ΚΘΒΕ: Τρεις αδελφές: Ο Μεγάλος Τιμονιέρης Τσέζαρις Γκραουζίνις

Αποτέλεσμα εικόνας για foτο ΚΘΒΕ: Τρεις αδελφές: Τσέζαρις Γκραουζίνις
Είμαι από αυτούς που δεν αντέχουν να διαβάζουν κλασικά θεατρικά κείμενα. Προσπαθούσα πάντα να ερμηνεύσω αυτή τη δυσκολία. Ήμουν σίγουρος ότι δεν οφείλετο σε έλλειψη ενδιαφέροντος. Ούτε στις δεκάδες αραχνιασμένες μεταφράσεις που συνεχίζουν να επανεκδίδονται. Κάτι άλλο συνέβαινε. Ένιωθα πεπεισμένος ότι δεν έφταιγα εγώ. Κάποιος άλλος, κάτι άλλο έφταιγε. Αλλά δεν ήξερα τι και ποιος. Το έμαθα το προηγούμενο Σάββατο στη Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, παρακολουθώντας τις ‘’Τρεις Αδελφές’’ του Τσέχοφ σε σκηνοθεσία Τσέζαρις Γκραουζίνις (ΚΘΒΕ).
Τρεις αδελφές: Ο Μεγάλος Τιμονιέρης Τσέζαρις Γκραουζίνις

Για την ακρίβεια ένιωθα ότι απέναντι μου είχα έναν κάπως απηυδισμένο ψυχαναλυτή που με πήρε από το χέρι και με πήγε πίσω από την αυλαία του θεατρικού τραύματος αυτής της χώρας. Πόσο συνηθίσαμε όλα αυτά τα χρόνια να σεβόμαστε τον Τσέχοφ, τον Ίψεν, τον Γκόγκολ καθώς νυσταλέοι παρακολουθούσαμε νυσταλέους ή αρειμάνιους ηθοποιούς που οι σκηνοθέτες τους τους ζήτησαν να δικαιολογήσουν τα υπέρογκα φράγκα που ζήτησαν σαν κράχτες. Κάθε φορά οι μεγαλοπρεπείς αίθουσες του Εθνικού, του ΚΘΒΕ, του «Απόλλων» στην Πάτρα, μέσα σε αυτή την ανία, σε έκαναν να νιώθεις σαν σε κηδεία. Πρέπει να μείνεις εκεί. Να σεβαστείς. Αν όχι τον θίασο και τον σκηνοθέτη, τουλάχιστον τον μεγάλο συγγραφέα, το γεγονός ότι 150 χρόνια μετά εσύ βλέπεις μια παμπάλαια παράσταση.

Σκέψεις πριν μπω στο θέατρο: ο Γκραουζίνις κοντρολάρει μαεστρικά το αρχαίο δράμα. Ωραία. Αυτό το έχει αποδείξει πλειστάκις – Επτά επί Θήβας, Πλούτος, Αγαμέμνων. Αυτό άλλωστε τον καθιέρωσε στην Ελλάδα, πέραν των άλλων επιτυχιών του. Η αρχαία τραγωδία, πριν 2.500 χρόνια, καταπιανόταν με απλά και γιγαντιαία πράματα αλλά δεν υπήρχαν θεατές που ανησυχούσαν αν τελειώσει η μπαταρία του κινητού τους. Τώρα πως θα καταφέρει να πάρει τις εντολές που παρέδωσε ένας Άγνωστος Θεός στους σκηνοθέτες κλασικών κειμένων και να τις κάνει σμπαράλια, ‘’σεβόμενος’’ όσα του παραδόθηκαν για να μπορεί αυτός να κάνει θέατρο;

