Κυνικοί ως το τέλος… Αννέτα Καββαδία

Στη διάρκεια της κυβερνητικής θητείας της ΝΔ, δεν είναι λίγες οι φορές που έχουμε γίνει μάρτυρες της αλαζονικής και εξόφθαλμα προκλητικής συμπεριφοράς τόσο του πρωθυπουργού όσο και στελεχών της κυβέρνησης και του κόμματός του

Είναι ο κυνισμός ο αδίστακτος πραγματισμός της εξουσίας;

Το ερώτημα προέκυψε αβίαστα βλέποντας και ακούγοντας προ ημερών την Σοφία Βούλτεψη, με θυμωμένο ύφος και κουνώντας το δάχτυλο, να προχωρά σε μια σοκαριστικά αφοπλιστική παραδοχή και να νουθετεί το τηλεοπτικό κοινό: «λέει κάποιος, εγώ δεν μπορώ να πάω στο σπίτι μου στην εξοχή και μπορεί να έρθει ο τουρίστας; Ο τουρίστας δεν είναι απλός τουρίστας. Ο τουρίστας είναι αυτός που φέρνει χρήματα στη χώρα. Άρα πάντοτε θα κάνουμε κάποια θυσία. Δεν το κάνει για τον εαυτό του. Το κάνει γιατί ο τουρίστας που θα’ ρθει, θα ξοδέψει χρήματα».

Έτσι απλά, χωρίς (;) να συναισθάνεται το τι ακριβώς λέει, χωρίς επίγνωση της βαρύτητας των λεγομένων της, αποκαλύπτει αυτό που ψιθυρίζεται πια παντού: πως αν δεν ήταν ο τουρισμός, πιθανότατα τα μέτρα για τους γηγενείς να ήταν διαφορετικά.

Στη διάρκεια της κυβερνητικής θητείας της ΝΔ, δεν είναι λίγες οι φορές που έχουμε γίνει μάρτυρες της αλαζονικής και εξόφθαλμα προκλητικής συμπεριφοράς τόσο του πρωθυπουργού όσο και στελεχών της κυβέρνησης και του κόμματός του. Οι τελευταίες φωτογραφίες του Κυριάκου Μητσοτάκη να ποζάρει χαμογελώντας έχοντας μόλις αγοράσει τσουρέκια στην Θεσσαλονίκη – φωτογραφίες που ήρθαν λίγες μόλις μέρες μετά την τούρτα γενεθλίων του Κωστή Χατζηδάκη που έγινε viral στο διαδίκτυο αφού συμπύκνωνε όλη την αναλγησία της νεοφιλελεύθερης λογικής των ιδιωτικοποιήσεων – όπως και η δήλωση του Μάκη Βορίδη περί «πολιτικής αποτίμησης» των πάνω από 10.000 νεκρών της πανδημίας, δεν είναι παρά μια ακόμη ψηφίδα σε ένα μωσαϊκό που αποτυπώνει ανάγλυφα πως η ενσυναίσθηση και η κοινωνική γείωση δεν είναι το… φόρτε των κυβερνώντων.

Ξεκινώντας από την παραδοχή πως στον εφαρμοσμένο νεοφιλελευθερισμό υπάρχει ένας τύπος ανθρώπου –ο καριερίστας– που αποθεώνεται και διαφημίζεται σε κάθε δραστηριότητα, ας επιχειρήσουμε να τον μεταφέρουμε στο πεδίο της πολιτικής. Και ας ανιχνεύσουμε τα χαρακτηριστικά του. Η χώρα, άλλωστε, κυβερνάται από μία τέτοια κάστα πολιτικούς καριερίστες που βλέπουν την πολιτική ως επάγγελμα – αλλά και ως κληρονομικό δικαίωμα, κάποιοι εξ αυτών – και την εξουσία, δηλαδή τον κυβερνητισμό, ως ιδεολογία.

Ο καριερίστας της πολιτικής δεν μπορεί παρά να είναι κυνικός στο πλαίσιο μιας προσπάθειας “ιδεολογικοποίησης” της στρέβλωσης που ενσαρκώνει, υλοποιεί, συχνά δε πιστεύει και ως αληθή. Δεν χρειάζεται να είναι ούτε ο πιο μορφωμένος, ούτε ο πιο έξυπνος. Χρειάζεται να είναι αυτός που επιθυμεί περισσότερο το “έχειν” και που την επιθυμία του αυτή μπορεί να την εμφανίζει σαν ικανότητα, πράγμα για το οποίο άλλωστε εδώ και δεκαετίες διαμορφώνεται το κατάλληλο ιδεολογικό πλαίσιο (με προώθηση – από την οικογένεια και το σχολείο έως τα ΜΜΕ και την πολιτική – όλων των στερεοτύπων του συστήματος εξουσίας).

