόνο που υπολείπεται, μετά το τέλος του διαστήματος παράτασης της αναστολής της, δεν υφίσταται όταν συντρέχει αντικειμενική αδυναμία εκπλήρωσής της, όπως σε περίπτωση επιχειρήσεων – εργοδοτών που από τη φύση λειτουργίας τους είναι εποχικές (π.χ. θέατρα χειμερινής περιόδου, χιονοδρομικά κέντρα, φροντιστήρια ή κέντρα ξένων γλωσσών που η λειτουργία τους διαρκεί όσο και το σχολικό έτος κ.α.) ή σε περίπτωση κατά την οποία η απασχόληση του εργαζόμενου δεν είναι δυνατή, διότι η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είχε συναφθεί για την εξυπηρέτηση αναγκών που δεν υφίστανται πλέον μετά τη λήξη της αναστολής ή της παράτασης της αναστολής της σύμβασης εργασίας του εργαζόμενου (π.χ. οδηγοί σχολικών λεωφορείων, η διάθεση ταξιθετριών/ταξιθετών από εταιρεία παροχής υπηρεσιών ενώ έχει απαγορευτεί η πραγματοποίηση παραστάσεων, προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού κ.α.).

«Λειτουργία επιχειρήσεων με προσωπικό ασφαλούς λειτουργίας» στις επιχειρήσεις που πλήττονται σημαντικά ή επαναλειτουργούν λόγω άρσης αναστολής λειτουργίας τους

Οι επιχειρήσεις-εργοδότες που ανήκουν στις εν γένει πληττόμενες επιχειρήσεις συμπεριλαμβανομένων και αυτών που επαναλειτουργούν κατά τον μήνα Μάιο, όπως αυτές προσδιορίζονται βάσει ΚΑΔ από το υπουργείο Οικονομικών και πάντως για όσο χρόνο αυτές συνεχίζουν να πλήττονται, μπορούν να εφαρμόσουν το μέτρο της λειτουργίας της επιχείρησης με προσωπικό ασφαλούς λειτουργίας, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

Ειδικότερα:

α) με περίοδο αναφοράς τον μήνα, κάθε εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται κατ’ ελάχιστο δύο (2) εβδομάδες, συνεχόμενα ή διακεκομμένα,

1. Ως περίοδος αναφοράς για τον υπολογισμό της κατ’ ελάχιστον απασχόλησης κάθε εργαζόμενου λογίζεται ο ημερολογιακός μήνας.

2. Εντός κάθε ημερολογιακού μήνα, η κατ’ ελάχιστον απασχόληση κάθε εργαζόμενου πρέπει να είναι δύο πλήρεις εβδομάδες, πέντε εργασίμων ημερών επί πενθημέρου ή έξι εργασίμων ημερών επί εξαημέρου.

3. Οι ανωτέρω πλήρεις εβδομάδες μπορεί να είναι συνεχόμενες ή διακεκομμένες, για παράδειγμα μπορεί να μεσολαβήσει μια εβδομάδα πριν ο εργαζόμενος να απασχοληθεί εκ νέου για μια τουλάχιστον ακόμη πλήρη εβδομάδα.

Είναι ευνόητο ότι στις εβδομάδες εργασίας δεν περιλαμβάνονται οι ημέρες πάσης φύσεως νόμιμης άδειας (κανονική, αναρρωτική κ.α.).

β) ο τρόπος αυτός οργάνωσης της εργασίας πραγματοποιείται ανά εβδομάδα και εντάσσεται σε αυτόν τουλάχιστον το 50% του προσωπικού της επιχείρησης των οποίων οι συμβάσεις δεν τελούν σε αναστολή.

Συγκεκριμένα, στον ανά εβδομάδα προγραμματισμό του προσωπικού ασφαλούς λειτουργίας της επιχείρησης – εργοδότη πρέπει να εντάσσεται τουλάχιστον το 50% του προσωπικού της επιχείρησης του οποίου οι συμβάσεις εργασίας δεν τελούν σε αναστολή, δηλαδή των εργαζομένων των οποίων οι συμβάσεις εργασίας είτε δεν είχαν τεθεί ποτέ σε αναστολή, είτε έχει λήξει η αναστολή, είτε αυτή έχει οριστικά ανακληθεί και αυτοί έχουν επιστρέψει στις θέσεις εργασίας τους.