Σκέψεις μέσα και μετά από το θέατρο: στα πρώτα 20 λεπτά της 2,5ωρης παράστασης συνειδητοποιείς ότι ο Γκραουζίνις πραγματοποιεί την πιο ώριμη χειρονομία του προς το κοινό. Παίρνει τον Τσέχοφ που γνωρίζαμε, μας τον παραδίδει σε θρύψαλα και μας λέει ότι κάπου στη σκηνή υπάρχει μία μαγική κόλλα αλήθειας που θα πρέπει εμείς να βρούμε, να ξανακολλήσουμε τα κομμάτια του οικοδομήματος και να το κάνουμε έναν άθραυστο κοινωνικό καθρέφτη του 2019. Ο Τσέχοφ και ο κάθε Τσέχοφ όπως θα έπρεπε να είναι: η μετενσάρκωση του Σοφοκλή στην εποχή της βιομηχανικής επανάστασης που περικυκλώνει την καθυστερημένη οικονομικά Ρωσία κατά το fin de siècle. Οι 15 παντελώς ανόμοιοι χαρακτήρες γίνονται ένας εκπεσών τραγωδιακός χορός τα μέλη του οποίου δεν ακούν το ένα το άλλο. Η Αντιγόνη δεν θα κάνει την κίνηση γιατί η εποχή δεν προσφέρεται. Μόνο μια επανάσταση σώζει από την αδράνεια. 17 χρόνια μετά τη συγγραφή του έργου που τοποθετείται στα 1900, ποιος ξέρει με ποιανού το μέρος θα ήταν οι 3 αδελφές; Στην παράσταση του Τσέχοφ δεν μιλάει ο Τσέχοφ αλλά ο Γκραουζίνις και σου λέει: ο Τσέχοφ μπορεί να μην προέβλεψε συνειδητά την σοβιετική επανάσταση όμως το τέλμα και η απελπισία που περιγράφει νομοτελειακά θα προσκρούουν κάπου. Εσύ, τώρα, που οι χούντες ξαναέγιναν κανονικότητα, που δεν κάνεις τίποτα απολύτως ούτε για την κοινωνία ούτε για τον ίδιο σου τον εαυτό, αν δεν θυμάσαι, θυμήσου: “μια κοινωνία που βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση καθώς πέφτει επαναλαμβάνει στον εαυτό της: «μέχρι εδώ όλα καλά, μέχρι εδώ όλα καλά, μέχρι εδώ όλα καλά»˙ αλλά σημασία δεν έχει η πτώση αλλά η πρόσκρουση.” [1]

Αποτέλεσμα εικόνας για foτο  ΚΘΒΕ: Τρεις αδελφές:  Τσέζαρις Γκραουζίνις

Σερφάροντας πάνω στο κύμα της γελοιότητας την οποία οι χαρακτήρες επιδεικνύουν απέναντι στη ζωή, ο Γκραουζίνις επανιδρύει το κλασικό θέατρο απαγορεύοντας στους πρωταγωνιστές να εξέλθουν έστω και για ένα δευτερόλεπτο από τη γενικευμένη απόγνωση. Κανείς δεν γλιτώνει. Και οι ηθοποιοί το ξέρουν ότι αν κάνουν το κάτι παραπάνω για να φανούν, δεν θα εκτεθούν στα μάτια του μεγάλου τιμονιέρη τους, αλλά στα μάτια του κοινού. Στο κεκλιμένο επίπεδο της σκηνής, σε κάποιες φάσεις, μπορούσες να παρακολουθήσεις 3-4 παράλληλες σκηνές χωρίς να αποσυντονίζεσαι στιγμή. Σε όποια κι αν διάλεγες να επικεντρωθείς, ήξερες τι γινόταν στην άλλη, σαν να παρακολουθείς ένα αρραγές, συνεκτικό και απροσπέλαστο στη μικρότητα της ύπαρξής μας πλανητικό σύστημα. Ένιωθες όπως όταν κοιτάς τον έναστρο ουρανό: ακόμα και αν κοιτάς ένα λαμπερό αστέρι, νιώθεις ότι το περιβάλλουν τρισεκατομμύρια άλλα. Ο σκηνοθέτης έχτισε μια ‘’πόλη που προηγείται της οικογένειας και του καθενός μας ως άτομο· ο λόγος είναι ότι το όλον, αναγκαστικά προηγείται του μέρους· πραγματικά, αν πάψει να υπάρχει το σώμα ως σύνολο, δεν θα υπάρχει πια ούτε πόδι ούτε χέρι”[2]. Το θέατρο συνόλου, για ακόμα μια φορά, αναδεικνύεται ως το ανταγωνιστικό επιχείρημα απέναντι στην συντριπτική κουλτούρα του θεατρικού ναρκισσισμού[3].

Κλείνοντας, στις 3 αδελφές είδα το κομμουνιστικό θέατρο όπως ίσως να εξελισσόταν αν η πορεία του δεν είχε ανακοπεί από την σταλινική σπάθη. Ο σπουδαγμένος στο διάσημο Γκίτις της Σοβιετικής Ένωσης Γκραουζίνις δεν ξέρω αν είναι κομμουνιστής. Πάντως αυτό που είδα είναι να ανοίγει το θαμνώδες μονοπάτι ανάμεσα στον μπρεχτισμό και τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό και να περπατά μαζί με τους ηθοποιούς του την βασιλική ατραπό προς ένα θέατρο των πιο υψηλών ανθρώπινων ιδανικών: της επαφής και της αλληλεγγύης. Το κλάμα του βουβού μέχρι το τέλος στρατιώτη-ορντινάντσας δεν είναι κλάμα δυστυχίας αλλά ουρλιαχτό για ζωή. Όχι αλλού. Όχι παλιά. Όχι στο μέλλον. Εδώ. Σήμερα.

Αυτό το ουρλιαχτό που άργησε πολλά χρόνια μάλλον έφταιγε για όσα είπα στην αρχή.

 

Βαγγέλης Γέττος

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*