Είναι αλήθεια πως η ελληνική- και όχι μόνο- κοινωνία ηγεμονεύθηκε από τον καριερισμό, ιδίως τις τελευταίες δεκαετίες. Η ιδιωτική τηλεόραση, ο ψευτοεκσυγχρονισμός, η αισθητική της χούντας που επιβίωσε του μεταπολιτευτικού ριζοσπαστισμού και ενέσκηψε εκ νέου, η λοιδορία και η γραφικοποίηση κάθε λαϊκού, προοδευτικού κινήματος, ανήγαγαν σε πρότυπο τον συγκεκριμένο ανθρωπότυπο. Ο καριερίστας δεν είναι απλά ένα αποτέλεσμα του συστήματος εξουσίας: εισέρχεται στον εξουσιαστικό πυρήνα του, καθίσταται ο χρήσιμος και κυνικός υπηρέτης του, το παράλογα, χυδαία εγωκεντρικό ον. Εξ ου και μπορεί να πει κάθε ψέμα, να πατήσει κάθε αρχή, να υπηρετήσει κάθε συμφέρον.

Ο κυνισμός της εξουσίας – που δεν πρέπει να συγχέεται με τον πραγματισμό στην εφαρμοζόμενη πολιτική – είναι θρασύς, ωμός, στυγνός, αδιάφορος για την κατάσταση που βρίσκεται αυτός στον οποίο απευθύνεται. Και οι εκφραστές του δεν είναι απλά αναίσθητοι. Είναι επιθετικοί, μισάνθρωποι, αντικοινωνικοί. Αρκεί να είναι καλά οι ίδιοι και το σινάφι τους, αρκεί οι ευθύνες να μην τους ακουμπούν. Το τελευταίο «κατόρθωμα» της κυβέρνησης της ΝΔ – με το ακαταδίωκτο μελών των τριών Επιτροπών Υγείας, μεταξύ αυτών και πολιτικά στελέχη – είναι απολύτως ενδεικτικό της συγκεκριμένης νοοτροπίας.

Την ίδια ώρα, ωστόσο, οι κυνικοί αυτοί καριερίστες συνιστούν μια διαρκή υπόμνηση προς την κοινωνία για το πού οδηγείται όταν εκχωρεί τις ευθύνες της, όταν παραδίδεται στην «αυθεντία» της εξουσίας και των ειδικών, όταν αναθέτει τις προσδοκίες της, όταν έχει μόνο ελπίδες αντί για θέσεις, όταν αποθεώνει την ισχύ χωρίς αξίες.

Και το ερώτημα που γεννάται: είναι ο κυνισμός του καριερίστα ανίκητος; Φαντάζει ανίκητος ως τη στιγμή που αρχίζει και παραδίδεται στην ύβρη. Έως ότου αρχίζει και πιστεύει την ίδια του την προπαγάνδα. Μέχρι τη στιγμή που γεννά με την πολιτική του τόσα ερείπια, ώστε η όποια προπαγάνδα καθίσταται ανεπαρκής. Η πτώση του καριερίστα -αν και όχι απαραιτήτως του καριερισμού- ξεκινά όταν η αυταρέσκεια καταλαμβάνει τον ίδιο και το επιτελείο του σε τέτοιο βαθμό που να θεωρεί ότι οι “από κάτω” θα τα δεχτούν όλα.

Η κυβέρνηση της ΝΔ, και ο Κυριάκος Μητσοτάκης, δείχνουν να βαδίζουν ήδη σε αυτό το μονοπάτι. Την ώρα που η χώρα θρηνεί πάνω από 10 χιλιάδες νεκρούς, σημαντικότατα κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας φαίνεται να ριζοσπαστικοποιούνται με πρωτόγνωρους τρόπους, με ένταση, έμπνευση και φρεσκάδα, έξω από γνωστές κομματικές φόρμες (είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα των Support Art Workers). Φαίνεται να επαναπροσδιορίζουν τη σχέση τους με την πολιτική απορρίπτοντας λογικές εργαλειοποίησής τους και προϊδεάζουν για τη σύγκρουση που θα γίνει εκεί που γίνεται πάντα: στον δρόμο. Ο οποίος – φροντίζει η κυβέρνηση γι΄ αυτό- δείχνει να ξαναζωντανεύει για τα καλά.

Αννέτα Καββαδία: Να παλέψουμε τον φόβο απέναντι στο διαφορετικό, το μίσος  προς ό,τι δεν είναι οικείο - Commonality