Ευνόητο είναι ότι, εφόσον η επιχείρηση-εργοδότης δεν έχει κάνει χρήση του μέτρου της αναστολής ή της παράτασης αναστολής συμβάσεων εργασίας μέρους του προσωπικού του, το 50% υπολογίζεται επί του συνόλου των εργαζομένων της επιχείρησής του.

Επιπλέον για τη χρήση του ανωτέρω συστήματος ο εργοδότης θα πρέπει να προγραμματίζει ανά εβδομάδα το προσωπικό ασφαλούς λειτουργίας της επιχείρησής του, ενημερώνοντας σχετικά τους εργαζόμενους που υπάγονται σ’ αυτό.

Επισημαίνεται, ότι οι επιχειρήσεις – εργοδότες που κάνουν χρήση της ρύθμισης για «Λειτουργία επιχειρήσεων με προσωπικό ασφαλούς λειτουργίας», υποχρεούνται, για όσο χρόνο κάνουν χρήση του μέτρου να διατηρήσουν, τον ίδιο αριθμό θέσεων εργασίας, δηλαδή τους ίδιους εργαζόμενους και με τους ίδιους όρους εργασίας, που σημαίνει ότι για τους εργοδότες που κάνουν χρήση της ρύθμισης αυτής, απαγορεύεται ρητά να προβούν σε καταγγελία των συμβάσεων εργασίας για το σύνολο του προσωπικού τους και, σε περίπτωση πραγματοποίησής της, αυτή είναι άκυρη. Από τη ρύθμιση αυτή εξαιρείται η λύση σύμβασης εργασίας με οικειοθελή αποχώρηση, η λύση σύμβασης εργασίας ένεκα συνταξιοδότησης και η λήξη σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου.

Υποχρέωση χορήγησης κανονικής άδειας δύο συνεχόμενων εβδομάδων στους μισθωτούς, σε συνδυασμό με την άδεια ειδικού σκοπού

Από το σύνολο των γενικών διατάξεων προκύπτει ότι η ετήσια κανονική άδεια πρέπει να χορηγείται αυτούσια στον εργαζόμενο, ενώ, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του Α.Ν. 539/1945, όπως ισχύει, η χρονική περίοδος χορήγησης της αδείας συμφωνείται μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού, με τον εργοδότη, σε κάθε περίπτωση να είναι υποχρεωμένος να χορηγήσει την αιτηθείσα άδεια το πολύ εντός διμήνου από την διατύπωση της σχετικής αίτησης από τον εργαζόμενο.

Όσον αφορά στην κατάτμηση της ετήσιας κανονικής άδειας, η νομοθεσία παρέχει δύο δυνατότητες: ι) την κατ` εξαίρεση κατάτμησή της σε δύο περιόδους εντός του ίδιου ημερολογιακού έτους με απόφαση του εργοδότη, εξαιτίας ιδιαίτερα σοβαρής ή επείγουσας ανάγκης της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και ιι) την κατάτμησή της, με απόφαση του εργαζόμενου μετά από έγγραφη αίτησή του, προς τον εργοδότη, σε περισσότερες των δύο περιόδων από τις οποίες η μία πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον δώδεκα (12) εργάσιμες ημέρες επί εξαημέρου και δέκα (10) εργάσιμες ημέρες, επί πενθημέρου, ή προκειμένου περί ανηλίκων δώδεκα (12) εργάσιμες ημέρες.

Εξάλλου, στα πλαίσια των έκτακτων και προσωρινών μέτρων για την αντιμετώπιση των αρνητικών συνεπειών του κορονοϊού COVID-19 και την ανάγκη περιορισμού της διάδοσής του, δόθηκε η δυνατότητα σε γονείς εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα, για τη φροντίδα των παιδιών τους κατά το διάστημα που οι μονάδες/δομές παροχής φροντίδας ή εκπαίδευσης παραμένουν κλειστές, να λάβουν άδεια ειδικού σκοπού διάρκειας κατ’ ελάχιστον τριών (3) ημερών, υπό την προϋπόθεση ότι, για κάθε τρεις (3) ημέρες της άδειας ειδικού σκοπού, κάνουν χρήση και μιας (1) ημέρας από την κανονική τους άδεια, η οποία αφαιρείται από τη συνολικά δικαιούμενη κανονική άδεια για το έτος 2020.

