Κορωνοϊός: Πάνω από 5 εκατομμύρια τα κρούσματα σε όλο τον πλανήτη – Πολύ πιθανό ένα δεύτερο κύμα προειδοποιούν CDC και ECDC. Πόσο σοβαρό θα αποδειχθεί;

Τα κρούσματα μόλυνσης από τον κορωνοϊό ξεπέρασαν τα 5 εκατομμύρια παγκοσμίως, με την Λατινική Αμερική να ξεπερνά την τελευταία εβδομάδα τις ΗΠΑ και την Ευρώπη σε αριθμό επιβεβαιωμένων κρουσμάτων καθημερινά.

Η εξάπλωση της πανδημίας μοιάζει να εισέρχεται σε νέα φάση, αφού αρχικά κορυφώθηκε στην Κίνα τον Φεβρουάριο πριν ακολουθήσουν ξεσπάσματα μεγάλης έκτασης σε χώρες της Ευρώπης και στις ΗΠΑ.

Η Λατινική Αμερική κατέγραψε περίπου το ένα τρίτο των 91.000 κρουσμάτων μόλυνσης αυτή την εβδομάδα. Στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ αναλογεί από ένα 20%.

Μεγάλο μέρος αυτών των νέων κρουσμάτων έχει επιβεβαιωθεί στη Βραζιλία, που ξεπέρασε τη Γερμανία, τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο για να γίνει η χώρα που κατατάσσεται τρίτη σε αριθμό μολύνσεων στον κόσμο, πίσω μόνο από τις ΗΠΑ και τη Ρωσία.

Τα κρούσματα στη Βραζιλία πλέον αυξάνονται καθημερινά με ρυθμό που υπολείπεται αυτόν μόνο μίας χώρας, των ΗΠΑ.

Τα πρώτα 41 κρούσματα του νέου κορωνοϊού επιβεβαιώθηκαν στην Γουχάν της Κίνας τη 10η Ιανουαρίου. Σε όλο τον κόσμο, τα κρούσματα έφθασαν το ένα εκατομμύριο την 1η Απριλίου. Έκτοτε, περίπου ένα εκατομμύριο κρούσματα προστίθεται στο σύνολο κάθε περίπου δύο εβδομάδες, σύμφωνα με την καταμέτρηση του πρακτορείου ειδήσεων Reuters.

Καθώς έχει πλέον ξεπεράσει τα 5 εκατομμύρια κρούσματα, ο SARS-CoV-2 έχει πλέον προσβάλει μέσα σε λιγότερους από έξι μήνες όσους ανθρώπους παρουσιάζουν οξεία μορφή γρίπης κάθε χρόνο: ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας υπολογίζει πως ο αριθμός αυτών των τελευταίων κυμαίνεται μεταξύ των 3 και των 5 εκατομμυρίων.

Η πανδημία του κορωνοϊού έχει στοιχίσει πάνω από 326.000 ανθρώπινες ζωές, σύμφωνα με τα επίσημα δεδομένα. Ωστόσο, ο πραγματικός αριθμός των θυμάτων πιστεύεται ότι είναι υψηλότερος, καθώς οι εξετάσεις που γίνονται συνεχίζουν να είναι συγκριτικά λίγες, ενώ πολλές χώρες δεν συμπεριλαμβάνουν στους απολογισμούς τους όσους πεθαίνουν εκτός νοσοκομείων.

Η Ευρώπη θρηνεί πάνω από τα μισά θύματα της πανδημίας του κορωνοϊού.

Παρά το ότι τα κρούσματα μόλυνσης από τον Covid 19 συνεχίζουν να αυξάνονται, πολλές χώρες ανοίγουν ξανά σχολεία και χώρους εργασίας, έπειτα από εβδομάδες μέτρων αποτροπής της διασποράς. Την ίδια ώρα, οι αγορές ενθαρρύνονται από τα πρώτα αποτελέσματα της κλινικής δοκιμής εμβολίου σε ανθρώπους στις ΗΠΑ.

 

Τόσο ο διευθυντής του Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νόσων (CDC) των ΗΠΑ, Ρόμπερτ Ρέντφιλντ, όσο και η διευθύντρια του αντίστοιχου Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων (ECDC), Αντρέα Άμον, θεωρούν πολύ πιθανό ένα δεύτερο επιδημικό κύμα της νόσου Covid-19 φέτος το φθινόπωρο και χειμώνα, όπως αναφέρουν σε συνεντεύξεις τους στις βρετανικές εφημερίδες «Financial Times» και «Guardian», αντίστοιχα.

Ο Ρέντφιλντ, ο οποίος θεωρεί πιθανό ότι θα χρειαστεί ξανά ένας δεύτερος γύρος περιοριστικών μέτρων (lockdown) μετά το καλοκαίρι, προειδοποιεί ότι οι ΗΠΑ πρέπει να βελτιώσουν γρήγορα μέσα στους επόμενους μήνες τις δυνατότητες ιχνηλάτησης νέων λοιμώξεων για να αποφύγουν άλλη μία κρίση δημόσιας υγείας, καθώς προς το τέλος του έτους η εποχική γρίπη πιθανώς θα συμπέσει με ένα δεύτερο κύμα της Covid-19. Όπως επισημαίνει, η νόσος εξαπλώνεται τώρα γρήγορα στο νότιο ημισφαίριο, «αλλά όταν τελειώσει εκεί, υποπτεύομαι ότι θα επανακάμψει στο βόρειο».

