Κ. Βάρναλης: «Η Μάνα του Χριστού».

Οι πόνοι μιας Παναγιάς κόκκινης, Λαοδηγήτριας | ΑΤΖΕΝΤΑ | ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ

Μ. Δημητριάδη – Κ. Βάρναλης: «Η Μάνα του Χριστού».

Μ. Δημητριάδη – Κ. Βάρναλης: «Η Μάνα του Χριστού».

Είναι ο πόνος και ο θρήνος της Παναγίας, όπως αριστουργηματικά περιγράφει ο Κώστας Βάρναλης στο ποίημά του «Η Μάνα του Χριστού».

Στίχοι: Κώστας Βάρναλης
Μουσική: Νίκος Μαμαγκάκης
Ερμηνεία: Μαρία Δημητριάδη

Πῶς οἱ δρόμοι εὐωδᾶνε μὲ βάγια στρωμένοι,
ἡλιοπάτητοι δρόμοι καὶ γύρω μπαξέδες!
Ἡ χαρὰ τῆς γιορτῆς ὅλο πιότερο αυξαίνει
καὶ μακριάθε βογγάει καὶ μακριάθε ἀνεβαίνει.

Ἄ! πὼς εἶχα σὰ μάνα κι᾿ ἐγὼ λαχταρήσει
(ἦταν ὄνειρο κι᾿ ἔμεινεν, ἄχνα καὶ πάει)
σὰν καὶ τ᾿ ἄλλα σου ἀδέρφια νὰ σ᾿ εἶχα γεννήσει
κι᾿ ἀπὸ δόξες ἀλάργα κι᾿ ἀλάργα ἀπὸ μίση!

Κατεβάζω στὰ μάτια τὴ μάβρην ὀμπόλια,
γιὰ νὰ πάψη κι᾿ ὁ νοῦς μὲ τὰ μάτια νὰ βλέπῃ. . .
Ξεφαντώνουν τ᾿ ἀηδόνια στὰ γύρω περβόλια,
λεϊμονιᾶς σὲ κυκλώνει λεφτὴ μοσκοβόλια.

Φεύγεις πάνου στὴν ἄνοιξη, γιέ μου, καλέ μου,
ἄνοιξή μου γλυκιά, γυρισμὸ ποὺ δὲν ἔχεις.
Ἡ ὀμορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιέ μου,
δὲ μιλᾷς, δὲν κοιτᾷς, πῶς μαδιέμαι, γλυκέ μου!

Μὰ γιατί νὰ σταθῇς νὰ σὲ πιάσουν! Κι᾿ ἀκόμα
σὰ ρωτήσανε: «Ποιὸς ὁ Χριστός;» τι ῾πες «Νά με!»
Ἄχ! δὲν ξέρει τι λέει τὸ πικρό μου τὸ στόμα!
Τριάντα χρόνια, παιδί μου, δὲ σ᾿ ἔμαθ᾿ ἀκόμα!

Πρέπει να αναφέρω πως δεν περιλαμβάνονται όλοι οι στίχοι του ποιήματος.

Οι πόνοι μιας Παναγιάς κόκκινης, Λαοδηγήτριας«Η ταφή του Χριστού» του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου«Η ταφή του Χριστού» του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου

Άνοιξη, Ανάσταση της φύσης και των ελπίδων. Προηγήθηκε βέβαια το «Ω, γλυκύ μου έαρ»! Ο θρήνος της Μεγάλης Βδομάδας, που κάπου δεν σταματά, που κάπου συνεχίζεται και μετά την Ανάσταση. «Πρωταγωνίστρια» η Μάνα από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας: «Τρωαδίτισσες», «Του Νεκρού αδελφού», «Επιτάφιος», «Ματωμένος γάμος»… μάνες – η μάνα του Τούση, του Πέτρουλα, του Λαμπράκη, της Βασιλακοπούλου, οι βαρυπενθούσες της Κύπρου, οι μάνες της Μέσης Ανατολής… Πολλά τα αριστουργήματα της παγκόσμιας Λυρικής Τέχνης και δίπλα σ’ αυτά η «Μάνα του Χριστού» και «Οι πόνοι της Παναγιάς» του Βάρναλη.

