Μίνα Αδαμάκη: Η συνέντευξη ζωής μιας μεγάλης κωμικής ηθοποιού που ήθελε να παίζει δράμα

Από το Θέατρο Τέχνης στο Λονδίνο των αρχών του ’70 κι από την Ελεύθερη Σκηνή στις τηλεοπτικές «Τρεις Χάριτες» και στην πανελλήνια καθιέρωση. Η Μίνα Αδαμάκη έχει χιούμορ, έναν εξαιρετικό δημόσιο λόγο και, σίγουρα, πολλά να θυμάται για να αφηγείται.

Η Μίνα Αδαμάκη μας υποδέχτηκε με τη φωτογράφο μας στο σπίτι της, στο Παγκράτι, σε ένα γουστόζικο διαμέρισμα με την αύρα του κλασικού. Σύντομα ο ηλικιωμένος γάτος της, ο Μπουμπού, έκανε την εμφάνιση του, αποζητώντας ως κοινωνικό ζωάκι τα χάδια μας. Η ίδια ήταν εξαιρετικά ευγενής και φιλόξενη. Σου έδινε την αίσθηση ότι ήταν εκεί ακριβώς για το σκοπό της συνάντησης μας, για μία συνέντευξη δηλαδή, στην οποία επρόκειτο να χαριστεί κυριολεκτικά – αυτή είναι και η ιδανική συνθήκη για κάθε interviewer.

Καθίσαμε στον καναπέ του σαλονιού της, αφού προηγουμένως είχε φροντίσει όλες τις λεπτομέρειες για τον πιο κατάλληλο φωτισμό του χώρου. Δεν θα ξεχάσω, ωστόσο, όταν σε μία στιγμή, που κατέγραψα μεσ’ στη συνέντευξη, σηκώθηκε και άναψε μικρά πολύφωτα. Είχε τέτοια ροή και ζωντάνια η κουβέντα μας, που δεν πήραμε χαμπάρι ότι το φως είχε φύγει και σε λίγο δεν θα βλέπαμε ο ένας τον άλλον!

Της εξήγησα εξ αρχής ότι δεν είχα διαβάσει καμία απ’ τις προηγούμενες συνεντεύξεις της, οι οποίες αιωρούνται στο διαδίκτυο – όχι πολλές, η αλήθεια είναι. Προτίμησα να πιάσουμε το νήμα απ’ την αρχή, έτσι όπως εγώ τη μελέτησα, παρακολουθώντας την μία εικοσαετία σε θέατρο, κινηματογράφο και τηλεόραση. Κάτι καλό καταφέραμε, πιστεύω.

Ακολουθεί, λοιπόν, η συνέντευξη – life story της δημοφιλούς ηθοποιού, σκηνοθέτιδας και μεταφράστριας Μίνας Αδαμάκη, που το όνειρο της ήταν το δράμα, αλλά η ζωή και η τέχνη την ώθησαν τελικά στην κωμωδία, ευτυχώς με αξιοθαύμαστα αποτελέσματα. Και μέσα σ’ όλα, η συζήτηση πήρε μια ψυχαναλυτική τροπή, σαν να ήμασταν αμφότεροι από καιρό έτοιμοι για έναν εκ βαθέων ελεύθερο διάλογο.

Φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου

Σας παρακολουθούσα πριν να είστε σχεδόν αμήχανη μπροστά στο φακό της φωτογράφου μας.

Δεν μου πάει το στήσιμο γενικά στη ζωή μου, είναι ψεύτικο.

Και πως μπορέσατε να περιοριστείτε μέσα στα πλάνα της τηλεόρασης ή του σινεμά;

Βρήκα τον τρόπο και ούτε και που ξέρω ποιος είναι αυτός. Περνάει μια στιγμή αμηχανίας όπως όταν είσαι σε πρεμιέρα κι έχεις κάνει πρόβες κι είσαι έτοιμος, αλλά νιώθεις το πάγωμα της πρώτης έκθεσης στον κόσμο.

Και τι σχέση μπορεί νά’χει το στρες μιας πρεμιέρας μ’ αυτό ενός φωτογραφικού κλικ;

Η φωτογραφία είναι στατική, παγώνει. Αυτό είναι και τελείωσε. Στο «ζωντανό», είτε στην τηλεόραση, είτε στο σινεμά, που μας «παίρνουν» ενόσω παίζουμε, κάποια στιγμή μπορεί να μην είσαι καλός, αλλά το πράγμα ρέει όμως και τελικά μένει το σύνολο. Εκεί δεν έχω καμία ανασφάλεια, κανένα μούδιασμα.

Συζητούσα με έναν φίλο μου χθες βράδυ, που σας συμπαθεί πολύ, ο οποίος μου έλεγε πως αυτή η γυναίκα παίζει σαν να είναι μόνη και να μην υπάρχουν άλλοι γύρω της…Τι να εννοούσε;

Ότι τους εξαφανίζω! (γελάει δυνατά) Πλάκα κάνω…Επειδή μου το’χουν πει κι άλλοι κι ίσως δεν είναι καλό να το λέω εγώ τώρα, έχω την αίσθηση πως με παρακολουθεί ο άλλος όλη την ώρα που κινούμαι στη σκηνή κυρίως. Ακόμη κι όταν δεν μιλάω, αφού συνήθως ο θεατής παρακολουθεί μία δράση…

Τη ροή του έργου.

Ελπίζουμε, ναι (γέλια). Αν δεν έχει κοιμηθεί, τι να πω…Ειδικά κάποιους καημένους άντρες, που τους έσερναν οι γυναίκες τους, τους έχω δει να κοιμούνται ακόμα και σε τεράστιες επιτυχίες!

Κι εκεί τι κάνετε;

Αυτό συνέβαινε στην Ελεύθερη Σκηνή, όταν παίζαμε – αν θυμάστε – μία μεγάλη επιτυχία, «Το Σώσε». Ακόμη κι αν δεν καταλάβαιναν, λόγω της γρήγορης εναλλαγής καταστάσεων και προσώπων, γελούσαν τόσο που φώναζαν από κάτω: «Φτάνει»! Τίγκα ο κόσμος, εν τω μεταξύ, αλλά στην πρώτη σειρά ήταν ένας τύπος, προφανώς κουρασμένος και δεν τό’ξερε. Είπαμε, έχουμε κατανόηση, αλλά όχι κι έτσι…Εμείς να παίζουμε, οι άλλοι να γελάνε κι αυτός να ροχαλίζει. Κοιταζόμαστε εμείς μεταξύ μας, φυσικά και το βρήκαμε αστείο, αλλά σε κάποια στιγμή πάμε από πάνω του και χτυπάμε ένα δυνατό παλαμάκι. Πεταγόταν αυτός! Πολύ γέλιο…

Εγώ, πάντως, σκέφτηκα πως το σχόλιο του φίλου είχε να κάνει με μία αυταρέσκεια – ένα στοιχείο που δεν νομίζω να σας χαρακτηρίζει.

Αυταρέσκεια δεν έχω! Και στη σκηνή καμία! Απλά μπαίνω μέσα σε κάτι και «φεύγω», ξεχνιέμαι. Ακόμα και η πλάκα που γίνεται όταν παίζεις κωμωδία, είναι κάτι εντελώς «ζωντανό» και καθόλου στατικό.

Ακολουθείτε μία συγκεκριμένη μέθοδο υποκριτικής;

Τι να σας πω, ακόμα δεν έχω βγάλει βιβλίο…

Δεν το εννοείτε, φαντάζομαι, όπως έβγαλε η Τζέιν Φόντα βιντεοκασέτες με αερόμπικ.

(γελάει) Πλάκα κάνω, αφήστε με, αυτά είναι αυτοσαρκασμοί δικοί μου…Κοιτάξτε, στον Κουν έμαθα την υποκριτική, όταν δουλεύαμε πολύ αυτό που λέμε κατάσταση. Ξέρετε, σε ποια κατάσταση βρίσκεται ο ήρωας κλπ. Κινούμασταν δηλαδή με έναν εσωτερικό τρόπο. Χονδρικά, για όσους ξέρουν, το σύστημα ήταν Στανισλάφσκι, που λειτουργούσε πολύ τότε κι ακόμη λειτουργεί ευρέως στην Ελλάδα τουλάχιστον. Μετά ο καθένας βάζει ότι δικό του μπορεί, την προσωπικότητα του φυσικά, όπως πρέπει. Η υποκριτική είναι εμπλοκή προσωπική, αλλιώς δεν έχει κανένα νόημα, γίνεται ναρκισσισμός.

Τη δεκαετία του 1950 ήσασταν μικρή παιδούλα. Θα ήθελα να μου μεταφέρετε μία εικόνα αντιπροσωπευτική για την Ελλάδα του τότε.

Με πληγώνετε τώρα…(γελάει) Έχω μια γενικότερη αίσθηση μιας φτώχειας, που εμείς δεν την καταλαβαίναμε ακριβώς, γιατί φτωχοί δεν ήμασταν, αλλά ούτε και τίποτα φοβερά πλούσιοι. Μια μέση αστική οικογένεια, θα έλεγα. Θα σας απαντούσα με κάτι που μάλλον προέρχεται απ’ τις φωτογραφίες που βλέπω πια απ’ το ’50: Υπήρχε μια αίσθηση τρυφερότητας.

Πως η τρυφερότητα αποτυπώνεται σε μια παλιά φωτογραφία; Το άγγιγμα της μάνας, ας πούμε;

Όχι, δεν μιλάω για εικονογράφηση, μιλάω για αίσθηση. Κάτι που αποτυπώνει ο φακός της μηχανής και ο φακός δεν λέει ποτέ ψέματα. Αποτυπώνει τα πάντα και γι’ αυτό έχεις κι ένα φόβο ότι θα σου βγάλει πράγματα, όπως γίνεται στην τηλεόραση ή στον κινηματογράφο. Και να ξέρετε ότι ο φακός το άδειο το αποτυπώνει εξαιρετικά.

Έχω γνωρίσει ανθρώπους νεότερους, που ποιητική αδεία ενδεχομένως θεωρούν πως όλα στην Ελλάδα του ’40 και του ’50 ήταν ασπρόμαυρα, τα πρόσωπα, τα τοπία, τα αντικείμενα.