Η δυνατότητα που δόθηκε

Παράλληλα, εδόθη η δυνατότητα το σχήμα αυτό να επαναλαμβάνεται κυκλικά για όσο διάστημα χρειαστεί μέχρι τη λήξη του έκτακτου και προσωρινού αυτού μέτρου, και πάντα κατ’ αναλογία με το δικαίωμα λήψης κανονικής άδειας [αρ. 4, παρ. 3 της από 11/03/2020 ΠΝΠ (Α΄55), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει σε συνδυασμό με την αριθμ. οικ.12339/404/12-03-2020 εγκύκλιο

Ενόψει των ανωτέρω διευκρινίζεται ότι οι διατάξεις περί ετήσιας κανονικής άδειας και κατάτμησης αυτής, εξακολουθούν να ισχύουν στο ακέραιο και στις παρούσες έκτακτες και προσωρινές συνθήκες. Ιδιαίτερα δε, όσον αφορά σε εργαζόμενους γονείς που έχουν κάνει χρήση άδειας ειδικού σκοπού (και συνεπώς εμπίπτουν στην κατηγορία εκείνη των εργαζομένων που έχουν προβεί σε κατάτμηση του χρόνου αδείας τους σε περισσότερες των δύο περιόδων, κατά τα οριζόμενα στις προαναφερθείσες διατάξεις περί κατάτμησης του χρόνου αδείας), και θέλουν να κάνουν χρήση ετήσιας κανονικής άδειας, μπορούν να το κάνουν εφόσον πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις λήψης ετήσιας κανονικής άδειας και τηρούν τη νομίμως προβλεπόμενη διαδικασία.

Ευνόητο είναι ότι και στην περίπτωση αυτή, η μία εκ των περιόδων κατάτμησης πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον δώδεκα (12) εργάσιμες ημέρες επί εξαημέρου εβδομαδιαίας εργασίας και δέκα (10) εργάσιμες ημέρες, επί πενθημέρου, ή προκειμένου περί ανηλίκων δώδεκα (12) εργασίμων ημερών, εκτός εάν οι υπολειπόμενες ημέρες αδείας των εν λόγω εργαζομένων δεν επαρκούν για την εκπλήρωση αυτής της υποχρέωσης.

 

Πώς… βλέπει η εστίαση τα νέα μέτρα στήριξης;

κορονοϊός εστίαση Παπαθανάσης

Η μείωση του ΦΠΑ στον καφέ και τα μη αλκοολούχα ποτά αποτελούσε πάγιο αίτημα των ιδιοκτητών του κλάδου, ωστόσο ο πρόεδρος της ΠΟΕΣΕ κάνει λόγο για «ημιτελές μέτρο» στην εστίαση.

Στην τελική ευθεία για την επαναλειτουργία τους την προσεχή Δευτέρα, βρίσκονται καφετέριες και εστιατόρια μετά και τις ανακοινώσεις της κυβέρνησης την Τετάρτη σχετικά με τα νέα μέτρα στήριξης για την εστίαση.

Η μείωση του ΦΠΑ στον καφέ και τα μη αλκοολούχα ποτά αποτελούσε πάγιο αίτημα των ιδιοκτητών του κλάδου, ωστόσο ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εστιατορικών και Συναφών Επαγγελμάτων Γιώργο Καββαθάς κάνει λόγο για «ημιτελές μέτρο».

«Θα λειτουργήσει περίπου σαν «χάπι» αφού είναι μόνο 5μηνης διάρκειας την ίδια στιγμή που ο κλάδος έχει χάσει το 1/4 του κύκλου εργασιών του. Εμείς ζητούσαμε 6% για ολόκληρο τον κλάδο της εστίασης γιατί με το μέτρο αυτό στηρίζονται μόνο οι καφετέριες λόγω του καφέ και όχι τα εστιατόρια» τονίζει στο insider.gr o κ. Καββαθάς.

Από την πλευρά του o Γενικός Διευθυντής της Ελληνικής Ένωσης Επιχειρήσεων Οργανωμένης Έστίασης (ΕΠ.Ο.ΕΣ), Γιάννης Λιάρος, σημειώνει στο insider.gr ότι η μείωση του ΦΠΑ στο 13% «δεν αποτελεί εξαιρετική παραχώρηση και πρόκειται ουσιαστικά για αποκατάσταση μιας στρέβλωσης που υπήρχε».