Μιας ποίησης που όπως έλεγε ο κριτικός της λογοτεχνίας Παναγής Λεκατσάς «ανήκει στη σειρά των όρθιων δέντρων. Των δέντρων που οι ρίζες τους βυθίζονται στην εθνική παράδοση (…). Η ποίησή του είναι γνωστή κι αγαπημένη σε πλατύτατα στρώματα του λαού (…). Η διάκριση λαϊκότητας και ποιότητας φυσικά περιττεύει: Η αληθινή ποίηση απευθύνεται και στους λίγους και στους πολλούς, προσφέροντας πάντα, και στους λίγους και στους πολλούς, περισσότερα απ’ όσα μπορούνε να πάρουν. Η ποίηση του Βάρναλη, ένας από τους χρυσούς ακόμη κρίκους που συνδέουν τις ψυχές και των Λίγων και των Πολλών, με τον κόσμο των Οραμάτων και των Μορφών, ανακρατεί τη λειτουργία, το αξίωμα και την πραγματική υπερηφάνεια της ποιητικής και στις μέρες μας τέχνης (… )».

Η «άλλη» διάσταση ενός συμβόλου.
Εργο του Γιώργου Φαρσακίδη, εμπνευσμένο από τους «Πόνους της Παναγιάς» του Κ. Βάρναλη

Διαπνεόμενος από την ζωτική ορμή της αμφισβήτησης του συστήματος εκμετάλλευσης, ο υλιστής φιλόσοφος και επιδέξιος μαρξιστής ποιητής Κώστας Βάρναλης, μαχητικός επίσης δημοτικιστής, σχολαστικός μάστορας της γλώσσας με το ποίημα «Οι πόνοι της Παναγιάς» μας προκαλεί συγκινησιακά με την τρυφερότητα και την «άλλη» διάσταση που δίνει στο σύμβολο Παναγιά. Οι πόνοι της, προσλαμβάνονται και νοούνται σαν πόνοι Μάνας, πόνοι γυναίκας, πόνοι μιας Παναγιάς κόκκινης, Λαοδηγήτριας… Ο πολυσυμβολισμός της είναι πλατύτερος, εμπερικλείει εμάς, τους άλλους, όλους, το σύμπαν. Είναι η μήτρα της ζωής, του κόσμου. Είναι ο κόσμος.Οι πόνοι της Παναγιάς -μέσα από την μαρξιστική ιδεολογία μπορεί να είναι ο κάθε ένας από εμάς, στον αγώνα του για έναν δίκαιο κόσμο, για ένα καλύτερο αύριο. Να είναι η έγνοια μας για τον άλλον. Πρώτα από όλα και πάνω από όλα για το παιδί, το δικό μας, του άλλου, τη γενιά που ζούμε και τις γενιές που πρόκειται να έρθουν. Να είναι η εξύψωση της σχέσης μας με τα παιδιά μας «Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ’ άδικο φωνάξεις»… Να είναι ελπίδα και τρόπος ζωής …«όχι σκλάβος ή προδότης»…

«Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί; / Σε ποιο νησί του Ωκεανού, σε ποια κορφήν ερημική; / Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ’ άδικο φωνάξεις. / Ξέρω πως θάχεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή, / που με τα βρόχια της οργής ταχιά θενά σπαράξεις.

Συ θάχεις μάτια γαλανά, θάχεις κορμάκι τρυφερό, / θα σε φυλάω από ματιά κακή κι από κακόν καιρό, / από το πρώτο ξάφνισμα της ξυπνημένης νιότης. / Δεν είσαι συ για μάχητες, δεν είσαι συ για το σταυρό. / Εσύ νοικοκερόπουλο – όχι σκλάβος ή προδότης.

Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ, / θα σκύβω την ανάσα σου ν’ ακώ, πουλάκι μου ζεστό/ να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι, / κ’ ύστερα απ’ το παράθυρο με καρδιοχτύπι να κοιτώ/ που θα πηγαίνεις στο σκολιό με πλάκα και κοντύλι…

Κι αν κάποτε τα φρένα σου μ’ αλήθεια, φως της αστραπής, / χτυπήσει ο Κύρης τ’ ουρανού, παιδάκι μου να μην την πεις! / Θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν! / Δεν είν’ αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής. / Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν!».

Η Παναγιά του Βάρναλη είναι πραγματικά «Πλατυτέρα»: «Πού να σε κρύψω γιόκα μου»… Μας αγκαλιάζει όλους. Οι πόνοι της είναι η δική μας γέννα. Η γέννα ενός εξιδανικευμένου εαυτού, η γέννα της ελπίδας για ό,τι καλό μπορούμε ακόμη, τώρα, έστω και αν είναι αλήθεια ότι «χίλιες φορές να γεννηθείς τόσες, τόσες θα σε σταυρώσουν»… Γιατί οι κομμουνιστές ακόμη κι αν ξέρουν ότι «Θεριά οι ανθρώποι δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν»… πάντα θα αντιστέκονται στον εγωκεντρισμό, στη στενοκεφαλιά… Εμείς πρώτοι, εμείς θα πάψουμε να είμαστε θεριά για να μπορέσουμε στα θεριά να αντισταθούμε.