Το βρίσκω λογικό, γιατί όλα τα ντοκουμέντα απ’ τις εποχές αυτές είναι ασπρόμαυρα. Για μένα, όμως, το ασπρόμαυρο έχει μια φοβερή ποιότητα.

Δεν σας εντυπωσιάζει περισσότερο αυτή η εμπλοκή της φαντασίας με την ιστορική αλήθεια;

Ακριβώς, αλλά εκεί σε πάει το ασπρόμαυρο με την τέλεια αίσθηση του. Ενώ μια έγχρωμη φωτογραφία, ας πούμε, μπορεί να σε προδώσει και κάτι να το κάνει πολύ φτηνό.

Κυρία Αδαμάκη, έχετε σκεφτεί ποτέ μήπως αντιμετωπίσατε πολύ ιδιωτικά την τέχνη σας; Σαν, π.χ., να αδιαφορούσατε για την αλήθεια των πραγμάτων.

Καμία αίσθηση δεν είχα και πήγα κατευθείαν εκεί που μου έλεγε η καρδιά μου. Η αλήθεια των πραγμάτων μου έλεγε να πάω στο θέατρο κρυφά απ’ το σπίτι μου. Ο Βόλος ήταν θεατρική πιάτσα ανέκαθεν κι έρχονταν πολλοί θίασοι. Ο πατέρας μου πήγαινε συνέχεια στον Λογοθετίδη κι όταν ερχόταν στην Αθήνα, πάλι τον Λογοθετίδη έβλεπε. Ήταν ο αγαπημένος του. Ευτυχώς είχε γούστο! Θυμάμαι που ήμουν γύρω στα 13 – 14 και μαζί με την αδερφή μου – αρκετά μεγαλύτερη από μένα – κι ένα φίλο της, πήγαμε σε μία παράσταση του Κουν. Ο Κουν ερχόταν κάθε καλοκαίρι στο Βόλο. Είχα ακούσει ότι στον Κουν δουλεύουν όλοι μαζί και μου άρεσε, είχα αρχίσει να φτιάχνω το μύθο μου. Ήμουν κι ένα παιδί με τα διαβάσματα μου απ’ τα 12 μου, όλη τη λογοτεχνία, ελληνική και ξένη, ποίηση…

Διαβάσματα από μόνη σας;

Από κάποιον θα’χα πάρει κάποιο ερέθισμα. Φαντάζομαι από έναν φίλο της αδερφής μου, που ήταν ποιητής. Υπήρχαν πολλοί ποιητές, αφού ο Βόλος ήταν μια προηγμένη αστική κοινωνία.

Θυμάστε ποια παράσταση του Κουν είδατε;

Βέβαια. Ήταν μονόπρακτα του Τσέχοφ, τα γνωστά, η «Επέτειος», η «Αίτηση σε γάμο», η «Αρκούδα» συν ένα του Τένεσι Ουίλιαμς, το «Πάνω στις ράγες». Κοιτάξτε τώρα ειρωνεία! Επρόκειτο για κωμωδίες, εκτός απ’ του Τένεσι Ουίλιαμς που είχε αυτή την ατμόσφαιρα δράματος. Εγώ είχα τρελαθεί! Γελούσα με την ψυχή μου, πήγα σπίτι μου και έκανα πρόβες μόνη μου, τους υποδυόμουν όλους. Ήταν όπως τα καλοκαίρια έβγαζαν έξω καρέκλες τα ζαχαροπλαστεία και πηγαίναμε με τους δικούς μου. Υπήρχε και μια μικρή ορχήστρα με μια τραγουδίστρια. Μια μέρα με έχασαν οι δικοί μου – μωρό ήμουν με ένα φιόγκο να! – και ξαφνικά ακούν να λένε: «Ποιανού είναι αυτό το παιδάκι;», όπου με βλέπουν στη μέση της ορχήστρας!

Ξέρετε πόσοι μου έχουν μιλήσει για το τραγουδιστικό σας ταλέντο; Εκεί που διέπρεψε η αδερφή σας, η οποία είναι μία εξαιρετική σοπράνο.

Τώρα πια δεν έχω, αλλά η αλήθεια είναι πως είχα φωνή. Απλά εγώ δεν την καλλιέργησα. Κακώς, γιατί η αδερφή μου με κυνηγούσε. Είχαμε κι ένα πιάνο στο σπίτι, αλλά εγώ βαριόμουν. Την αγαπώ τρελά τη μουσική και μέχρι τα 25 μου δεν άκουγα τίποτα άλλο εκτός από κλασική μουσική, παρόλο που είχαν βγει οι Beatles κλπ. Εμένα δεν μ’ ενδιέφεραν, αργότερα τα έμαθα αυτά και μου άρεσαν, όπως και τα δικά μας τα ρεμπέτικα.

Ήθελε η αδερφή σας να ακολουθήσετε το δρόμο της, δεν είχατε ανταγωνισμούς.

Ήθελε να μου κάνει μάθημα σολφέζ, αλλά εγώ το άκουγα απ’ το διπλανό δωμάτιο και έκοβα φλέβες. Νόμιζε ότι θα βγω εγώ και θα παίξω, αλλά η αλήθεια είναι ότι θα’θελα να ξέρω κάποιο όργανο.

Μπορεί να ήθελε μία μουσικό να τη συνοδεύει.

Όχι, αυτό δεν θα το κάναμε, αλλά οτιδήποτε εν πάση περιπτώσει…Απ’ τη στιγμή, όμως, που μπήκα στη δραματική σχολή, δεν μπορούσα ν’ ασχοληθώ με τίποτα άλλο.

Λόγω χρόνου ή λόγω δοσίματος;

Και τα δύο! Αγαπούσα τρελά τη μουσική, αλλά ήθελα μ’ ένα μαγικό τρόπο να δίνω όλη μου την αφοσίωση στο θέατρο. Η μουσική είναι πάρα πολύ απαιτητική, θέλει τρομερή πειθαρχία.

Το ίδιο και το θέατρο.

Και το θέατρο, ναι, γι’ αυτό κι εγώ τα’δωσα όλα στον Κουν. Εκεί έκανα το στρατιωτικό μου.

Ίσως η μουσική είναι μια πιο μοναχική τέχνη.

Όχι περισσότερο μοναχική απ’ το θέατρο. Κι εμείς μόνοι μας μελετάμε τους ρόλους στο σπίτι μας.

Φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου

Πάμε να συνεχίσουμε την ιστορία που πρωτοείδατε παράσταση του Κουν στο Βόλο.

Ήταν σαν να μου άνοιξαν πόρτες, παράθυρα, όλα μαζί. Είπα ότι αυτό μ’ αρέσει κι αυτό θα κάνω! Μετά από δύο χρόνια περίπου, είχα την αφέλεια και το ανακοίνωσα στους γονείς μου! Όπως καταλαβαίνετε, έγινε της τρελής! Η μητέρα μου, παρόλο που ήθελε να μάθει πιάνο και ο θείος μου, ο αδερφός της, της είχε πει «No, no, no», δεν επίτρεψε και σε μένα να σπουδάσω θέατρο. Ήταν διαφορετικά απ’ την αδερφή μου, που δε βρήκε αντίσταση, λόγω πιάνου, κλασικής μουσικής κλπ. Το θέατρο ήταν εξώλης και προώλης, κρύβε «πουτάνες».

Επαναστατήσατε;

Με τον τρόπο μου. Μπήκα στη Νομική, γιατί πριν πάω στο θέατρο είχα δηλώσει πως μ’ ενδιαφέρει η Νομική με μια κάλυψη τάχα μου πνευματική, ότι θα αγωνίζομαι για το δίκαιο – σιγά τώρα…Αυτό ήξερα τότε κι αυτό μου’κανε κάτι πριν μπλεχτώ με το θέατρο.

Για το δίκαιο δεν αγωνίζεστε και στο θέατρο;

Πιστεύω ότι περνάς κι εκεί κάποια πράγματα, ισχύει. Στους γονείς μου είπα ότι ήθελα να γίνω και αρχαιολόγος και μάλιστα ξεκίνησα γερμανικά, αφού οι καλύτερες σχολές ήταν γερμανικές υποτίθεται. Τα παράτησα με το θέατρο όλα αυτά, αν και για ένα χρόνο πήγα. Κάποια στιγμή έκανα του πατέρα μου μία συζήτηση, που δεν ήταν καθόλου του τύπου μου. Μία συζήτηση εντελώς εμπορική συμφωνία. Του είπα «Κοιτάξτε, πατερούλη» – έτσι μιλάγαμε τότε…Πατερούλης και μανούλα στον πληθυντικό! Έφτασα 30 χρονών να τους μιλήσω στον ενικό. Πήγα στην Αγγλία, γύρισα κι εκεί αποφάσισα να τ’ αλλάξω αυτό.

Λίγο βαρύ δεν ήταν αυτό, να μιλάς στον πληθυντικό στους γονείς σου;

Το’χαμε μάθει πια. «Κοιτάξτε πατερούλη» του είπα, «εγώ θα σπουδάσω Νομική και δεν θα’θελα να σας επιβαρύνω οικονομικά». Οι γονείς μας είχαν τρελάνει ότι τη σεβαστή περιουσία που κάνανε, την κάνανε για μας. Εντάξει, αλήθεια ήτανε. Του είπα, λοιπόν, του πατέρα μου ότι αντί να μου δώσουν το μερίδιο μου σε προίκα, που σιγά μην παντρευόμουν, να μου τα έδιναν ως επένδυση για τις σπουδές μου κι εγώ μετά θα δουλεύω και θα’χω τα δικά μου χρήματα.

Ήταν μια αθώα σκέψη.

Αθώα και ειλικρινέστατη, αλλά έπιασε! Του μίλησα στη γλώσσα του τού πατέρα μου, δεν είχα προετοιμάσει τίποτα!