Ο ίδιος εκτιμά ότι χάνεται μία ευκαιρία να αποδειχθεί στην πράξη ότι με μία πιο γενναία μείωση το δημοσιονομικό κόστος δεν θα ήταν τελικά τόσο μεγάλο ενώ παράλληλα θα ήταν και προς όφελος των καταναλωτών.

Παράλληλα σημειώνει ότι είναι θετικό το γεγονός ότι συνεχίζεται η δυνατότητα αναστολής σύμβασης εργασίας, σε ποσοστό έως 100%, των εργαζομένων του κλάδου.

Το ζήτημα των ενοικίων και η εστίαση

Τα ενοίκια και η παράταση της δυνατότητας μείωσης ήταν ακόμη ένα αίτημα των επιχειρηματιών που δραστηριοποιούνται στην εστίαση.

Ο κ. Λιάρος επισημαίνει ότι κατά την εξειδίκευση των μέτρων, ανακοινώθηκε ότι η δυνατότητα μείωσης ενοικίου κατά 40%, επεκτάθηκε μεν τον μήνα Ιούνιο και για τις επιχειρήσεις της εστίασης μαζί με εκείνες του τουρισμού, των μεταφορών, του πολιτισμού και του αθλητισμού, ωστόσο για τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, δεν περιλαμβάνεται η εστίαση.

«Θέλουμε να δούμε γιατί ενώ θεωρούνται πληττόμενες οι επιχειρήσεις του κλάδου, εξαιρούνται για τους επόμενους μήνες» τονίζει.

Σύμφωνα με τον κ. Λιάρο τα καταστήματα είναι απόλυτα έτοιμα όσων αφορά στην τήρηση των μέτρων προστασίας για την επαναλειτουργία τους, ενώ η ΕΠ.Ο.ΕΣ σε συνεργασία με τον ΕΦΕΤ εξέδωσαν τον «Οδηγό Επανεκκίνησης για τη Μαζική Εστίαση» για το προσωπικό, τους πελάτες και τις υπηρεσίες delivery ενόψει του ανοίγματος τη Δευτέρα.

Επαναλαμβάνει ωστόσο ότι είναι απαραίτητο να καθοριστεί ακριβώς το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας ώστε την επόμενη μέρα να μη δημιουργηθούν προβλήματα.

 

Ανύπαρκτοι οι έλεγχοι από το ΣΕΠΕ

Σε συνθήκες γενικευμένης κρίσης, οικονομικής, υγειονομικής και εντέλει ανθρωπιστικής, όπως αυτή που ζούμε τώρα, η προστασία των πιο αδύναμων της κοινωνίας (πρέπει να) είναι ο βασικός άξονας των κυβερνητικών πολιτικών. Και σε αυτό όμως η Ελλάδα της «γαλάζιας» διακυβέρνησης αποτελεί εξαίρεση.

Πόσο συμπτωματικό μπορεί να είναι ότι η κυβέρνηση του «επιτελικού κράτους» πολιτεύεται ακολουθώντας με εντυπωσιακή συνέπεια τις ρήσεις του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε καθώς – έστω κι αν δεν το ομολογεί– ακολουθεί τη γραμμή του «δεν είναι απόλυτο ότι όλα υποχωρούν μπροστά στην προστασία της ανθρώπινης ζωής».

Διότι «προστασία της ανθρώπινης ζωής» είναι τα μέτρα αντιμετώπισης της πανδημίας αλλά και, ταυτόχρονα, ως η άλλη όψη του ιδίου νομίσματος κοινωνικής πολιτικής, η παροχή της δυνατότητας επιβίωσης σε όλους.

Αυτό –θεωρητικά βέβαια– σημαίνει διαμόρφωση κανόνων για την προστασία του εισοδήματος αλλά και των δικαιωμάτων της εργασίας, κάτι που όμως προσκρούει στις κυβερνητικές ιδεοληψίες. Διότι θα μπορούσε να υπάρξει επιδότηση της εργασίας αλλά η συγκεκριμένη κυβέρνηση – και όχι γενικά όσες χώρες έχουν αυτό το (καπιταλιστικό) σύστημα– το αποφεύγει επιμελέστατα.