Η Μάνα του Χριστού

Αλλά και στο άλλο ποίημά του «Η Μάνα του Χριστού» (Το Φως που Καίει), μέσα από απλές καθημερινές σκέψεις και με συναισθήματα ενός πλάσματος που βιώνει την κοινωνική ζωή στη βάση των πραγματικών αναγκών, θρηνεί με μια συγκλονιστική ορμή και δύναμη. Η «Θεοτόκος» της ζωής αγγίζει με τα μάτια και τη σκέψη της, με τις αισθήσεις και το βλέμμα της, τις ομορφιές τού γύρω κόσμου, την στιγμή που ο γιος της οδηγείται στο θάνατο.

Πώς οι δρόμοι εβωδάνε με βάγια στρωμένοι,

Ηλιοπάτητοι δρόμοι και γύρω μπαξέδες!

Η χαρά της γιορτής όλο πιότερο αξαίνει

Και μακριάθε βογγάει και μακριάθε ανεβαίνει.

Της οργής και του μίσους τη θρέψαν οι αέρες

Τη χαρά της λαοθάλασσας τούτης που βόγγει.

Πόσες νύχτες λεφκές, πόσες μάβρες ημέρες

Οι κρυφές, οι μουγγές τήνε θρέψαν φοβέρες.

Α! πως είχα σα μάνα κι εγώ λαχταρήσει

(ήταν όνειρο κ’ έμεινεν, άχνα και πάει)

σαν και τ’ άλλα σου αδέρφια να σ’ είχα γεννήσει

κι από δόξες αλάργα κι αλάργα από μίση!

ένα κόκκινο σπίτι σ’ αβλή με πηγάδι

και μια δράνα γιομάτη τσαμπιά κεχριμπάρι

και νοικοκύρης καλός να γυρνάς κάθε βράδυ,

το χρυσό, σιγαλό και γλυκό σαν το λάδι.

Πώς αδύναμη στάθηκε τόσο η καρδιά σου

Στα λαμπρά Γεροσόλυμα Καίσαρας να ΄μπεις!

Αν τα πλήθη αλαλάζανε ξώφρενα (αλιά σου!)

Δεν ήξεραν ακόμα ούτε ποιο το όνομά σου!

Κει στο πλάγι δαγκάναν οι οχτροί σου τα χείλη

και δολερά ξεσηκώσανε τα άγνωμα πλήθη

Κι όσο ο γήλιος να πέσει και νάρθει το δείλι,

Το σταβρό σου καρφώσαν κι οχτροί σου και φίλοι.

Μα γιατί να σταθείς να σε πιάσουν! Κι ακόμα,

Σα ρωτήσανε: «Ποιος ο Χριστός» τι είπες «Να με!».

Αχ! δεν ξέρει τι λέει το πικρό μου το στόμα!

Τριάντα χρόνια παιδί μου δε σέμαθα ακόμα!

Αυτή είναι η Παναγιά. Είναι η κάθε μάνα, που στο πρόσωπο του δικού της παιδιού, του σπλάχνου της, βλέπει το δικό της Χριστό. Η κάθε χαροκαμένη μάνα που μπρος στο άψυχο σώμα του παιδιού της θρηνολογεί, σπαράσσεται και ολοφύρεται δίχως να βρίσκει παρηγόρια, παρά μόνο όταν συνειδητοποιεί την επιλογή του παιδιού της να σταθεί όρθιο στο δρόμο του δικού του αγώνα. Η Παναγία του Βάρναλη, η Παναγιά του κόσμου μας βρίσκει στο τέλος τη δύναμη να αναγνωρίσει την αδυναμία της, να καταλάβει τη διαφορετικότητα του γιου της και να παρηγορηθεί από τις αποφάσεις του… «Αχ! Δεν ξέρει τι λέει το πικρό μου το στόμα!/ Τριάντα χρόνια παιδί μου δε σ’ έμαθ’ ακόμα!). Αυτή η Μάνα δεν είναι ούτε χαροκαμένη, ούτε ηρωική. Είναι η Μάνα που σέβεται τον εαυτό της και το παιδί της. Είναι η επαναστατημένη συνείδηση, που δε χωρά σε στερεότυπα.

Σ.Αδαμίδου