Κατά το «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα»…

Όχι, όχι, καμία τέτοια σκέψη. Ήταν η αλήθεια, αφού έτσι θα γινόταν, εξαιρουμένου του ότι εγώ θα πήγαινα και στο θέατρο, που το αποσιώπησα. Ο σκοπός μου ήταν να κατέβω στην Αθήνα, γιατί στο Βόλο τι να έκανα; Υποτίθεται ότι για το θέατρο δεν θα τους ξαναμιλούσα, γιατί μου είπαν: «Δεν θα μας ξαναδείς»! Φοβήθηκα λίγο μ’ αυτό, γιατί δεν ήμουν ένα παιδί από νωρίς στην πιάτσα, που λένε. Ήμουν προστατευμένη. Ο πατέρας μου είπε εντάξει για τη Νομική και έδωσα εξετάσεις. Μέχρι τότε δεν είχα ιδέα από φροντιστήριο, αλλά μαζί με άλλες τρεις φίλες μου, που θα δίναμε μαζί εξετάσεις, ήρθαμε στην Αθήνα και πιάσαμε ένα σπίτι. Εγώ έκανα κλασικές σπουδές ίσαμε τότε, αρχαία ελληνικά, λατινικά, ιστορία, έκθεση κλπ. Έδωσα εξετάσεις κι έτρεμε το φυλλοκάρδι μου μέχρι να βγουν τα αποτελέσματα. Εάν δεν πέρναγα, θα γύρναγα στο Βόλο, αυτό ήταν το θέμα μου! Δεν φαντάζεστε τι ένταση είχα… Ανέβαινα απ’ το Βόλο στη Μακρινίτσα, που είχαμε σπίτι, με τα πόδια και κατέβαινα πάλι. Μια μέρα έβρεχε πολύ, φόραγα ένα παλτό- θυμάμαι- κι είχα γίνει μούσκεμα. Πως δεν έπαθα καμιά πνευμονία! Τέλος πάντων, βγήκαν τα αποτελέσματα και πέρασα. Είχα δώσει για Νομική και για τη σχολή της Παντείου. Πέρασα και στα δύο και με καλή σειρά. Ο πατέρας μου τρελάθηκε, του έδιναν όλοι συγχαρητήρια για τη Μπουμπού – εγώ ήμουν η Μπουμπού.

Και με τις θεατρικές σπουδές τι κάνατε;

Ο Κουν έπαιρνε και τους μαθητές στις παραστάσεις του, όταν χρειαζόταν πολύ κόσμο. Είχα το φόβο μη με δει κάποιος απ’ τους Βολιώτες, που ερχόντουσαν στην Αθήνα και πήγαιναν στο Θέατρο Τέχνης. Είχα πει στον Κουν, στον Λαζάνη, σε όλους τους ταξιθέτες, ακόμη και στον άνθρωπο του μπαρ, ότι εγώ εκεί ήμουν παράνομα, αφού οι γονείς μου νόμιζαν ότι φοιτώ στη Νομική Σχολή. Αυτό τους άρεσε! Έλεγαν «Για να σηκωθεί αυτό το κορίτσι, που’ναι από σπίτι» λες κι οι άλλοι δεν ήταν από σπίτια, «και νά’ρθει έτσι, παίζοντας ένα χαρτί, που μπορεί να μην του βγει, σημαίνει ότι έχει πάθος»! Με σεβάστηκαν πολύ μέχρι που με πήραν αμέσως μετά στο Θέατρο Τέχνης και ένας φίλος του πατέρα μου εδώ, γιατρός, ανέλαβε να του μεταφέρει τα μαντάτα.

Καλοθελητής δηλαδή;

Όχι, ήταν ένας άνθρωπος που του’χε πει ο πατέρας μου να μας έχει σε μία επιτήρηση. Είχα κάποιο πρόβλημα και πήγα να τον δω, με ρώτησε τι κάνω και του μίλησα. «Μην ανησυχείς, όταν έρθει η ώρα θα πάω εγώ να τους μιλήσω» μου είπε κι αυτό έγινε. Λειτούργησε πολύ σωστά! Βέβαια μετά, όταν τους το’πε, μ’ έπιασε και μου αφηγήθηκε τα εξής: «Τον πατέρα σου, όντας γιατρός, τον φοβήθηκα! Είπα αυτός θα μου μείνει από εγκεφαλικό! Είχε αλλάξει κανονικά δέκα χρώματα»! Η μάνα μου, πάλι, ως θεατρίνα που απ’ αυτήν εγώ πήρα, έκανε ένα «Ααχ» και παραλίγο να λιποθυμίσει (γέλια). Δεν λιποθύμησε, ωστόσο, κι ήταν η πρώτη που πήρε στροφή. Ο πατέρας μου δεν ήρθε ποτέ να με δει, ενώ εκείνη στην Αθήνα με είδε να παίζω στο «Μάθημα» του Ιονέσκο.

Και Ιονέσκο κιόλας…

Δεν κατάλαβε τίποτα, φαντάζομαι, αλλά με είδε εμένα με τον Λαζάνη στη σκηνή. «Παιδί μου, ήσουν τόσο καλή, τα χεράκια σου, τα τούτα σου»…

Δεν το λέτε με παράπονο που δεν σας είδε ποτέ ο πατέρας σας στο θέατρο.

Όχι, έκανα το λάθος και το’πα αυτό σε μία συνέντευξη κι είχε γίνει viral. Με ρωτάγανε παντού. Για τους άλλους είναι κάτι τρομερό μάλλον, αλλά εγώ ήμουν τόσο ενθουσιασμένη που έκανα αυτό, που θα’μουν και αχάριστη αν περίμενα τον πατέρα μου. Γιατί δηλαδή να το’χω βάρος ή άχτι; Το κατάλαβα απολύτως και ευτυχώς που τότε ήμουν τελείως παρτάκιας και δεν καταλάβαινα Χριστό. Μεγαλώνοντας κατάλαβα και με πιάσανε οι τύψεις, διότι οι άνθρωποι αυτοί μείνανε στο Βόλο, σε μία επαρχία. Τους ρώταγαν οι άλλοι: «Τι κάνει η Μπουμπού; Δεν παντρεύτηκε ακόμα; Α, η δικιά μας μάς έκανε εγγονάκι» και τέτοια. Τους κοίταζαν οι άλλοι και ήταν απομονωμένοι. Ευτυχώς, ξαναλέω, που τότε δεν μου πέρναγε απ’ το μυαλό τι μπορούσαν να πάθουν ο πατέρας μου κι η μάνα μου.

Τους έχετε χάσει πολλά χρόνια;

Πολλά…

Δεν σας πρόλαβαν στην τηλεόραση.

Όχι, ούτε καν στο θέατρο, αφού και στον Κουν είχα μεγάλη επιτυχία. Η μαμά μου, άλλωστε, είπε κάτι καταπληκτικό σε μία θεούσα αδερφή του πατέρα μου! Αυτή ήταν εν ζωή καλόγρια, που λέμε, θεούσα, η οποία πήγε και είπε στη μάνα μου: «Σταυρούλα, σε συλλυπούμαι». Γυρνάει και της κάνει η μάνα μου: «Δεν πενθούμε κανέναν»! Πολύ ωραία φράση! Δεν της ξαναμίλησε κανείς της μάνας μου!

Θα ήθελα να μου πείτε τώρα πως αντιδράτε κάθε φορά που το έδαφος χάνεται κάτω απ’ τα πόδια σας.

Ψάχνω να το βρω (γέλια). Δεν ξέρω…Περνάω άσχημα και κοιτάω να δω πως θα το αλλάξω αυτό. Μπορεί να το βρίσκετε λογικό, αλλά εγώ τότε εισέρχομαι σε μία κατάσταση που δεν υπάρχει λογική.

Και προτάσσετε το συναίσθημα περισσότερο;

Μέχρι μία ηλικία, ήμουν μόνο συναίσθημα. Δεν σκέφτηκα ποτέ, να φανταστείτε, τι θα έκανα μετά τη σχολή. Ούτε είχα καμία σιγουριά ότι θα με παίρνανε στο Τέχνης! Θυμάμαι σαν όνειρο μία σκηνή απ’ όταν είχα τελειώσει τις εξετάσεις του τελευταίου έτους. Στα καμαρίνια πίσω, βγαίνοντας απ’ τη σκηνή, υπήρχε ένας νιπτήρας. Εγώ καθόμουν εκεί, δε θυμάμαι για ποιο λόγο. Βγαίνει ο Κουν, πάει να πλυθεί και μου λέει την ώρα εκείνη (σ.σ. μιμείται τη φωνή του): «Μινάκι, θες να έρθεις μαζί μας;» Πως δεν κατέρρευσα; Το μόνο που σκέφτηκα ήταν «Μα, καλά; Με ρωτάει;» Δεν θυμάμαι τι ψέλλισα και του απάντησα…Για πέντε χρόνια έμεινα στο Τέχνης ως ηθοποιός επαγγελματίας, αν και δούλευα από πριν ως ηθοποιός μαθήτρια. Ήταν τότε που φοβόμουν μη με δει κάνας Βολιώτης, όπως τελικά συνέβη. Θα σας την πω αυτή την ιστορία, τόσο που σας αρέσουν οι ιστορίες των ανθρώπων: Έπαιζα στην παράσταση «Τα νέα παιδιά» με τον Καρακατσάνη. Είχα το φόβο και έβγαζα το κεφάλι μου από ένα τοιχάκι, τσεκάροντας όλο τον κόσμο, το κοινό. Πρώτη σειρά βλέπω έναν συμμαθητή μου από τον Βόλο! Επειδή δεν το’χω εύκολο το ψέμα όταν είμαι απροετοίμαστη, εκεί ήξερα τι θα κάνω! Ευτυχώς αυτουνού δεν του’κοψε να με περιμένει απ’ έξω, γιατί στα καμαρίνια δεν επιτρεπόταν να μπεις. Ρώταγε τους πάντες, τον ταξιθέτη, την ταμία κλπ. για μένα. «Θέλω να δω την κυρία Αδαμάκη» τους έλεγε και όλοι, μιλημένοι από μένα, του απαντούσαν ότι δεν υπάρχει καμία κυρία Αδαμάκη! «Μα πως δεν υπάρχει;»…Ευτυχώς δεν το’πε στους δικούς μου, αλλιώς πρώτη θα το μάθαινα! Τα καλοκαίρια, στο μεταξύ, γύριζα στο Βόλο. Σκάω μύτη η καλή σου στη μεγάλη παραλία, από το λιμάνι, και πέφτω πάνω στην παρέα μου. Με φωνάζουν όλοι: «Μίνα, Μίνα»…Πάω εγώ, «Βρε παιδιά, εδώ είστε; και κάθομαι μαζί τους. Ήταν κι αυτός στην παρέα κι ακολούθησε ο εξής διάλογος:

– Καλά, εσύ δεν έπαιζες στο Θέατρο Τέχνης;

– Εγώ; Να παίζω στο Θέατρο Τέχνης;

– Ναι, εσύ πάνω στη σκηνή, στο τάδε έργο.

