Λίνα Νικολακοπούλου: «Θα κρατάω το Φαντάζιο για να με γνωρίσεις»

Τα γαρίφαλα με την κόκκινη κορδέλα, ο κόσμος που τραγουδούσε, η ζεστασιά στο δωμάτιο του αποχαιρετισμού

Θάνο μου,

Στεκόμαστε με τον Μανώλη τον Μητσιά ακίνητοι κι εμείς ανάμεσα στους άπειρους φίλους σου και τους αμέτρητους ανθρώπους που ήρθαν να σε αποχαιρετήσουν.

Ερχόμενη στάθηκα να σου πάρω ένα λουλούδι. Πρώτη φορά έκανα πίσω από αυτό που θα διάλεγα για τη μεγάλη στιγμή και σου πήρα γαρίφαλα. «Άσπρη κορδέλα» με ρώτησε η γυναίκα «ή κόκκινη;». «Κόκκινη» της είπα χωρίς δεύτερη σκέψη. Τα κράταγα στο χέρι μέχρι το τέλος. Κι αυτή η λέξη είναι ζόρικη να τη χωνέψει κανείς.

Άκουγα τους λόγους για τα έργα και τις ημέρες σου κοιτάζοντας τη μεγάλη ασπρόμαυρη φωτογραφία σου στον τοίχο. Μετά ακούγαμε όλοι σε σιωπή τον χαρακτηριστικό τρόπο του παιξίματός σου στο πιάνο κι έπειτα από λίγο τη φωνή σου να τραγουδά: «Εφτά. Σε παίρνει αριστερά, μην το ζορίζεις». Στην αρχή ο κόσμος στεκόταν βουβός, όμως προς το τέλος τραγουδούσαμε όλοι μαζί. Κοίταγα τα πρόσωπα των ανθρώπων γύρω μου. «Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει»… ειδικά τους άντρες… «γιε μου, πού πας;»… τα μάτια πολλών είχαν βουρκώσει… «μάνα, θα πάω στα καράβια».

Αυτό το «κάτι πιο βαθύ που με λερώνει» τραγουδισμένο από τόσα χείλη ήταν σαν μια συλλογική εξομολόγηση για την τραγικότητα της ανθρώπινης μοίρας. Λίγα μέτρα μας χώριζαν από το αναπαυμένο σώμα σου σε εκείνο το δωμάτιο του αποχαιρετισμού. Είχε ένα φως τόσο ζεστό εκεί μέσα. Με τύλιξε ολόκληρη όταν επιτέλους κατάφερα να μπω. Πώς γίνεται, σκέφτηκα. Κι είπα, από την αγάπη όσων βρίσκονταν γύρω σου εκεί μέσα. Αυτήν τη θερμοκρασία είχε το φως. Της αγάπης των πολλών.

Κρατούσα τα γαρίφαλα στο αριστερό μου χέρι και με το δεξί έκανα τον σταυρό μου καθώς σε κοιτούσα. Σε όλα τα πλάτη και τα μήκη να πάει η ευχή μου για το καλό ταξίδι της ψυχής σου. Η έκφραση του προσώπου σου ήρεμη και ηγεμονική. Κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Έδειχνε έναν άνθρωπο που αναμετρήθηκε γερά και θαρραλέα με δυνάμεις που τον ξεπερνούσαν. Όμως ακόμη κι εκείνη τη στιγμή που σε είδα ακίνητο ούτε ο νους ούτε τα ίδια μου τα μάτια δεν το χωρούσαν ότι αυτό είχε συντελεστεί.

Μέσα μου ήσουν ολοζώντανος. Κι ήξερα πως έχω τόσο πολλές στιγμές μαζί σου να γυρίζω και να σε συναντώ από δω και πέρα, με μια αγάπη ικανή να χωράει και τους δύο κόσμους, τον δικό σου και τον δικό μου. Γύρισα σπίτι και άνοιξα τα emails με την αλληλογραφία μας. Κι εκεί με έκανες πάλι να φύγω από τον χρόνο και τον πόνο του και να σου χρωστώ ευγνωμοσύνη για τη συνάντησή μας σε αυτήν τη ζωή. Έγραφες στις 20/8/16: «Λίνα, σε περιμένω την Τετάρτη 24/8 στις 6 το απόγευμα στο σπίτι για απογευματινό τσάι μετά μουσικής. Θα κρατάω το “Φαντάζιο” για να με γνωρίσεις. Φιλιά. Θάνος».