Θα μπορούσε επίσης να υπάρχουν συστηματικοί έλεγχοι για το αν η αναστολή εργασίας των υπαλλήλων της μιας ή της άλλης εταιρείας είναι πραγματική ή πλασματική, αλλά και για τα ωράρια και τις συνθήκες εργασίας. Αλλά αυτό θα σήμαινε συγκεκριμένο σχέδιο για την επόμενη ημέρα, δεσμεύσεις και διάθεση για σύγκρουση με συμφέροντα, τα οποία όμως η κυβέρνηση Μητσοτάκη θεωρεί «φιλικά» και δεν έχει διάθεση να τους ζητήσει να συμβάλουν στο ξεπέρασμα της κρίσης. Ετσι οι πρωθυπουργικές δεσμεύσεις στη σύσκεψη με τη ΓΣΕΕ, τη ΓΣΕΒΕΕ και άλλους κοινωνικούς φορείς ότι «οι έλεγχοι του ΣΕΠΕ θα ενταθούν περισσότερο το επόμενο διάστημα, ώστε να διασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή των νέων κανόνων που έχει θέσει το υπουργείο Εργασίας διά των οδηγιών προς τις επιχειρήσεις» μένουν μετέωρες και αποκαλύπτονται προσχηματικές.

Γιατί πώς μπορούν να ενταθούν πραγματικά οι έλεγχοι όταν ο αρμόδιος υπουργός Γ. Βρούτσης έχει ήδη από τον Απρίλιο δηλώσει ότι νομοθετεί «σε συνθήκες απόλυτης κρίσης και εάν αυτήν τη στιγμή βάλουμε τις επιχειρήσεις σε μια λογική κανονικότητας ωραρίου, θα τινάξουμε τα πάντα στον αέρα». Με αυτήν τη δήλωση, που ποτέ δεν την πήρε πίσω και ποτέ δεν «διορθώθηκε» έστω για τις εντυπώσεις, τέθηκε το αρχικό πλαίσιο των… μη ελέγχων. Με την «παρότρυνση» προς τις επιχειρήσεις να κινηθούν προς τη μετατροπή των θέσεων πλήρους εργασίας σε μορφές περιορισμένης «απασχόλησης» ώστε να μπορούν να εισπράξουν αντίστοιχα ευρωκονδύλια, ο μη έλεγχος γενικεύεται και γίνεται ο βασικός κανόνας του «επιτελικού» συστήματος.

Ετσι οι καταγγελίες των διάφορων σωματείων και εργατικών κέντρων για ένταση των ελέγχων από το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας δεν εισακούγονται, καθώς όπως κατήγγειλε ο πρώην γενικός γραμματέας του υπουργείου Εργασίας Ανδρέας Νεφελούδης: «Με προφορική εντολή του υπουργείου προς το ΣΕΠΕ δεν γίνονται έλεγχοι κατά τη διάρκεια της πανδημίας».

Ετσι το μόνο που μένει είναι τα φιλικά προς την κυβέρνηση ΜΜΕ, όπως αυτά του Μαρινάκη, που διατείνονται (in.gr 11/5/2020) ότι «ένας από τους κύριους άξονες της κυβερνητικής πολιτικής από τα πρώτα στάδια της πανδημίας ήταν η διατήρηση θέσεων εργασίας», χωρίς να αναφέρονται σε έστω ένα μέτρο προς αυτή την κατεύθυνση.

Αντίθετα, οι αναφορές που κάνουν στην αποτυχημένη προσπάθειά τους να εξωραΐσουν την κυβερνητική εικόνα καταλήγουν σε διατυπώσεις του είδους «στο πλαίσιο αυτό, η κυβέρνηση έχει δώσει ως γενική κατεύθυνση τη χρήση τηλεργασίας για έως 70% των υπαλλήλων σε επιχειρήσεις που μπορούν να λειτουργήσουν κατ’ αυτόν τον τρόπο […] και έχει επιτρέψει μερική αναστολή εργασίας, για έως το 60% του προσωπικού, ώστε να δοθεί περιθώριο χρόνου στις επιχειρήσεις που χρειάζεται να ορθοποδήσουν μετά από εβδομάδες απραξίας», ρυθμίσεις που δεν διατηρούν τις θέσεις εργασίας ή τις διατηρούν σε εντελώς διαφορετικό και δυσμενέστερο για τους εργαζόμενους πλαίσιο.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*