– Πως σού’ρθε αυτό το πράγμα; Τι σχέση μπορεί να’χω εγώ με το θέατρο;

– Μα δε μπορεί! Εσύ ήσουν! 

– Αα, λες γι’ αυτό το έργο που’χε μια μικρούλα μέσα!

– Ναι, ναι, αυτό!

– Έχεις δίκιο, ρε παιδί μου, μου έμοιαζε πολύ αυτή!

Φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου

Και το «έφαγε»;

Το «έφαγε» κανονικά! Μετά από χρόνια σε ένα μπαρ στην Αθήνα, σε ένα απ’ αυτά τα reunions τα γελοία των συμμαθητών, με πιάνει και μου λέει: «Ε, δε θα με βγάλεις εσύ τρελό!» (γελάμε πολύ) Έτσι, μετά από πέντε χρόνια, άφησα το Τέχνης και εγκατέλειψα γενικά το θέατρο. Ήμουν και μ’ ένα παιδί…

Αφήσατε το θέατρο για έναν έρωτα;

Όχι, θα το εγκατέλειπα έτσι κι αλλιώς, είχα – δεν είχα τον έρωτα. Απλά εκείνος θα πήγαινε στο Λονδίνο για σπουδές κι είπα να πήγαινα μαζί του. Όλα αυτά γίνονταν στις πολύ αρχές του 1970.

Στο Λονδίνο της έξαρσης του χιπισμού.

Ναι, ακριβώς, όλα αυτά, που εγώ δεν τα έζησα καθόλου. Πολύ πολιτικοποιημένη ήμουν μόνο.

Και τι ήταν αυτό που έκανε μια νέα κοπέλα καλλιτέχνιδα να κρατηθεί μακριά απ’ τα μοντέρνα κινήματα;

Δεν ήμουν ποτέ τέτοιο πλάσμα…Εγώ εκτός από κλασική μουσική δεν είχα άλλα ακούσματα. Το ίδιο και το παιδί που ήμασταν μαζί. Με την πολιτική, όμως, ασχολούμασταν.

Ήσασταν σαν να λέμε στην ΚΝΕ της εποχής;

Α πα πα! Στο ΚΚΕ Εσωτερικού ήμασταν! Καμία σχέση με Κνίτες! Ήμουν πολιτικοποιημένη από μαθήτρια. Στα 16 μου διάβασα το «Κεφάλαιο» του Marx!

Ολόκληρο;

Ολόκληρο! Και τι κατάλαβα, δεν ξέρω, αλλά μου άρεσε κιόλας! Τώρα πια σκέφτομαι τι θα κατάλαβα! Ο πατέρας μου, εν τω μεταξύ, δεξιός…Ήμασταν από δεξιά οικογένεια. Δεν είχαν ιδέα από την εμπλοκή μου με την πολιτική. Εδώ δεν ήξεραν άλλα κι άλλα… (γέλια)

Και στο Λονδίνο, που μου λέγατε, βρήκατε διέξοδο στην πολιτική;

Στο Λονδίνο προσπάθησα να πάρω ένα χαρτί, σαν μεταπτυχιακό ας πούμε, γύρω απ’ την τέχνη και τη δραματουργία. Δεν μπορούσα να κάνω άλλες σπουδές, που ήταν πενταετείς, γιατί δεν είχα χρόνο και χρήματα. Γράφτηκα σε μία σχολή τύπου ανοιχτό πανεπιστήμιο, που λεγόταν Holborn City Literary Institute of London (σ.σ. το προφέρει σε άψογα αγγλικά). Εκεί μέσα διδασκόσουν ότι είχε σχέση με λόγο, με τέχνες και γράμματα. Δεν ήθελα να κάνω υποκριτική και όχι φυσικά ότι τα ήξερα όλα, αλλά δεν είχε νόημα. Έπαιρνες courses τρίμηνα, που ήταν πολύ φτηνά και τα ανανέωνες. Γενικά έκανες ότι ήθελες, αλλά αν σε βλέπανε εξειδικευμένο σε κάτι, σε καλούσαν σε interview. Εμένα με κάλεσαν γιατί ήθελα να κάνω χορό, τραγούδι, κουκλοθέατρο και μιμική. Τους είχε ακουστεί κάπως δύσκολο. Στην αίτηση μου έγραψα απλά «φοιτήτρια» και όχι «ηθοποιός», αφού ηθοποιός ήμουν μόνο στην Αθήνα. Τους είπα ότι είμαι ηθοποιός, όταν με ρώτησαν ποια σχέση έχω με τις υπόλοιπες τέχνες. Εντυπωσιάστηκαν αυτοί, το είχαν σε μεγάλη υπόληψη το θέατρο, την ίδια στιγμή που εγώ το έφτυνα. Μόνο βραβείο που δεν μου δώσανε! Έτσι σπούδασα στο Λονδίνο.

Γιατί, όμως, απαξιώνατε το θέατρο, που τόσο αγαπούσατε στην αρχή;

Θα σας πω! Πέρασα μια μεγάλη κρίση…

Υπαρξιακή;

Δεν ξέρω ακριβώς…

Τι άλλο; Νευρική κρίση;

Περιμένετε…(σκέφτεται). Αισθάνθηκα ότι κάπου δεν βρήκα όσα είχα στο κεφάλι μου όσο ήμουν στο θέατρο. Και το Τέχνης ακόμα, άρχισε να με απωθεί. Δεν θα ήθελα να με διαβάσουν τώρα κάποιοι εναπομείναντες και να πουν «Μα τι λέει αυτή;»…Μιλάω για μια κρίση προσωπική μου…Και σας εξομολογούμαι για πρώτη φορά ότι πιθανώς να ήταν μια εφηβική κρίση, αφού ενδεχομένως δεν την έχω ξεπεράσει ακόμα την εφηβεία μου.

Αυτό σας βγαίνει λίγο, για να’μαι ειλικρινής.

Θέλω να πω ότι δεν υπάρχει τίποτα τέλειο. Εγώ είχα μέσα μου την αίσθηση της τελειότητας, αυτήν κυνηγούσα και πίστευα ότι την είχε το Θέατρο Τέχνης. Εκεί, όμως, ήταν άνθρωποι, κανονικοί άνθρωποι, ταλαντούχοι κάποιοι. Ο Κουν, βέβαια, ποτέ δεν με απογοήτευσε, ήταν μεγαλοφυής, οραματιστής. Ήταν ένας φάρος που τον ακολούθησα και δεν έσβησε ποτέ. Αν κι είχε μεγαλώσει, τον είχα προλάβει στα καλά του, στα πολύ δημιουργικά του.

Για να μην στενοχωριέστε, ας μην το περιορίζετε στο Τέχνης. Μπορεί να σας απογοήτευσε γενικά ο χώρος του θεάτρου.

Μα για μένα τότε δεν υπήρχε τίποτα άλλο. Υπήρχε το εμπορικό θέατρο, που δεν το συζητούσα καν.

Υπολογίστε και το ότι ένα στοιχείο του ανικανοποίητου, υπάρχει σε κάθε καλλιτέχνη.

Σαφώς, μόνο που εγώ δεν το’χα ακριβώς το στοιχείο του ανικανοποίητου. Δεν μου άρεσε καμία κατάσταση στην Ελλάδα. Δεν είχα επαφή με τίποτα. Το Τέχνης ήταν το Τέχνης και για μένα είχε τελειώσει. Όταν ήμουν στο Λονδίνο, μου έγινε μια πρόταση απ’ τον Νίκο Κούρκουλο για το «Ταμπούρλα μέσα στη νύχτα» του Brecht, πρωταγωνιστικός ρόλος. Είχα νοικιάσει εδώ το σπίτι μου στον συχωρεμένο τον Τσιμπλάκο. Τον βρήκαν και του είπαν να μου μιλήσει. Απάντησα: «Με συγχωρείτε, αλλά εγώ είμαι στο Λονδίνο και δεν σκοπεύω να γυρίσω».

Αναρωτιέμαι, μια και αναφέρατε τον Κούρκουλο, πως βλέπατε εκείνες τις ταινίες του παλιού εμπορικού κινηματογράφου;

Δεν τις έβλεπα! Απ’ την τηλεόραση τις βλέπω καμιά φορά, όχι απ’ την αρχή κιόλας, απλά χαζεύοντας. Ο Αγγελόπουλος, ας πούμε, το νέο ελληνικό σινεμά, γινόταν όταν ήρθα απ’ την Αγγλία.Ήμουν ένα παιδί που αιθεροβατούσα, ήθελα το άπιαστο, το απίθανο. Έπρεπε να πάω στο Λονδίνο για να το βρω και γι’ αυτό λέω ότι μου’κανε πολύ καλό το Λονδίνο.

Εξακολουθώ να μη βρίσκω τίποτα παράξενο. Ο καλλιτέχνης έχει την επιθυμία να ψάχνεται.

Καμία κοπέλα, όμως, απ’ τις συμμαθήτριες μου, δεν είχαν τέτοια πράγματα κατά νου. Είχαν φυσιολογικές αναζητήσεις, έπαιρναν ένα ρόλο και τον παίζανε. Εμένα είχε καταρρεύσει μέσα μου όλο το θέατρο. Αν είχα χρόνο και λεφτά, θα έκανα άλλες σπουδές, να είστε σίγουρος.