Η προειδοποίηση έρχεται σε αντίθεση με την «αφήγηση» του Προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, ότι τα χειρότερα της πανδημίας πέρασαν και αναδεικνύει την αυξανόμενη ένταση ανάμεσα στον Λευκό Οίκο και στο CDC. Ο Ρέντφιλντ παραδέχτηκε ότι οι ΗΠΑ βρέθηκαν σε μειονεκτική θέση όταν «χτύπησε» ο κορωνοϊός, αλλά οι ελλείψεις σε τομείς της δημόσιας υγείας προηγούνταν της προεδρίας Τραμπ.

«Αυτός ο απλός παθογόνος αναπνευστικός ιός πραγματικά γονάτισε τη χώρα μου και η πραγματικότητα είναι πως γι’ αυτό δεν φταίει κανένας συγκεκριμένος άνθρωπος. Η χώρα μας ήταν απροετοίμαστη γι’ αυτό εδώ και δεκαετίες», τονίζει.

Σχετικά με ένα νέο lockdown τον χειμώνα, είπε ότι «δεν μπορώ να εγγυηθώ πως δεν θα ξανασυμβεί… Αυτό που μπορώ να πω, είναι ότι δεσμευόμαστε πως θα χρησιμοποιήσουμε τον χρόνο που έχουμε για να προετοιμάσουμε τη χώρα μας όσο καλύτερα μπορούμε». Πρόσθεσε ότι «εάν έχουμε μία σεζόν γρίπης, όπως είχαμε το 2018, όταν σχεδόν 80.000 άνθρωποι πέθαναν, αυτό από μόνο του θα βάλει σε μεγάλο στρες το σύστημα υγείας μας. Αν μετά προσθέσεις και τον κορωνοϊό, μπορεί να δει κανείς το στρες στο σύστημα υγείας».

Για να αποφευχθεί στο μέλλον μία παρόμοια καταστροφή δημόσιας υγείας, επισήμανε ότι «πρέπει να διπλασιαστούν ή να τριπλασιαστούν» οι επενδύσεις στο σύστημα δημόσιας υγείας των ΗΠΑ. Ο ετήσιος προϋπολογισμός του CDC σήμερα φθάνει τα 6,8 δισεκατομμύρια δολάρια, εμφανίζοντας μείωση 10% σε πραγματικούς όρους μεταξύ 2010 και 2019.

Επίσης, ο Ρέντφιλντ υπογράμμισε την ανάγκη να συνεχιστεί η τήρηση των μέτρων κοινωνικής αποστασιοποίησης και έκανε ειδική αναφορά στις αεροπορικές εταιρείες, τις οποίες κάλεσε να εφαρμόσουν αυστηρότερα μέτρα.

«Αν πρόκειται να βρίσκεται στο μεσαίο κάθισμα στριμωγμένος ανάμεσα σε άλλους δύο επιβάτες, αυτό πιθανώς δεν είναι το καλύτερο μέρος για να είσαι», όπως ανέφερε.

Από την πλευρά του ECDC, η δρ Άμον σημείωσε ότι «το ερώτημα είναι πότε και πόσο μεγάλο θα είναι το δεύτερο κύμα», όχι αν θα υπάρξει. Όπως εκτίμησε, σήμερα η ανοσία του πληθυσμού σε διάφορες χώρες κινείται μεταξύ του 2% και του 14% και στην Ευρώπη συνολικά, ίσως, βρίσκεται γύρω στο 10%. «Πράγμα που αφήνει ακόμη το 85% έως 90% του πληθυσμού ευάλωτο», όπως λέει.

«Ο ιός βρίσκεται γύρω μας, κυκλοφορώντας περισσότερο από ό,τι τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο… Δεν θέλω να δημιουργήσω μία καταστροφολογική εικόνα, αλλά νομίζω πως πρέπει να είμαστε ρεαλιστές. Δεν είναι ώρα τώρα να χαλαρώσουμε τελείως».

Η πρώην νοσοκομειακή γιατρός και επικεφαλής του ECDC από το 2017 τόνισε ότι από τις 2 Μαΐου όλη η Ευρώπη έχει περάσει πια την κορύφωση των λοιμώξεων, με εξαίρεση την Πολωνία. Όπως υποστήριξε, διαπιστώνει μία τάση του κοινού να χαλαρώσει τα μέτρα προφύλαξης, είτε για οικονομικούς λόγους είτε για να νοιώσει πάλι ελεύθερο.

«Τώρα που είναι ξεκάθαρο πως οι λοιμώξεις πέφτουν, οι άνθρωποι νομίζουν πως τελείωσε. Πράγμα που σίγουρα δεν συμβαίνει», επισήμανε.

Εκτίμησε, δε, ότι όταν γίνει ο απολογισμός της κρίσης στην Ευρώπη και πώς εξαπλώθηκε σε αυτήν ο κορωνοϊός, ως κομβικό σημείο θα αναδειχθεί η επιστροφή στις αρχές Μαρτίου των εκδρομέων στις πατρίδες τους μετά τις διακοπές για σκι στις ιταλικές και αυστριακές Άλπεις, όπου πολλοί άνθρωποι συνωστίστηκαν σε περιορισμένους χώρους, όπως π.χ. στις καμπίνες των τελεφερίκ που μετέφεραν τους σκιέρ στις πίστες στα βουνά: «Ήταν τέλειες οι συνθήκες για έναν τέτοιο ιό. Είμαι αρκετά βέβαιη ότι αυτό συνέβαλε στην ευρεία εξάπλωση του στην Ευρώπη».

Σύμφωνα με την ίδια, από εδώ και πέρα η μάχη με τον ιό SARS-CoV-2 θα είναι μακρά.

«Δεν ξέρω αν θα είναι για πάντα, αλλά δεν νομίζω ότι θα φύγει πολύ γρήγορα. Φαίνεται να είναι πολύ καλά προσαρμοσμένος στους ανθρώπους», υπογράμμισε.