Γιατί, όμως, μιλήσαμε για την πολιτικοποίηση σας ενόσω ζούσατε έξω;

Γιατί λέγαμε για το χιπαριό, το οποίο σνομπάραμε επίσης. Πολύ! Ναι μεν μπορεί να ζούσαμε κοινοβιακά, αλλά θέλαμε ν’ αλλάξουμε τον κόσμο, αυτό ήταν το αίτημα μας. Τα άλλα όλα θα τα βρίσκαμε!

Όπως το σεξ, ας πούμε.

Όλα! Δεν μου έλειπε το σεξ, απλά δεν το έκανα με τον τρόπο που το κάνανε αυτοί. Δεν πήγαινε στην ιδιοσυγκρασία μου, εγώ ήθελα έρωτα και μέσα κει να μπαίνει και το σεξ.

Ναρκωτικά ίσως;

(χαμογελάει) Καμία σχέση! Ευτυχώς που εγώ δε χρειάστηκε να εναντιωθώ σε κάτι, να πω «όχι, φοβάμαι». Δε μπορώ ούτε το αλκοόλ, έχω δυσανεξία, πώς το λένε…Πόσο μάλλον τα ναρκωτικά. Μια φορά που ήμασταν μία παρέα, πήρα μια τζούρα από έναν μπάφο και κόντεψα να λιποθυμήσω! Στον οργανισμό μου δεν πάνε οι καταχρήσεις.

Συμμετείχατε σε αντιδικτατορικές εκδηλώσεις στο Λονδίνο;

Όχι, άλλωστε δεν γίνονταν και πολλά πράγματα. Θυμάμαι την κηδεία του Γέρου Παπανδρέου στην Αθήνα, που’χε πάρει αντιδικτατορικό χαρακτήρα. Δεν είχα φύγει ακόμη για Λονδίνο.

Και, καλά, σε διαμαρτυρία δεν συμμετείχατε, θέατρο δεν κάνατε, πως θ’ αλλάζατε τον κόσμο απ’ το Λονδίνο;

Με τις συζητήσεις που κάναμε! Δεν θυμάμαι, σας είπα, να γίνονται πορείες στο Λονδίνο τότε.

Υπήρχε όμως έντονο ελληνικό στοιχείο. Σας λέω ονόματα: Μάνος Λοΐζος, Μίνως Βολανάκης, Γιάννης Μαρκόπουλος, Στέφανος Ληναίος.

Ε, μπορεί, εγώ προσωπικά δεν τους είδα (σ.σ. γελάμε πολύ. Σηκώνεται όρθια. Λέει «επιστρέφω σε λίγο» και αρχίζει να φτιάχνει ατμόσφαιρα στο σπίτι, ανάβοντας πολλά μικρά πολύφωτα. Με ρωτάει «Πείτε μου, έχετε ξανακάνει τέτοια συνέντευξη;» και γελάμε ξανά. Της λέω ότι μου θυμίζει την τραγουδίστρια Αλίκη Καγιαλόγλου). Κοιτάξτε, η αλήθεια είναι ότι ήμασταν και σε μία οργάνωση και κάπως φοβόμασταν.

Ένα – ένα σας τα βγάζω…

Τι να σας πω, δεν ήταν καμιά τρομερή οργάνωση. Μαθαίναμε ότι στην Αθήνα, στην αλλαγή του Παπαδόπουλου από τον Ιωαννίδη, μάζευαν λεφτά για όπλα! Αρχίσαμε να συζητάμε πως θα μαζέψουμε χρήματα για να τα στείλουμε στην Αθήνα και σε μία στιγμή είπαμε «Όπα»! Απορρίφτηκε η ιδέα αυτή.

Μ’ αρέσει που σνομπάρατε το χιπαριό και πήγατε να εμπλακείτε στον ένοπλο αγώνα.

Μιλάμε για καιρούς χούντας. Ήταν και μεσ’ στην έξαψη της εποχής και μεταδίδονταν πολλά πράγματα, τα οποία τελικά ήταν ράδιο αρβύλα.

Καλά, δεν είπαμε να ζωστείτε τα καρυοφύλλια και να βγείτε στο δρόμο.

Και άλλωστε εμείς ήμασταν της ευρωπαϊκής Αριστεράς, της δημοκρατικής (σ.σ. Σηκώνεται όρθια και αρχίζω να την ”κυνηγάω” με το κινητό μου)…

Καθίστε, κυρία Αδαμάκη, αυτή τη δουλειά θα κάνουμε τώρα;

(σ.σ. ξανακάθεται)

Λένε πως οι ποιητές είναι στρατευμένοι υπέρ κάποιας ιδέας. Με τους ηθοποιούς τι γίνεται;

Όπως βλέπετε, είναι κι αυτοί στρατευμένοι. Εγώ ήμουν μονίμως στρατευμένη! Στην τέχνη μου, μονίμως δοσμένη! Ας μην ακούγεται μεγαλοστομία, μα είναι η αλήθεια μου. Εμένα με καλύπτει ότι σημαίνει η ζωή, ο έρωτας, η φιλία, τα πάντα είναι η τέχνη. Δεν ήταν ότι δεν είχα έρωτες, είχα πολλές ιστορίες, αλλά και τώρα ακόμα όλα τα κενά τα καλύπτει η τέχνη. Κάνω μεταφράσεις σε έργα που έχω σκηνοθετήσει, διασκευάζω μυθιστορήματα με σκοπό να τα παίξω κάποτε. Πέρασα πέρσι ένα καλοκαίρι εξαιρετικό, κάνοντας τη δουλειά αυτή.

Φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου

Παραμερισμένη, παραγκωνισμένη νιώσατε ποτέ; Όχι απαραιτήτως καλλιτεχνικά μόνο.

(σκέφτεται) Όχι…Κάποιοι άνθρωποι με «πηγαίνουν» και κάποιοι ασφαλώς δεν με «πηγαίνουν», όπως συμβαίνει στη ζωή γενικά. Είμαι συμφιλιωμένη πλήρως μ’ αυτό το πράγμα. Μπορεί ν’ αποζητώ κάποιους κι αυτοί να μην, αλλά θα βρω ενδιαφέροντα πράγματα να κάνω με τον δικό μου τρόπο.

Αναφέρεστε στην κριτική εδώ;

Αναφέρομαι σ’ αυτούς που μπορεί να μη με δέχονται. Όλοι σε κάποιους αρέσουμε και σε κάποιους δεν αρέσουμε, ακόμη και σαν φυζίκ. Το αποδέχομαι πλήρως.

Άρα δεν γίνεστε σνομπ απέναντι σ’ αυτούς που σας σνομπάρουν.

Όχι, καθόλου. Το θεωρώ μίζερο να περιφέρω μία απογοήτευση. Ούτε τότε το έκανα αυτό, τα παράτησα όλα και πήγα στο Λονδίνο. Πρέπει να πω, όμως, ότι με την ίδια φόρα που έφυγα, με την ίδια άπωση, γύρισα πίσω με τον ίδιο πόθο, τρέχοντας. Κατάλαβα τι σημαίνει ο τόπος μου, το σπίτι μου.

Σας έπιασε ο νόστος.

Και νόστος ήταν, αλλά κι άλλα πράγματα. Πρώτον, κατάλαβα ότι δεν ήταν τίποτα τέλειο! Στο Λονδίνο είχα άλλα προβλήματα, που δεν θα μπορούσα να μείνω. Πήγα το ’72 και επέστρεψα τον Ιούνιο του ’74, ένα μήνα πριν τη Μεταπολίτευση.

Οι σχέσεις κάθε είδους που είχατε, ήταν ευτυχείς;

Οι ανθρώπινες σχέσεις δεν είναι ποτέ ευτυχείς. Υπόκειται στη μοίρα του ανθρώπου.

Μοιρολατρεία; Εμείς δεν ευθυνόμαστε για τις σχέσεις μας;

Είπα ότι αυτή είναι η μοίρα, όχι ότι την περιμένουμε. Η μοίρα του ανθρώπου δεν είναι ευτυχής. Την ευτυχία τη βρίσκουμε σε κάποιες στιγμές. Όλο τ’ άλλο δεν είναι ακριβώς δυστυχία, αλλά δεν είναι κι ευτυχία. Είναι ένας αγώνας, μια αναζήτηση για να βρεις αυτό που κάτι θα σου κάνει. Δεν μπορεί να’ναι ευτυχής ο άνθρωπος, άρα ούτε και ο έρωτας. Είναι το μόνο έμβιο ον ο άνθρωπος που έχει συνείδηση της θνητότητας του, που γνωρίζει ότι θα πεθάνει. Αυτή είναι η ρίζα μας με όση βία κουβαλάει. Αυτό τα μικραίνει όλα, συρρικνώνει τον- ούτως ή άλλως- ανύπαρκτο χρόνο. Όπως το λέει ο Ελύτης: «Ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος»…

Τι μπορεί να σας εντυπωσιάζει κάθε φορά; Η ποσότητα ή η ποιότητα των σχέσεων;

Πάντα η ποιότητα! Δεν νοώ εγώ σχέση χωρίς νά’χει κάτι, γι’ αυτό δίνω μεγάλη σημασία στη φιλία. Η φιλία υπόκειται στα ίδια προβλήματα που λέγαμε πριν, αλλά είναι πολύ σημαντική να υπάρχει. Όταν, δε, υπάρχει σε διάρκεια, είναι σαν την ερωτική σχέση χωρίς σεξ. Η φιλία ως εσωτερική κατάσταση έχει έναν ερωτισμό.

Καταπιεσμένο;

Όχι΄όχι, καθόλου καταπιεσμένο. Απλά δεν σου βγαίνει ερωτικά. Αν σου έβγαινε, θα τό’κανες ερωτικό. Η φιλία είναι βαθιά!

Και γιατί να μη μιλάμε για μια καταπίεση του ενστίκτου; Άσχημα θα ήταν αν έκαναν όλοι οι άνθρωποι έρωτα μεταξύ τους αδιακρίτως;

Συνήθως αυτά βγαίνουν, το ένστικτο είναι πολύ ισχυρό πράγμα έστω κι αποτυχημένα. Εγώ χαίρομαι που έχω αυτούς τους φίλους που έχω, δυο – τρεις!

Λίγους μού λέτε.

Μιλάω για πραγματικούς φίλους. Ο ένας εξ αυτών είναι απ’ τα φοιτητικά μας χρόνια, κάτι φοβερά συγκινητικό. Ανταλλάσσεις πράγματα βαθιά και σαχλαμαρίζεις παράλληλα με τους φίλους σου.

Συμφώνως μ’ αυτό που λένε ότι ο κάθε άνθρωπος έχει κάτι να μας διδάξει.

Σίγουρα. Από τα πάντα παίρνεις, ακόμη κι από πράγματα που δεν σ’ αρέσουν. Μαθαίνεις να τα αντιμετωπίζεις.

Φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου

Δεν ξέρω πως θα σας ακουστεί αυτό, αλλά νιώθω ότι στην Ελλάδα τελευταία έχουμε παρακάνει εθνικά τα ανθρώπινα ιδανικά.

Αυτό συνέβαινε πάντα στην Ελλάδα. Λέμε ότι δεν είμαστε εθνικιστές, αλλά εγώ πιστεύω ότι είμαστε. Ειδικά με την προηγούμενη κρίση, αλλά και την τωρινή, που πολύ φοβάμαι ότι θα βαθύνει άσχημα στο κοντινό μέλλον…Ήρθαμε κοντά με πάρα πολλά μαύρα πράγματα…Και το ότι γίνεται παγκοσμίως, μόνο παρηγοριά δεν σου δίνει. Όπου και να κοιτάξεις…Αμερική; Ας μην το συζητήσουμε καλύτερα! Ιταλία; Ουγγαρία; Βραζιλία; Με τρομάζει πάρα πολύ, συμπεριλαμβανομένου του βάρους που έχουμε με την Τουρκία και που δεν ξέρουμε πως θα εξελιχτεί.

Σας τρομάζει και το ενδεχόμενο ακόμη ενός θερμού επεισοδίου με την Τουρκία;

Κοιτάξτε, όλοι λένε ότι δεν μπορεί να γίνονται τυχαία όλοι αυτοί οι εξοπλισμοί και ειδικά η Τουρκία είναι πολύ εξοπλισμένη. Κάποια στιγμή δε θα χρησιμοποιηθούν οι εξοπλισμοί τους;

Κι αν σας πω ότι οι πόλεμοι πια στήνονται από τα συστημικά ΜΜΕ των κρατών;

Αν ισχύει αυτό, που δεν το νομίζω, είναι λάθος πολιτική και απαιτεί μεγάλη προσοχή. Υπάρχει σαφώς ένα κλίμα τρομολαγνείας, μια φιλοπολεμική τάση, αν αυτό εννοείτε. Οφείλονται να δίνονται απαντήσεις, αλλά όχι απ’ τα κανάλια κι εδώ είναι η δουλειά της δημοσιογραφίας, που θέλει να έχει θόρυβο, πανικό, νούμερα, κλικ. Τα πράγματα πρέπει να συζητιούνται, αλλά ψύχραιμα και όχι κατευθυνόμενα.

Πως να μην είναι κατευθυνόμενη η ενημέρωση όταν όλα τα κανάλια σήμερα προμοτάρουν την κυβέρνηση και δεν ασκούν την παραμικρή κριτική;

Ε ναι, είναι κάτι που με τον Τσίπρα δεν θα μπορούσε να γίνει, παρόλο που είχε εκλεγεί. Μιλάμε για την Ελλάδα, μια χώρα εκ γεννησιμιού της δεξιά και εθνικόφρονα. Τον Μητσοτάκη τώρα, ας πούμε, θα μπορούσαν να τον στηρίξουν αμερόληπτα σε κάτι που έκανε και που πρέπει να το πω, παρόλο που δεξιά δεν είμαι και δεν τους ψήφισα: Αναφέρομαι στη διαχείριση της πανδημίας με πολύ καλά αποτελέσματα. Το υγειονομικό επιτελείο του ήταν πολύ καλό, πιστεύω.

Στον Τσιόδρα αναφέρεστε;

Ναι, στους επιστήμονες και στους λοιμωξιολόγους. Ο Τσιόδρας ήταν αυτός που έπεισε.

Αμφισβητείται, ξέρετε, ο ρόλος του ακόμη κι από ανθρώπους που τον αποθέωναν.

Γιατί; Σε ποια σημεία;

Στην τελική διαχείριση της κρίσης, που αλλού;

Κοιτάξτε, εγώ δεν το μπορώ αυτό το πράγμα που έχουν οι Έλληνες: Μη δούμε κάποιον να κάνει ένα σωστό και νά’χει, φυσικά, ανταπόκριση, αρχίζει το ξήλωμα! Οι άνθρωποι αυτοί, όταν ξέσπασε η πανδημία, πήγαιναν μαζί μας, ήξεραν ότι ξέραμε. Το έψαχναν περαιτέρω και μας ενημέρωναν.

Αυτό ειν’ αλήθεια.

Θέλει προσοχή! Θα ξανάρθει ο κορονοϊός από Σεπτέμβρη – Οκτώβρη, αλλά εμείς ευτυχώς θα έχουμε θωρακίσει τα νοσοκομεία μας. Δεν μ’ αρέσει εμένα, επειδή δεν είμαι δεξιά, να μη χαρίζω ένα καλό λόγο. Γι’ αυτό δεν πείθουμε τελικά, δε λέμε τα πράγματα όπως πρέπει και κάνουμε αγιογραφίες. Τον Μητσοτάκη θα τον κρίνω στα άλλα του όσο δεν πάει, θα πω όμως κι ένα σωστό που’χει κάνει.

Είστε πολύ απαιτητικός άνθρωπος τελικά, κυρία Αδαμάκη.

Είμαι, πολύ. Με τον εαυτό μου πρωτίστως.

Το κατάλαβα όπως μου μιλάτε τόση ώρα.

Ο πρώτος που «δέρνω» ειν’ ο εαυτός μου. Όταν συμβεί μια στραβή, αμέσως σκέφτομαι μήπως έκανα εγώ κάτι, διότι ποτέ δεν κάνω κάτι επίτηδες. Μπορεί κάτι να είπα, που να παρεξηγήθηκε. Δεν ξέρετε τι τραβάω μέχρι να καταλήξω τι ακριβώς έγινε κάθε φορά. Να ξεκαθαρίσω, όμως, πως ειδικά όταν σκηνοθετώ, πάνω στη δουλειά μου, γίνομαι απαιτητική.

Κι απ’ τους άλλους, τι μπορεί να απαιτείτε;

Δεν απαιτώ ανοιχτά, αλλά έχω κάποια στάνταρ μέσα μου. Άμα δεν τα’χει ο άλλος, δεν θα τον σκοτώσω κιόλας, αλλά μπορεί και να μη χαίρομαι ιδιαιτέρως την παρέα του.

Τι είδους μνήμη έχετε; Τη βιολογική – αυτή που έχουμε όλοι μας – ή τη συνειδητή, την επιλεκτική, αν θέλετε;

Υφίσταται σαν όρος η συνειδητή μνήμη;

Φυσικά, να επιλέγει ο νους τι θα θυμάται.

Ομολογώ ότι αυτό δεν το κατορθώνω. Ο νους μου με βομβαρδίζει με μνήμες όλες τις ώρες.

Ένα πισωγύρισμα νοερό δεν θα ήταν από τρομακτικό έως επώδυνο;

Όχι, αλλά έτσι κι αλλιώς συμβαίνει. Σε μένα, «εδώ γύρω» κυκλοφορούν όλα, γι’ αυτό και δεν μπορώ να κοιμηθώ εύκολα. Συνέχεια σκέφτομαι. Απόψε μπορεί να σκέφτομαι εσάς και τι είπαμε και μήπως έκανα καμιά μαλακία του στυλ «Και τι είπα, ρε γαμώτο;», αν κι η συνέντευξη αυτή μ’ αρέσει και μάλλον δεν θα το πω. Καταλαβαίνω ότι, αν μη τι άλλο, λέμε διαφορετικά πράγματα, ενδιαφέροντα. Έπειτα μπορεί να μ’ επισκεφτεί μια μνήμη απρόσκλητη, που να μην είναι πρόσφατη…Έρχονται οι μνήμες, έρχονται…

Φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου

Λαχταρήσατε ποτέ τα καταναλωτικά αγαθά;

Ως κορίτσι και ως γυναίκα μού αρέσανε τα ρούχα και τα ωραία πράγματα σε μεγάλο βαθμό. Μέχρι σήμερα, όμως, δεν υποκύπτω στον καταναλωτισμό.

Η ωριμότητα σας απομάκρυνε απ’ την ύλη;

Αυτό το ήξερα θεωρητικά και πρακτικά το έκανα στη ζωή μου. Δεν κυνήγησα ποτέ υλικά πράγματα. Έχω πάρα πολλά πράγματα, έχω δώσει και πολλά μη μπορώντας να τα κρατήσω κι έχω άλλα τόσα που δεν τα χρησιμοποιώ. Ευτυχώς τα αλλάζω. Εάν υποκύψω θα’ναι για κάτι συγκεκριμένο, διότι δεν βγαίνω πια για ψώνια, το βαριέμαι πάρα πολύ.

Αν υποτεθεί πως η ζωή ολόκληρη διέπεται από μία ματαιότητα…

(με διακόπτει) Μόνο από ματαιότητα!

Μπορεί να’ναι τόσο ισχυρή η ματαιότητα αυτή που να μας στερεί την ουτοπία;

Τίποτα δεν μπορεί να μας το στερήσει αυτό, αν είμαστε άνθρωποι που θέλουμε το ανέφικτο. Η ουτοπία είναι κι αυτή δικαίωμα μου! Πάλι ο Ελύτης έλεγε ένα πολύ ωραίο (σ.σ. Τραβάει μια ποιητική συλλογή που υπάρχει στο τραπέζι μπροστά της. Από τον «Μικρό Ναυτίλο» του Οδυσσέα Ελύτη διαβάζει): «Αυτή την ψυχή τη λέω αθωότητα κι αυτή τη χίμαιρα δικαίωμα μου»!

Αγαπάτε πολύ τον Ελύτη, παρατηρώ.

Αγαπώ την ποίηση. Και τους μεγάλους ποιητές!

Θα σας «πήγαινε», ας πούμε, ο Νίκος Καρούζος, που δεν ήταν τόσο αστός σαν τον Ελύτη;

Θα μου «πήγαινε» και ο Καρούζος, αλλά εγώ αυτά που ήθελα να βρω τα βρήκα στον Ελύτη και τα’χω σημειωμένα.

Θυμάστε απ’ έξω τα ποιήματα που σας εντυπωσιάζουν;

Κάποια…Ακρωνύμια…Από μικρή το πρώτο πράγμα που λάτρεψα ήταν η ποίηση…

Ατομική ευθύνη ή συλλογική δράση;

Το ένα δεν αποκλείει το άλλο! Κάποια στιγμή η ατομική θα γίνει και συλλογική ευθύνη. Έχει, ας πούμε, το περιθώριο να γίνει, γι’ αυτό δεν θα τους έβαζα ή διαζευκτικό. Σίγουρα το πρώτο είναι η ατομική ευθύνη, γιατί χωρίς αυτήν πως να υπάρξει και η συλλογική;

Έχετε επαφές με νέους ανθρώπους;

Πάρα πολύ. Μ αρέσει να δουλεύω με νέους.

Οι νέοι σας αγαπούν, το ξέρω αυτό.

Ναι, ε; Πως το ξέρετε; (χαμογελάει) Κι εγώ τους αγαπώ πάρα πολύ, μ’ αρέσει να τους παρακολουθώ, ενίοτε να τους κάνω παρέα, αλλά όπως όλοι οι μεγάλοι δεν είναι ίδιοι, έτσι και όλοι οι νέοι δεν είναι ίδιοι.

Παίρνετε ενέργεια απ’ αυτούς;

Ναι, όταν έχουν να μου δώσουν βέβαια, γιατί ξέρω και νέους που’ναι ψοφίμια…Λόγω δουλειάς, όμως, ήρθα σ’ επαφή με νέους που ήταν τρομερά ταλαντούχοι και «ζωντανοί», με μυαλό και καλλιέργεια. Διότι η αλήθεια είναι ότι όλη την ώρα οι νέοι είναι κολλημένοι στο internet και δεν διαβάζουν. Εντάξει, είναι η εποχή τους…Χάνουν πολλά όμως! Το βιβλίο είναι γνώση και η γνώση δεν υπάρχει μεσ’ στο internet. Μόνο πληροφορία βρίσκουν εκεί.

Μήπως ακούγεστε λίγο παρωχημένη τώρα; Υπάρχουν άνθρωποι που διαβάζουν ολόκληρα βιβλία πλέον απ’ την οθόνη του υπολογιστή τους.

Εξαρτάται και τι βιβλία διαβάζουν, βέβαια. Υπάρχει, λόγου χάριν, κλασική λογοτεχνία;

Αυτή κι αν υπάρχει! Μάλιστα, υπάρχει κι ένα πρόγραμμα που λέγεται «Άκουσε το βιβλίο». Κάθεσαι εσύ και σου το διαβάζει άλλος.

(γελάει) Μωρ’ τι μου λες, σιγά μην το κάνω! Να μου το πούνε το βιβλίο; Τι ειν’ τούτο; Είστε καλά; Τι να σας πω, εγώ γενικά ξέρω ελάχιστους νέους που διαβάζουν και γνωρίζουν από παγκόσμια λογοτεχνία.

Λυπηρό ειν’ αυτό.

Όχι λυπηρό, θλιβερό είναι! Όλος ο ποιητικός, λογοτεχνικός και φιλοσοφικός πλούτος στα βιβλία βρίσκεται. Ότι αφορά τον άνθρωπο μέσα κει είναι. Εγώ, ας πούμε, μ’ αυτά του Ελύτη, που σας είπα, άστραψε το κεφάλι μου.

Φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου

Η απώλεια του έρωτα αντέχεται στην ηλικία που βρίσκεστε σήμερα;

Όλα αντέχονται, αλλά μέσα από πολύ επώδυνες διαδικασίες. Είναι κι αυτή μία απώλεια και οι απώλειες γενικώς είναι επώδυνες. Εγώ δεν θα το εντόπιζα στον έρωτα, που΄ναι έτσι κι αλλιώς μια μεγάλη απώλεια.

Υπήρχε, απ’ την άλλη, η Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ, αυτή η σπουδαία ποιήτρια που χάσαμε πρόσφατα και που αποζητούσε τον έρωτα ως την πλήρη ωριμότητα της.

Με ποιον, με κάποιο άνθρωπο ή γενικώς;

Με τους άντρες.

Και είχε ανταπόκριση;

Αυτό δεν μπορώ να το ξέρω.

Μα κι εγώ μπορεί- λέμε τώρα- να’μαι ερωτευμένη με τον Λόρενς Ολιβιέ. Δεν ειν’ αυτό, όμως! Είχε ολοκληρωμένες σχέσεις, ωστόσο;

Μπορεί να είχε σεξουαλικές φαντασιώσεις.

Άλλη ιστορία αυτή! Όλοι φαντασιωνόμαστε!

Δεν είναι παράδοξο, ούτε καν μεμπτό, μία ηλικιωμένη γυναίκα να εξακολουθεί να’ναι ερωτευμένη.

Όχι…

Και τότε γιατί ρωτήσατε με περισσή αθωότητα αν είχε ανταπόκριση;

Εξαρτάται σε τι ιστορία μπαίνεις, περιπέτεια διεκδίκησης, που αυτό είναι άσκοπο, φθοροποιό σαν αγώνας δρόμου. Ενέχει κάτι από πολύ μαζοχισμό. Μαζοχισμό και σαδισμό όλοι μπορεί να’χουμε μέσα μας, ελπίζω όχι…

Τα βίτσια λέτε.

Δεν είναι βίτσια.

Διαστροφές τότε…

Ένστικτα θα τά’ λεγα, γιατί δεν το λέω πρακτικά, αλλά σαν τάση. Αν μπεις, όμως, σε μια τέτοιου είδους διεκδίκηση και βλέπεις ότι δεν σε παίρνει, καταντά μαζοχισμός, αφού ο άλλος μπορεί να σε φτύσει…Δεν είναι ότι απλά θα σ’ αποφύγει, αφού κάπως θα πρέπει να προστατευθεί κι ο άλλος.

Εσείς δεν θα ερωτευόσασταν τώρα ένα αγόρι 25 χρονών;

Όχι!

Θα κάνατε αυτολογοκρισία;

Τώρα πάμε στα πολλά «Αν»…

Γιατί όχι;

Δεν θα μπορούσα να επικοινωνήσω, όπως εγώ θα ήθελα. Άλλες προσλαμβάνουσες, άλλες ιστορίες, κανένα παρελθόν αυτός αφού θα’χε μόνο μέλλον…Εκτός αν ήταν περίπτωση ανθρώπου που ενδιαφερόταν πάρα πολύ για το παρελθόν, είχε αυτή την τάση γεροντολαγνείας (γελάει πολύ)

Γιατί περιχαρακώνετε τον έρωτα στο παλιό, το πεπερασμένο;

Δεν τον περιχαρακώνω καθόλου! Εγώ ειμ’ ερωτευμένη με τον έρωτα γενικώς. Βλέπω αυτό το φεγγάρι που βγαίνει από κει και αγαλλιάζω. Πόσες φορές έχω δει το φεγγάρι σε όλο τον κόσμο, αλλά ακόμη και απ’ το σπίτι μου, με τρελαίνει!

Εγώ νομίζω πως υπεκφεύγετε τώρα.

Δεν υπεκφεύγω καθόλου!

Μπορεί ένα φεγγάρι να είναι ίδιο με την αίσθηση ενός άλλου ανθρώπου;

Εσείς είστε πραγματιστής, ενώ εγώ δεν είμαι! Εγώ ζω με το πέταγμα της πεταλούδας! Εδώ που κάθομαι, παρατηρώ την αλλαγή του φωτός και δε θέλω να μετακινηθώ. Ξέρετε τι μαγεία ειν’ αυτό;

Σας βάζει σε μία νωχελικότητα προφανώς. 

Όχι! Σε μια μαγεία με βάζει! Με εκτινάσσει!

Είστε πολύ τυχερή.

Πάντα έβρισκα τη μαγεία σε όλα τα πράγματα, εκτός του έρωτα, που με συντάραζε. Από μικρή είχα τρέλα με τη φύση και με τα στοιχεία της.

Μητέρα δεν γίνατε ποτέ.

Όχι, ούτε και παντρεύτηκα ποτέ. Δεν ήθελα. Το απέφυγα έντονα και τεχνηέντως γιατί βρέθηκα πολύ κοντά.

Φοβηθήκατε το μικροαστισμό που ενέχει η συνθήκη;

Μην το βάζετε ιδεολογικά, απλά δεν μου πάει ο γάμος, όπως λέμε «Δεν σου πάει το πάχος, Δημητράκη μου» (γελάμε). Εμένα δεν μου πάει ο γάμος. Δεν μου πάει όλο το κοινωνικό πακέτο, με τους συγγενείς, με τα σόγια κλπ. Είναι ένα βάρος για μένα που χωρίς ανθρώπινες σχέσεις δεν μπορώ να ζήσω.

Μια γυναίκα όμως που απορρίπτει το γάμο και, κατά συνέπεια, τη μικρότητα…Λάθος, τη μητρότητα ήθελα να πω…

(γελάει πολύ) Καλά το είπατε, και τη μικρότητα!

Λέω πως αυτή είναι μια επανάσταση για κάθε γυναίκα μέσα σε μία ανδροκρατούμενη κοινωνία.

Ναι, όταν το θέλεις. Δεν αμφισβητώ, ας πούμε, τη συγκλονιστική εμπειρία της γέννησης ενός παιδιού, παρόλο που πρέπει να’ναι βαρύ, γιατί περνάς τα πάνδεινα. Οι γονείς που κάνουν παιδιά πρέπει να το θέλουν πάρα πολύ, όχι για να το αντέξουν καταναγκαστικά, αλλά για να μπορέσουν να’ναι ευτυχείς. Εγώ δεν είχα ανάγκη απ’ αυτή την ολοκλήρωση, παρόλο που θεωρώ τρομερά μεγάλη ιστορία τον ερχομό ενός παιδιού. Η βασική ανάγκη έπρεπε να είναι όλων το παιδί τους και όχι για κοινωνικούς λόγους, να τους γηροκομήσει μεθαύριο. Το παιδί θα φύγει, όπως έφυγα κι εγώ. Εμένα, λοιπόν, δεν υπήρξε ποτέ βασική μου ανάγκη το παιδί.

Σας αρέσει ο κόσμος των παιδιών; 

Είναι χαριτωμένος χωρίς να ξέρουμε πόσο «αγγελούδια» είναι. Όταν τα βλέπω σε φίλους μου, θέλω να τα αγκαλιάσω, να παίξουμε λίγο, άντε να πούμε και καμία κουβέντα αν είναι ομιλητικό ένα παιδάκι…Όταν έχεις, όμως, ένα παιδί δικό σου, πρέπει- ξαναλέω- να’ναι η απόλυτη προτεραιότητα σου. Εγώ θα έμπαινα σε μεγάλο μαρτύριο ούσα ευθυνόφοβη και ενοχική. Μαρτύριο και για μένα και για το παιδί.

Φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου

Δεν μου λέτε, δεν θα πούμε τίποτα για τις «Τρεις Χάριτες»; 

Η τηλεόραση ήταν μια ωραία εμπειρία για μένα. Κάναμε μεγάλη επιτυχία και δεν το περίμενε κανείς μας. Εμένα μου έδωσε πολλά και μπορώ να πω ότι μ’ έκανε καλύτερη ηθοποιό, γιατί πρώτη φορά έβλεπα καταγραμμένο τον εαυτό μου. Στην αρχή δεν το’βλεπα καθόλου, αλλά μετά είπα ότι πρέπει να με βλέπω ώστε να δω ποια είμαι και τι κάνω. Και, όντως, διόρθωσα πράγματα. Τώρα πια ξέρω καλύτερα και από φακό, αλλά και από σκηνική παρουσία. Στο θέατρο, όπως και στην τηλεόραση, οι κινήσεις σου πρέπει να’ναι συγκεκριμένες για να «γράψουνε».

Είχατε από πριν σχέσεις με την Άννα Παναγιωτοπούλου και τη Νένα Μεντή;

Με την Παναγιωτοπούλου είχα, γιατί ήμασταν μαζί και στην Ελεύθερη Σκηνή. Με τη Μεντή, όχι, δεν είχα, αλλά φυσικά την ήξερα. Δέσαμε πολύ ωραία, νομίζω. Η Άννα είναι φίλη μου, την αγαπώ, βγαίναμε και παλιά, περνάγαμε καλά. Σήμερα δεν τη βλέπω πια, αφού- ως γνωστόν- οι ηθοποιοί χανόμαστε.

Με το δίδυμο Ρέπας – Παπαθανασίου κάνατε την ταινία «Safe Sex» ως φυσικό κι επόμενο της επιτυχίας που είχαν οι «Τρεις Χάριτες».

Σας θυμίζω κάτι που είπα στην αρχή: Το πρώτο πράγμα που είδα στο θέατρο ήταν κωμωδία. Εμένα, όμως, μου άρεσε το δράμα και γι’ αυτό πήγα στο Τέχνης. Έκλαιγα κι έλεγα «Δεν μ’ αρέσει αυτό, εγώ θέλω δράμα». Ούρλιαζε ο Λαζάνης: «Πες το αύριο αυτό στον σκηνοθέτη σου»!

Ναι, θέλω να πω ότι ενώ δεν βλέπατε τις παλιές εμπορικές ταινίες, σας έμελλε να παίξετε σε μία ταινία που μπορεί να έκοψε τρελά εισιτήρια, κατηγορήθηκε όμως και για μια κάπως σεξιστική στροφή που πήρε ολόκληρο το ελληνικό σινεμά. 

Απόψεις είναι αυτές και καλό είναι να λέγονται. Όλοι θα πουν δηλαδή το εξαιρετικό; Καλό είναι ν’ ακουστεί και το αντίθετο. Ούτε πιστεύω ότι μειώνεται το τελικό αποτέλεσμα. Σ’ άλλους αρέσει, σ’ άλλους δεν αρέσει. Με γεια τους, με χαρά τους, δεν θα βάλουμε λογοκρισία.

Να μην πούμε όμως και ότι, ειδικά στο ελληνικό σινεμά, οτιδήποτε κόβει εισιτήρια, αντιμετωπίζεται με φθόνο;

Κι αυτό, μέσα! Υπάρχει σε αφθονία ο φθόνος, δεν μας λείπει. Σας λέω, όμως, ότι αφού σε κάποιους δεν άρεσε το «Safe Sex», αυτοί δεν μπορούν να εκφραστούν; Το δέχομαι. Εγώ τότε το μόνο που’χα εισπράξει ήταν να’χουν πάθει όλοι μια τρέλα και ανάμεσα τους ήταν κι αυτοί που δεν τους άρεσε. Εμένα, ας πούμε, το «Κλάμα βγήκε απ’ τον Παράδεισο» μου είχε αρέσει περισσότερο σαν ταινία! Έπιανε το σινεμά απ’ την αρχή και το αναμόρφωνε τρομερά χιουμοριστικά.

Πιστεύετε ότι θα παίζατε στις ταινίες αυτές αν δεν ήσασταν εξ αρχής στις «Τρεις Χάριτες»;

Οι συγκεκριμένοι δημιουργοί μας είχαν υπόψη τους. Επίσης, οι «Τρεις Χάριτες» γράφτηκαν για μας, θέλανε να δουλέψουμε μαζί.

Βρίζετε στην καθημερινότητα σας;

Τον εαυτό μου.

Μεταχειρίζεστε άσχημες λέξεις;

Δημοσίως όχι. Για πλάκα, μπορεί να σου πω «Τι λες, βρε μαλάκα;», αλλά να’ναι και πολύ τρυφερό.

Είχατε δυσκολία να κάνετε εκείνη τη σκηνή στο «Safe Sex» που γέλασε όλο το πανελλήνιο;

Όχι. Μα δεν φαντάζεστε εγώ τι έχω παίξει στο θέατρο, τι μου έβαζαν συνέχεια. Ήταν και μία ερώτηση που είχα κάνει στον Μιχάλη και στον Θανάση: «Ρε παιδιά, γιατί εμένα; Γιατί εγώ να τα λέω όλα αυτά;» Μου απάντησαν πολύ σοβαρά ως εξής: «Έχεις ένα τρόπο εσύ όλα να τα αθωώνεις».

Θα συμφωνήσω μαζί τους. Με τη φράση «Το μουνί μου, καλέ», έτσι όπως την είπατε, θα γέλαγε η νοικοκυρά, ο δάσκαλος, αλλά και ένας παπάς.

Είναι πως θα τα πεις τα πράγματα. Εγώ τα λέω απενοχοποιημένα, γιατί γίνονται στο πλαίσιο μίας κατάστασης. Εννοώ πως δεν κάθομαι κι αρχίζω ξαφνικά να βρίζω. Είμαι ενταγμένη σε μια κωμικοτραγική κατάσταση και μου βγαίνουν αβίαστα τα λόγια αυτά. Θυμάστε τη σκηνή που πεθαίνω στο «Κλάμα βγήκε απ’ τον Παράδεισο»; Θα το πω τώρα: «Μουνιά – μουνιά έχουν ριζικό, μουνιά – μουνιά έχουν μοίρα, μα το δικό μου το μουνί μου τό’φαγεν η ψείρα» (έχουμε πεθάνει στα γέλια). Σκεφτείτε ότι τα λέω αυτά, απαγγέλοντας, την ώρα που πεθαίνω! Χριστός και Παναγία!

Γελάτε σήμερα που ξαναβλέπετε αυτές τις ταινίες;

Δεν τις πολυβλέπω, γιατί δε θέλω να βλέπω τον εαυτό μου. Τις είχα δει τότε, άλλη μια φορά στην τηλεόραση κι αυτό ήταν όλο, εκεί όμως είπα: «Ρε συ, καλή ήμουνα»! Κάτι μου κάνει ο εαυτός μου, την έχω αυτή την ανασφάλεια μέχρι σήμερα, ακόμη και με παλιές φωτογραφίες μου.

Ξέρετε, πριν λίγους μήνες μίλησα στο τηλέφωνο με τη «θεία Μπεμπέκα», την Άννα Κυριακού.

Τι κάνει, μωρέ, αυτή η γυναίκα; Τη σκεφτόμουν! Είναι καλά;

Καλά είναι. Σπουδαία γυναίκα και με τη δική της μεγάλη ιστορία.

Δεν την ξέρω. Στα γυρίσματα μόνο ότι κάναμε. Έχω πολλά χρόνια να τη δω. Σας το’πα και πριν, εμείς οι ηθοποιοί χανόμαστε μεταξύ μας.

Τελειώσαμε, κυρία Αδαμάκη!

Έλααα! Εγώ δεν κουράστηκα, πάντως, αν το κάνετε για μένα.

Μα, κοντεύουμε να κλείσουμε τρίωρο.

Φυσικά, τόσα πράγματα είπαμε. Μια ζωή ειν’ αυτή…

Άντε να σας κάνω μία τελευταία ερώτηση: Για ποιο λόγο πιστεύετε μπορεί να’ναι σημαντικό που εγώ ήρθα σπίτι σας σήμερα;

Γελάσαμε, σκεφτήκαμε, ήρθαμε σε επικοινωνία, σας γνώρισα, με γνωρίσατε. Ωραία ειν’ αυτά, εμένα μ’ αρέσουν, ειδικά όταν θα βγει και κάτι καλό. Οι συνεντεύξεις δεν μου λείπουν, αλλά αν δεν ήσασταν εσείς, μπορεί να μην τό’κανα. Έχω αρνηθεί πολλές συνεντεύξεις από κοντά, όταν δεν τους ξέρω και δεινοπαθώ με τις ερωτήσεις τους.

Σας ευχαριστώ πολύ και, ειλικρινά, την απόλαυσα αυτή την κουβέντα.

Παρομοίως! Εγώ σας ευχαριστώ!

 

Αντώνης Μποσκοΐτης